Παιχνίδι στο διάλειμμα

Ναι, είναι αλήθεια. Το μυαλό μας εκ του φυσικού του αρέσκεται στα παιχνίδια. Κουτσό και κυνηγητό. Και τυφλόμυγα. Αυτό ειδικά. Εκεί στα διαλείμματα της ζωής, που το κουδούνι χωρίζει τον χωροχρόνο σε ώρες και τάξεις. Εκείνα τα δευτερόλεπτα-αιώνες που δε ξέρεις τί τελικά ζυγίζει περισσότερο, το όνειρο ή ο λογισμός. Εκείνες τις στιγμές τις τόσο ήσυχα ανήσυχες. Τις μυστικές. Τις οικίες. Τις σιωπηλές. Τις τρομακτικές. Που όλα γίνονται υπόθεση. Που οι πράξεις κι οι μη πράξεις συντρίβουν τη λογική σου. Που φωνάζεις μα το μέσα σου σαν να μην ακούει. Το ένστικτο που σαν να μπερδεύτηκε κι αυτό δεν έχει απαντήσεις. Μόνο ο βουβός αντίλαλος σαν τότε να υπάρχει. Τα παιχνίδια του μυαλού είναι παιχνίδια ζόρικα, χωρίς κανόνες, χωρίς καν συμπαίχτες. Εσύ μόνο κι οι κούκλες σου, όπως παιδί.

Παίξε όπως θες. Πίστεψε ό,τι θες. Αρκεί να μη ξεχνάς πως είσαι σε διάλειμμα. Και να ‘χεις το νου σου στο κουδούνι. Κι όταν χτυπήσει να συνεχίσεις τη ζωή σου απο εκεί που την άφησες. Κι αν δε ξέρεις πως, ρώτα το δάσκαλο. Απευθείας. Ρητά. Κι απερίφραστα.

Advertisements

Τα καλοκαίρια που χάσαμε

Περισσότερο από ποτέ. Χωρίς ειδικά γιατί και πώς. Χωρίς υποθέσεις κι αρνήσεις. Μα διαπιστώσεις μονάχα. Και νοσταλγία. Αυτή η άτιμη η νοσταλγία με την μελιστάλαχτη πίκρα της που πυροδοτεί, στα καλά καθούμενα, το μυαλό κι ανατινάζει το παρόν.
Εντάξει, έχουμε και κερδίσει. Πολλά. Αλλά έχουμε και χάσει. Πολλά. Όπως τη ροή του χρόνου και των εποχών. Η αριθμητική λέει πια 2 αντί για 4. Χάσαμε κι εκείνη τη μεγαλειώδη ρουτίνα της προστατευτικότητας και της θαλπωρής των δικών μας ανθρώπων. Το μπρίκι με τον ελληνικό, που μοιράζονταν τουλάχιστον στα 3, τα πρωινά στην αυλή. Τότε που κοιτάζαμε κατά που κινούνταν τα φύλλα της καρυάς και μαντεύαμε αν θα ‘χε κύμα η θάλασσα. Τη γλάστρα με το βασιλικό πάνω στο τραπέζι και τα φούξια σκουλαρίκια που σκάγαμε πριν ανοίξουν σκοτώνοντας τα. Τα γεμιστά, το σπετζοφάι, τα κολοκυθολούλουδα, τα βλήτα και τα τρεύλα με τις παστές σαρδέλες. Χάσαμε το αβάσταχτα λυρικό τραγούδι των τζιτζίρων τα μεσημέρια. Την αίσθηση του βότσαλου πάνω στο αλατισμένο και βρεγμένο κορμί. Το παγωτό ξυλάκι απ’ το μαγαζί στην επιστροφή απ’ το μπάνιο. Εκείνα τα ζεστά βράδια με τα τρυζόνια και τις κουκουβάουνες, τ’ αναμμένο φιδάκι, που πάντα δυσκολευόμασταν να στερεώσουμε, το τσίπουρο και τ’αγγούρι ροδέλες με μπόλικο αλάτι και ξύδι. Χάσαμε κι εκείνον τον απόλυτο έναστρο ουρανό κατά πάνω μας. Την ξεγνοιασιά μας. Το χάζι. Την ανεμελιά μας. Την αθωότητα μας σε μεγάλο ακόμα ακόμα βαθμό.
Έτσι είναι, καλέ μου εαυτέ. Στα όσα κερδίζουμε άλλα τόσα χάνουμε. Κι ίσως ακόμα περισσότερα. Μα όπως και να ‘χει τα καλοκαίρια σταθερά μας προσπερνούν, χωρίς καν πια να μας ρωτάνε.

Εκεί που η ψυχή μας τριγυρνά

Αν ήταν ήχος θα ‘ταν ακουμπισμένη ήσυχα, απ’τα έγκατα των σωθικών μας ορμώμενη, ανάσα σε γυαλιστερή καλαμένια φλογέρα. Άχνα σχεδόν, το τελευταίο α και ο του αντίλαλου, ψίθυρος στ’ αυτί του σύμπαντος κόσμου.
Αν ήταν χρώμα θα ‘ταν το λευκό και γκρι κι οινοπνευματί της αγουροξυπνημένης πάχνης πάνω στο γρασίδι και τα φύλλα των δέντρων. Διάφανο σχεδόν ν’ αχνίζει με τις πρώτες πρωινές ακτίνες και ν’ εξαυλώνεται.
Αν ήταν άγγιγμα θα ‘ταν το τρέξιμο με τ’ ακροδάχτυλα σου στο κορμί καραβόξυλου ξεβρασμένου στην ακτή μετά απο φουρτούνα. Θαλασσοδαρμένου, ποτισμένου ως το πυρήνα αρμύρα και πλεγμένου με φύκια μαύρα και πράσινα και καφέ. Άγγιγμα τραχύ και τρυφερό, με τον παλμό της ζωής να δονείται στο χάδι σου.
Αν ήταν γεύση, θα ‘ταν πράσινου, άγουρου αμύγδαλου. Αυτού που παιδιά μαζεύαμε, γιατί έτσι, και κόβαμε ακριβώς στη μέση. Εκείνου του τρεμάμενου ζελέ στον πυρήνα του, που προστάτευε, το ίσα ίσα σχηματισμένο λευκό καρπό. Γεύση γλυκιά και πόσο, μα πόσο, δροσερή.
Αν ήταν μυρωδιά, θα ‘ταν του ηλιοκαμμένου χώματος στους στοιχισμένους και μπογιατισμένους με κόκκινη λαδομπογιά τενεκέδες της φέτας στην αυλή. Και μετά του ορμητικού νερού που πέφτοντας απ’ το λάστιχο κάθε σούρουπο ενώνονταν μαζί του σαν μια ένωση θεία και μυστικιστική, πρωτόγονη κι εκστατική.
Αν ήταν σχήμα θα ‘ταν κύκλος ανοιχτός σ’ ένα σημείο του. Αν ήταν λέξη, θα ‘ταν νοσταλγία. Αν ήταν χρόνος θα ‘ταν πάντα. Κι αν ήταν τόπος, εκεί που η ψυχή μας τριγυρνά, θα ‘ταν Πήλιο.

Ωδή στη στιγμή

Όλος μας ο θησαυρός, θαρρείς και μια σειρά απο στιγμές. Κάθε φορά μοναδικές.Να, σαν αυτή εδωνά. Και μια άλλη τρόπον τινά ωδή.
Η στιγμή η πολύτιμη στο μπαλκονάκι του Αιγαίου. Με τις Κυκλάδες τριγύρω να σ’αγκαλιάζουν και το ξάστερο απομαγιάτικο σούρουπο να σε χαιδεύει. Κι αυτό το τρυφερό δειλινό. Με τα φωτάκια στα καραβάκια ν’ αγναντεύεις. Κι εκείνο το πιο φωτεινό φως στο ψηλότερο κατάρτι τους να σουλατσάρει πέρα δώθε στην, λεπτό το λεπτό, όλο και σκοτεινότερη θάλασσα. Κι ο φάρος απέναντι που κάθε που φτάνεις το μέτρημα κάπου στο 6, τσουπ, σου κλείνει τσαχπίνικα το μάτι. Κι η Σύρα στο βάθος, που σα να σου κουνά το μαντήλι. Αυτή η στιγμή, η τοσοδούλικη, η υπερμέγιστη που η αρμύρα γαργαλάει τα ρουθούνια σου και δροσίζει το πάντα χαώδες και πολύβουο κεφάλι σου. Και το σαξόφωνο που πάλι εκείνος ο μοναχικός και μποέμ άνθρωπος με το σκυλί παίζει στα κύματα. Τον έχεις πετύχει ποτέ; Είναι λες και δίνει το μεγαλύτερο κονσέρτο της ζωής του, εκεί, ξυπόλυτος στην ακρογυαλιά ανάμεσα στο παφλασμό και στην συρνάμενη άμμο. Αυτή η στιγμή, που θαρρείς ενώνεσαι με το μικρό, πορτοκαλένιο, ζουμερό και γλυκό βερύκοκο. Σαν πόσο καιρό να σε περίμενε άραγε και για πόσο να ωρίμαζε ο χυμός του ώστε να συναντήσει τα δικά σου και μόνο χείλη; Και σαν πόση πια ευτυχία απ’ το ζαχαρένιο φιλί του;
Κι ύστερα μου λες, μάτια μου, για τ’άλλα, τα μεγάλα και διαφορετικά. Και ξεχνάς πως ό,τι χρειάζεσαι είναι εδώ μαζί σου και μέσα σου. Το μεγαλείο της ανύποπτης στιγμής που λες κι όλα μοιάζουν άριστα σκηνοθετημένα. Γι’ αυτό σου λέω, άσε το μετά. Άσε το εάν. Άσε και το όταν. Και ζήσε. Στο τώρα. Στο εδώ. Σ’ αυτή τη στιγμή. Δε πρόκειται να ξαναρθεί.

Σαν κάτι ζούμπερα κι εμείς

Υπήρχαν παλιά κάτι ζούμπερα, καφέ στο χρώμα της γης. Κάτι σαν κάμπιες αλλά πιο κοντές και πιο χοντρές απο εκείνες. Ξέρεις, τις βλέπαμε μπροστά μας πολύ συχνά σαν παιδιά. Τα καλοκαίρια κυρίως. Κάτω απ’τα ξερά λιόφυλλα όταν θαμνεύαμε τα χωράφια. Σουλατσάραν πάντα αργά και νωχελικά, όλο κάπου λες και πηγαίνοντας.

Αυτά τα ζούμπερα, το λοιπόν, αν καμιά φορά τύχαινε να τ’αγγίξεις, χωρίς δόλο απαραίτητα, έστω και με το πιο λεπτό κι εύθραυστο χορταράκι, θα ‘βλεπες πως αμέσως και σχεδόν μαγικά γύριζαν το σώμα τους σε κύκλο. Κουλουριάζονταν γύρω απ’ την ύπαρξη τους. Γύρω απ’ το κέντρο εκείνο το αόρατο μα απόλυτα συμπαγές και πανταχόθεν αδιαπέραστο. Γύρω απο έναν άλλο, θαρρείς, ομφάλιο λώρο. Άπαξ και συνέβαινε αυτό δεν υπήρχε τρόπος να ξανανοίξουν. Κι όσο περισσότερο μάλιστα προσπαθούσες, τόσο περισσότερο αυτά παρέμεναν κλειστά και σκληρά σαν πέτρα. Μόνο αν είχες την υπομονή, την περιέργεια μα κυρίως τη θέληση να περιμένεις θα ‘βλεπες πως, μετά απο ώρα, αρχίζαν δειλά δειλά ν’ ανοίγουν. Ήταν μόνο τότε που νοιώθαν πως ο κίνδυνος πέρασε και μόνο τότε που ο φόβος καταλάγιαζε. Ήταν και μόνο τότε που εσύ μάθαινες πως ο κίνδυνος ειναι κάτι υποκειμενικό, σίγουρα. Κι ευμετάβλητο. Όμως το ένστικτο της επιβίωσης, είναι το ισχυρότερο, το παντοκρατεύον και το απόλυτο όλων. Δεν το ελέγχεις. Είναι εκείνο που σε ελέγχει.

Δες κι εμάς, τώρα. Έτσι, δεν είμαστε; Σαν εκείνα, ακριβώς, τ’άδολα κι εύθραυστα ζούμπερα.

Αναμέτρηση

Αυτά που μας χρωστάει η ζωή είναι αυτά που χρωστάμε εμείς στον αθώο, αφελή εαυτό μας. Όλα τα κρυμμένα θέλω μας που κάποτε καταχωνιάσαμε όσο πιο βαθιά, όσο πιο καλά λες κι έτσι θα ξεφεύγαμε μια για πάντα απο δαύτα. Αυτά που μας δίνει απλώχερα και γενναιόδωρα η ζωή είναι αυτά που οφείλουμε σε ‘μας και στους άλλους να ξεθάψουμε. Όσο κι αν φοβόμαστε είναι εκεί απέναντι μας, πάντα. Μας κοιτάζουν κατάματα, πάντα. Μας ζυγίζουν, μας ερμηνεύουν και μας περιμένουν.

Δε μπορούμε να ξεφύγουμε. Ούτε τρέχοντας ούτε κρυφοπατώντας στις μύτες των ποδιών μας. Μόνο ν’ αναμετρηθούμε μ’όλα εκείνα που αφήσαμε στην αρχή, στη μέση ή λίγο πριν το τέλος. Ίσως κερδίσουμε. Ίσως ξαναχάσουμε. Μα αν δε το κάνουμε, δε θα μάθουμε ποτέ.

«Θα βρεθούμε σε μιαν άλλη ζωή»

Δυσκολευόμουν να το καταλάβω. Και να το αποδεχθώ. Ήταν σκύλος. Κι ήταν κι άνθρωπος. Σαν εμένα. Με πρόσωπο, και μάτια και χέρια και πόδια και λαλιά σαν τη δική μου. Κι ήταν περίεργο. Αλλά, ήμουν καλά μαζί του. Πλήρης. Περνούσαμε ωραία τον πάντα γεμάτο χρόνο μας. Με βόλτες σε καταπράσινα ανοιξιάτικα χωράφια και λουλουδιασμένα λιβάδια. Με κυνηγητά ανάμεσα σε πελώρια, αιωνόβια λιόδεντρα. Με γύρω-γύρω όλοι. Αυτό που, ξέρεις, κρατιέσαι με τα χέρια με τον άλλον και γυρίζετε ταυτόχρονα στον ίδιο κύκλο, ο ένας δεξιόστροφα κι ο άλλος αριστερόστροφα. Κι όταν κουραζόμασταν, ξαπλώναμε στο γρασίδι. Χαζεύαμε τα σύννεφα στον ουρανό και μου ‘λεγε ιστορίες. Για το παρελθόν. Για τα χιλιάδες χρόνια που ‘χε ζήσει. Και τους ανθρώπους που ‘χε γνωρίσει. Και για το πως έγινε σκύλος.

Και μετά, βρέθηκε στην αγκαλιά μου. Σαν σκύλος. Άρρωστος και αδύναμος. Με μισόκλειστα μάτια και κορμί τρεμάμενο. Κι ένοιωθα κάτω απ΄το δέρμα του τη ψυχή του να παλεύει. Και με το κεφάλι του ακουμπισμένο στα χέρια μου, τον κοίταζα κι έκλαιγα. Κι ήξερα πως μέχρι εκεί ήταν. Πως αυτό ήταν το τέλος. Πως θα ‘σβηνε λεπτό το λεπτό. Ήξερα πως θα πέθαινε πριν από ‘μένα. Το πρόσταζε η λογική μου, άλλωστε. Τα σκυλιά ζουν λιγότερο απ΄τους ανθρώπους. Κι εκεί, μες τη βουβή κι απέραντη θλίψη μου, ξανάγινε άνθρωπος. Κι άνοιξε τα μάτια του. Και με κοίταξε μέχρι το πιο βαθύ μέσα μου. Μου χαμογέλασε, ήρεμα. Κι είπε, τρυφερά: “Θα βρεθούμε σε μιαν άλλη ζωή”.

Κι ύστερα ξύπνησα.

Η ζωή μιας μπαλαρίνας

Μια άγνωστη μέρα ήρθε στη ζωή. Τα σπλάχνα ενός σωλήνα την ξέρασαν σε κάποιο γκρι καλούπι. Μα ‘κείνη που ‘χε σαν από πάντα τη σπίθα ζωντανή μέσα της, μεταμορφώθηκε. Κι έγινε η πιο φίνα και λυγερή μπαλαρίνα. Και χρωμάτισε τον εαυτό της στις αποχρώσεις της πράσινης γης και του ολόφωτου ήλιου. Κι ύστερα ταξίδεψε μίλια πάμπολλα. Μέσα σε κούτες χάρτινες και φορτηγά βαριά και θεόρατα βρέθηκε στο Πειραιά. Και μετά στη Ζήνωνος. Και μετά εδώ. Στο σπίτι της. Στο σπίτι μας. Κι είναι λες κι η μοίρα και των δυο μας να έλκεται και να συγκλίνει την ίδια στιγμή που συγκρούεται και που απωθείται.

Ξένοι σ’ έναν ξένο τόπο, βρήκαμε τ’ απάγκιο μας. Προσωρινό, έστω. Με την συμπαντική έλξη και τις ανθρωποειδείς επιλογές μας, μετατρέψαμε το τίποτα σε όλον. Δώσαμε στη ζωή χώρο και χρόνο. Σμιλέψαμε την υπομονή και τα άγχη μας. Εμπιστευθήκαμε τη ροή. Κι η μαγεία μας φανερώθηκε. Για μια ακόμα φορά. Κι, έτσι, άξαφνα τα σκοτάδια γίναν φως κι η μούχλα ευωδία. Και τα σάπια και τριμμένα παντζούρια, παράθυρα στον ολόκοσμο.

Κι η μικρή μου μπαλαρίνα, αγναντεύοντας το Αιγαίο, προσηλωμένη, πλήρης κι ευθυτενής δε σταματά να χορεύει κατά το πως φυσάει τ’ αεράκι. Και σείει με τις πιρουέτες της τους κώδωνες της μοίρας της. Της δικής της. Και της δικής μου. Ευτυχισμένη, ναι. Γιατί, πες μου, ποια μεγαλύτερη ευτυχία απ΄την μετουσίωση της στιγμής σε αιωνιότητα. Και πια ομορφότερη λέξη, απ’ την ευδαιμονία.

Υπαρξιακή ετών 32

Σήμερα, χθες δηλαδή,  ήταν τα γενέθλια μου. Ομολογώ, χωρίς φόβο μα με μπόλικο πάθος: 32 παρακαλώ! Και κάπου πάνω στα νταούλια της γιορτής, έρχεται απρόσκλητη εκείνη η φευγαλέα υπαρξιακή κρίση της εσώτερης διερώτησης και ναι, της εκ βαθέων ορμόμενης αμφιβολίας ίσως. Τι έχεις κάνει (ή τι δεν έχεις κάνει) μες τον τελευταίο χρόνο της ζωής σου που έτσι ξέφρενα αποχαιρετάς. Ή τι έχεις κάνει (ή τι δεν έχεις κάνει) μέχρι τώρα. Γενικά και στα 32 σου χρόνια. Κι εκεί αρχίζει το μυαλό σου να σπιντάρει κι η καρδιά σου να παλεύει με τα παρελθόντα. Η ζωή σου ξαναζεί. Κι όλες εκείνες οι στιγμές που τη συνθέτουν αναγεννιούνται. Οι χαρούμενες, οι λυπημένες, οι περήφανες, οι αγχωμένες, οι ενθουσιώδεις, οι απογοητευμένες, οι μεθυσμένες, οι ερωτευμένες, οι χαζές, οι αποφασιστικές, οι δειλές, οι ενδιαφέρουσες, οι θυμωμένες, οι βιωμένες κι οι απωθημένες.

Και τότε σε προλαβαίνει εκείνο το ανεπαίσθητο αεράκι που σηκώνει τις τρίχες της ραχοκοκαλιάς σου. Και σε κατακλύζει αυτό που πολλοί αποκαλούν συγκίνηση ή αυτό που εγώ λέω επαφή με το Θείο. Κι όλα αποκαλύπτονται. Και συνηδητοποιείς πως όλη σου η ζωή (και τα 32 σου χρόνια), όλες αυτές οι στιγμές, δεν ήταν ποτέ εσύ αυτό καθαυτό. Δεν έφτιαξες εσύ τις στιγμές σου αλλά εκείνες εσένα. Κι εκείνες ήταν το συνονθύλευμα γεγονότων και προσώπων και πραγμάτων πολλών και διαφόρων. Όλα όσα έζησες (ακόμα κι εκείνα που δεν έζησες) είναι η ένωση (ή η απώθηση) του εγώ σου με ένα άλλο εγώ. Τίποτα δεν έκανες μόνος σου. Οι στιγμές σου δεν είναι αυτοδημιούργητες αλλά αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης. Σαν τελικά εσύ κι όλοι μας κι όλα τριγύρω μας να μοιάζουν με εγωκύκλους. Το σημείο που ο κύκλος σου εφάπτεται έναν άλλο κύκλο είναι το σημείο που μια στιγμή γεννιέται. Κι η στιγμή αυτή γεννήθηκε επειδή εσύ ή ο άλλος κύκλος απεπειράθη να δοκιμάσει την επαφή. Κι έτσι έγινε η εμπειρία, εν τη στιγμή της δοκιμής.

Αντί συμπεράσματος, προτροπή κι ευχή για το από ‘δω και πέρα. Να δοκιμάζεις. Να φτάνεις το εγώ σου στα όρια του και να επιδιώκεις την επαφή με τα άλλα εγώ.Να δίνεις χώρο και χρόνο στις στιγμές να σε πελεκήσουν.  Να επιτρέπεις τις εμπειρίες. Να ζεις συνειδητά. Και να μην πάψεις ποτέ να ανακεφαλαιώνεις.

Κλειστόν λόγω γάμου ή τέκνου

Όλα πάντα αλλάζουν. Είναι λες κι όλα ακολουθούν την ανυπέρβλητη τελειότητα του κύκλου. Ακόμα κι οι σχέσεις της ζωής μας. Κι οι φίλοι μας. Σκέψου. Κάποτε θεωρούσαμε τους πάντες φίλους κι η μόνη περίπτωση που θα μπορούσαμε να τους χάσουμε ήταν ίσως τα καλοκαίρια, όταν σταμάταγε το σχολείο. Μετά, ήρθε η εφηβική ιδέα του κολλητού ή της κολλητής. Μ’ αυτούς χαθήκαμε τη μέρα που στον πίνακα των βάσεων εμείς πιάναμε Αθήνα κι άλλοι πχ Θεσσαλονίκη. Έπειτα, ήταν η φάση της παρέας των φοιτητικών μας χρόνων. Μ’αυτή λιγότερο ή περισσότερο χωριστήκαμε την ημέρα της ορκωμοσίας ή την ημέρα της πρώτης μας πρόσληψης (με ένσημα και οκτά-και βάλε-ωρα). Και τώρα, στα 30 μας περνάμε τη φάση που σχέσεις της ζωής μας κλείνουν το κύκλο τους λόγω γάμου ή τέκνου.

Είναι εκείνοι οι φίλοι, οι αδερφοί, οι γνωστοί ή οι άγνωστοι που μια μέρα αποφασίζουν οτι η ζωή τους πέρασε σε άλλη φάση, με άλλες προτεραιότητες κι άλλες ευθύνες. Που έτσι ξαφνικά διαπιστώνουν πως οτιδήποτε από την παλιά τους ζωή δεν χωράει ή δεν ταιριάζει στο καινούριο τους σπιτικό. Σαν να μη πάει με το χαλί στο σαλόνι ένα πράμα. Είναι εκείνοι που «έχουν πια οικογένεια» (λες και πριν ήταν ορφανοί) και που γαντζώνονται σε αυτήν λες και δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα πάνω και πέρα απ’ αυτή. Είναι εκείνοι που ξεχνούν από που έρχονται και με ποιούς ήρθαν ως εκεί που ήρθαν. Είναι εκείνοι, οι ευτυχώς όχι όλοι, που χάνονται μέσα στο φαινομενικό και στενό όλον και για τους οποίους προτεραιότητα σημαίνει αποκλειστικότητα κι αφοσίωση αφιέρωση. Που χάνουν τον ίδιο τους τον εαυτό προσπαθώντας να χωρέσουν στο καλούπι του οικογενειάρχη ή του γοννιού. Που η υπερπροστατευτική τους ύπαρξη περιορίζεται στο νέο ακυρώνοντας με τα λόγια ή τις πράξεις τους το παλιό, σαν κάτι μη πλέον προσιτό, κι ακόμα ακόμα ανάρμοστο ή μεμπτό. Είναι εκείνοι οι όποιοι σνομπ, ξιπασμένοι, υποτιθέμενοι ώριμοι που κηδεμονεύοντας τους άλλους (συζύγους ή παιδιά) χάνουν την κηδεμονία του εαυτού τους. Κι αλλίμονο, τί είναι ο άνθρωπος χωρίς τον ίδιο του τον εαυτό. Ν’αλλάζεις, ναι. Είναι θαύμα η αλλαγή. Αλλά ν’αλλάζεις χωρίς ν’αλλάζεις.

Παντρεμένος με τη Καιτούλα

Marcs and Spencer, Ερμού, δοκιμαστήρια. Ανάμεσα σε πουλόβερ και φουστάνια, εκεί κανά δυο-τρεις πόρτες παρακάτω ακούω τη φωνή του. Φωνή Νο 1. Μπάσα, δεσποτική,απόλυτα κυριαρχική στον περιορισμένο χώρο. Από αυτές που τραντάζουν τα φωνήεντα καθώς τα προφέρουν και κάνουν τα σύμφωνα ν’ αγγομαχούν. Κι απότομες, κοφτές οι προσταγές του. «Τί κάθεσαι;Δεν ακούς τι σου λέω;Ζήτα από τη κοπέλα το 16, το 14 είναι μικρό. Δε βλέπεις;Να, είναι μικρό σου λέω!«. Και από πίσω μια άλλη φωνή, η Νο 2. «Ναι, πάω!» Υποτακτική, ήπια, βασανισμένη σχεδόν. Αντρική κι αυτή. Μα τί γίνεται, διερωτάται το μυαλό μου πίσω απ’ τα παραπετάσματα. Ζευγάρι gay; Και σε λίγο η αντρική φωνή Νο 2 «Δεν υπάρχει το 16, Καιτούλα!» Ήθελα εκείνη αμέσως τη στιγμή, εγώ ένας άλλος άπιστος Θωμάς, ακριβώς με το τέλος της φράσης, εκεί στο τελευταίο α από το «Καιτούλα» να πεταχτώ έξω. Καιτούλα; Τί Καιτούλα;Δε παίζει!. Μένοντας, ωστόσο, ακινητοποιημένη στο καθρεφτένιο δωματιάκι δεν μπορούσα πραγματικά να καταλάβω τί τελικά με είχε σαστίσει περισσότερο. Η ‘Καιτούλα’ που ήταν ‘Καιτούλα’ κι όχι ‘Θανάσης’ ας πούμε ή ο εξαγριωμένος μονόλογος της Καιτούλας για το οτι ‘Δε μπορεί, αφού το είδα έξω!Άλλο θα ζήτησες από τη κοπέλα! Ούτε μια δουλειά δε μπορείς να κάνεις σωστά! Κι αυτό το κινητό βάλτο επιτέλους στη τσέπη!Μ’ εκνευρίζει!Για ψώνια βγήκαμε, όχι για να μιλάς εσύ στο τηλέφωνο!Άστο!Άστο!Πάω να το βρω μόνη μου!Πρόσεξε τη τσάντα μου!«

Μες την στιγμιαία ανακωχή της μάχης κι έχοντας ήδη τελειώσει το προβάρισμα, άνοιξα δειλά-δειλά την πόρτα. Μάλλον φοβόμουν πως έξω από αυτήν θα είχαν τα πάντα ισοπεδωθεί. Περίμενα να δω εξφενδονισμένα παντελόνια, πουκάμισα να κρέμονται από τα φώτα στο ταβάνι και σπασμένες κρεμάστρες να αιωρούνται στους στραπατσαρισμένους καλόγηρους. Ακόμη και το πάτωμα, φοβόμουν, πως ήταν ένα τρόπον τινά ναρκοπέδιο. Η λάθος κίνηση και μπούμ!Θα εμφανιζόταν η Καιτούλα και θα τιναζόμασταν στον αέρα σε άπειρα κομματάκια εμείς και τα προς δοκιμή ρούχα μας. Στο τέρμα του διαδρόμου η δύσμοιρη φωνή Νο 2. Φύλαγε πύλη, θαρρείς, σχεδόν σε στάση προσοχής. Εν αναμονή της Καιτούλας. Ένας κύριος καλοστεκούμενος θα έλεγες για την ηλικία του και γοητευτικός για τα γύρω στα 60-70 χρόνια του. Έφυγα σιγά σιγά κι αθόρυβα μη θέλοντας η παρουσία μου να ενοχλήσει την δυστυχία του. Ακριβώς στη γωνία της εξόδου μια γυναίκα βιαστική, ψηλή, με λεβέντικη κορμοστασιά και κοντό κατάμαυρο μαλλί, γύρω στα 60. Βαστούσε ένα παντελόνι στο χέρι της. Έκανα στην άκρη ευγενικά να περάσει.  Και τότε ακούω πίσω μου την Καιτούλα «Είδες που είχε 16;Απορώ, πού έχεις το μυαλό σου ώρες-ώρες!«. Ωχ, σκέφτηκα, στο τσακ γλυτώσαμε.

Τί είσαι για τους άλλους;

Αναρωτιόμουν πολλές φορές τι είναι προτιμότερο. Για τους άλλους. Να γίνεσαι άνεμος και χάρτης ή πυξίδα με τη βελόνα σταθερά κολλημένη. Να παρακινάς ή να εμποδίζεις κατά το πως σε συμφέρει και κατά το πως «αγαπάς». Αν η ύπαρξη σου όλη ήταν ποτάμι, τι θα ήταν; Ρυάκι γάργαρο και καθαρό που παρασύρει στο διάβα του και που γίνεται ενίοτε ορμητικός χείμαρρος μα οδηγεί στο ανοιχτό πέλαγος ή στάσιμο δέλτα, βαθύ, λημνάζον κι ασφαλές κολλημένο εκεί λίγο πριν τη θάλασσα, συντετριμμένο κι αδύναμο να χιμήξει και να διαλυθεί μέσα της;Κι αν είχες το δικαίωμα να καθορίσεις την πορεία θα πρότεινες μια άγνωστη διαδρομή ή την ασφαλή πεπατημένη;

Μετά αναρωτιόμουν και για σένα τον ίδιο. Τις ανάγκες σου τις δήθεν και τις αληθινές. Τους εγωισμούς και τις ανασφάλειες σου που σε κλείνουν καμιά φορά προς τα έσω και σε κάνουν να δείχνεις τόσο μικροσκοπικό, αδύναμο και φοβισμένο ανθρωπάκι. Που δεν σου επιτρέπουν να δώσεις στα φτερά άλλο νόημα και στους αιθέρες άλλη υπόσταση. Που δεν σ’ αφήνουν να δεις κατά πάνω και που σε τυφλώνουν (από φόβο μα κι από πόνο ίσως για ένα ενδεχόμενο τέλος) σαν αντικρίζεις τον Ίκαρο να πλησιάζει τον ήλιο. Και, τελοσπάντων, τί είναι για σένα ο ήλιος; Κίνδυνος ή ευκαιρία; Καταδίκη ή λύτρωση;

Τί είσαι τελικά για τους άλλους;Μονοπάτι ανοιχτό ή μονόδρομος αδιέξοδος;Κι η επονομαζόμενη αγάπη σου;Ορίζοντας αχανής, απεριόριστος και πολύχρωμος ή παντζούρι μουντό, συμπαγές και σφραγισμένο; Γη ανεξερεύνητη ή οικόπεδο περιχαρακωμένο η έγνοια σου; Τι, λοιπόν, είσαι και τί θες να είσαι;

Πόσες φορές μπορείς να γεννηθείς;

Κάθε φορά λες και πρώτη φορά. Που το φως ανακαλύπτεται απ’ την αρχή. Και κατακλύζει τα σκοτάδια σου. Κι αναδύεσαι. Μέσα απ’ το κλάμα και το δάκρυ σου ένας θεός ξελευθερώνεται. Που η υφή σου δεν έχει δέρμα μα που είσαι ολάκερος ψυχή. Που ο ουρανός γεμίζει χρυσόσκονη και το οξυγόνο σου φρέσκο και βαρύ σαν της ψηλότερης βουνοκορφής. Που τα σύννεφα χορεύουν στα μαλλιά σου κι ο ήλιος εγκλωβίζεται στις κόρες των ματιών σου. Και τα βλέφαρα σου σφραγίζουν. Και γέρνεις το κεφάλι σου προς τα πίσω. Και νοιώθεις τον υγρό εκείνο αέρα να περνά τρέχοντας ανάμεσα στα δάχτυλα των χεριών σου. Κι είναι σαν να τον αγγίζεις.  Κι είναι σαν ο κόσμος σου να συρρικνώνεται και να μεγεθύνεται ταυτόχρονα.  Σαν πρώτη φορά που σε χάνεις. Σαν πρώτη φορά που σε βρίσκεις. Κι η καρδιά σου να παλεύει κάτω απ’ τις σάρκες. Και σε κάθε σου εκπνοή σαν να φτάνει στο χείλος των χειλιών σου και σαν να δραπετεύει για λίγο. Σαν την μεγαλύτερη θεία ένωση με το όλον.

Σαν πόσες φορές να μπορείς να γεννηθείς, άραγε;

Η εικόνα κι η ιστορία του κυρίου του Γ18

Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι των λεωφορείων. Κι οι ιστορίες τους. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως δεν είναι ψηλοί ή κοντοί, αδύνατοι ή χοντροί, ασπρομάλληδες ή κοκκινομάληδες. Δεν είναι λέξεις ή επίθετα. Δεν είναι η επιφάνεια τους αλλά η μυρωδιά τους. Ο ήχος τους. Η υφή τους. Το πρόσωπο τους, θαρρείς, μια θολούρα. Τίποτα ιδιαίτερο. Τίποτα χαρακτηριστικό. Κοινές, συνηθισμένες φάτσες που στο λεπτό τις έχεις κιόλας ξεχάσει. Και που όμως κάτι σου μένει, απροσδιόριστο αλλά δυνατό. Ένα κάτι. Που ακινητοποιεί τα αισθητήρια σου άκρα. Η «εικόνα» τους.

Τον άντρα του Γ18 τον συνάντησα χθες. Κι όμως δε θυμάμαι πως έμοιαζε. Το πρόσωπο του είχε εξαρχής ξεθωριάσει. Τον θυμάμαι όμως και τον σκέφτομαι ωσάν βούτυρο που λιώνει πάνω σε ζεστό ψωμί. Φίνα, γλυκιά και βαθιά απλότητα και καθαρή, ώριμη γεύση.

Πριν κανα δυο χρόνια πήγαινα στην ταβέρνα του Αντώνη στη πλατεία. Όχι κάθε μέρα. Κανα δυο μεροκάματα τη βδομάδα. Ε μετά, ήρθε κι η κόρη αυτουνού, άνεργη κι αυτή τι άλλο να κάνει, μεγάλωσε κι η κρίση. Πάει κι αυτό. Τώρα τίποτα. Ποιός να με πάρει, τώρα. Και να θέλει το αφεντικό δε με θέλουν οι πελάτες. Αυτή είναι η νοοτροπία του Έλληνα. Οι γυναίκες θέλουν να βλέπουν νεαρούς κι οι άντρες πιτσιρίκες. Δε τους νοιάζει αν θα σ’ εξυπηρετήσουν σωστά ή γρήγορα. Αρκεί να έχεις ωραία φάτσα. Να είσαι νέος κι όμορφος. Αυτό μετράει. Η εικόνα, φίλε μου. Η εικόνα.

 

 

Εκ γενετής

Θαρρώ πως, ναι, είμαστε εκ γενετής εξερευνητές. Κι εκ γενετής χαμένοι. Στη μήτρα αρχικά, στο κόσμο μετά και στον μετά-κόσμο αργότερα. Λες κι όλης της ύπαρξης μας τα μυστικά παίζουν κρυφτό μαζί μας. Δαιδαλώδη μονοπάτια σε δάση πότε σκοτεινά και πότε λουσμένα με φως. Και κουβαρίστρες μπερδεμένες σε χέρια γέρικα, ζαριασμένα και τρεμάμενα που στωικά όλο και προσπαθούν να γνέσουν. Σήμερα εδώ, αύριο εκεί. Μια ζωή περιπλανόμενοι τσιγγάνοι. Στο χάος, πάντα. Να ψάχνουμε. Ν’ αναρωτιόμαστε. Ν’ απορούμε. Αχόρταγοι. Ανικανοποίητοι. Υπεραναλυτικοί στο τίποτα. Απερίσκεπτοι στο όλο. Και τι πριν και τι μετά και τι τώρα. Θαλασσοπόροι, συνέχεια, σε θάλασσες στιβαρές κι αλλοπρόσαλλες.

Και τί ψάχνουμε; Μακάρι να ξέραμε. Και τί βρίσκουμε; Μακάρι να ξέραμε. Τι μέλλει γενέσθαι, ουδείς γνωρίζει. Ούτε ο πιο γνώστης, ούτε κι ο πιο σοφός εξ’ ημών. Κι η Ιθάκη μας κι η Αμερική μας, χώματα καλά κρυμμένα. Κι εμείς ολημερίς κι ολονυχτίς, σκυφτοί,  να καταστρώνουμε σχέδια και χάρτες σε πάπυρους σκονισμένους, με κάρβουνα μισοκαμμένα. Εκ γενετής ονειροπόλοι. Εκ γενετής παράτολμοι. Κι εκ γενετής απελπισμένοι.

Νέα ζωή

Κάποτε, το περβάζι μου στόλιζε ένας πελώριος φουντωτός βασιλικός. Ανέπνεε καλοκαίρι σε κάθε αυγή κι όλο και ψήλωνε. Ήταν η ίδια η ζωή σε κάθε του φύλλο και σε κάθε του κίνηση. Ώσπου, ο καιρός του πέρασε, μαζί με το ατέλειωτο αυτό καλοκαίρι. Κι η ζωή του πήρε να ξεραίνεται. Κι ένα δειλινό μαράθηκε εντελώς. Κι είπα με το μυαλό μου «Πάει. Τελείωσε.».

Και σήμερα, θαρρείς χρόνια μετά, ήρθε ο ίδιος αυτός νεκρός βασιλικός να με διδάξει. Η θαρραλέα φύτρα που ευαίσθητα και σχεδόν λαθραία έχει πετάξει με διέψευσε. Αυτό το ελάχιστο του μικρόκοσμου που σπάνια πιάνει το μάτι σου (όχι γιατί δεν μπορεί αλλα γιατί δεν το αφήνεις). Που τρεμοπαίζει στους αδυσώπητους νησιώτικους ανέμους. Που αγκαλιάζει τα τριγύρω του ξερόκλαδα ακουμπώντας ήσυχα πάνω τους αναζητώντας απάγκιο και στήριγμα.

Και κάπως έτσι, αναρωτιέμαι, τι τελικά είναι το μυαλό μας παρά ο μεγαλύτερος ψευτομάντης τσαρλατάνος. Ορίζει το τέλος, λες και ξέρει και μπορεί. Κι η ίδια η ζωή που ναι μεν προτιμά το γενναιόδωρο πότισμα, τα εύφορα χώματα και τον ζεστό ήλιο αρκείται, εξίσου επιτυχώς δε, σε μερικές βρόχινες σταγόνες, μια αχνή οκτωβριανή δεσμίδα κι ένα άγονο πετρόχωμα. Δεν της χρειάζονται παρά τα ελάχιστα και μπορεί, πράγματι, περνώντας μέσα απ’ τον θάνατο να γεννήσει ξανά ζωή νέα.

Εκείνη η στιγμή

Μιλώ για τη στιγμή εκείνη. Την μία. Την κατάλληλη. Τον εγωιστή άγνωστο παράγοντα που μπορεί ν’αλλάζει κατά το δοκούν την εξίσωση της ζωής σου. Το τώρα, που το σύμπαν σου σιγεί μπρος το μοιραίο. Που οι λεπτοδείκτες επιβραδύνουν επικίνδυνα. Που η ύπαρξη σου ολάκερη πάλεται και δονείται στην παντοδυναμία της ίδιας του της αδυναμίας.

Μιλώ για το απειροελάχιστο, το αμελητέο, το ανύπαρκτο σχεδόν εκείνο χρονικό άχρονο σημείο που ματιές συναντώνται και ψυχές επικοινωνούν. Για τον κόκκο εκείνον της κλεψύδρας που πέφτοντας γίνεται αιωνιότητα. Που σε τρομάζει και σε γαληνεύει ταυτόχρονα. Που το παρόν ισοπεδώνει χιλιάδες τυχόν προηγούμενες ζωές, κοσμογονικές εκρήξεις και παρελθόντα.

Μιλώ για τη στιγμή εκείνη που δεν τη περίμενες. Που ίσως και να την απέφευγες. Που σε βρίσκει ξέγνοιαστο μα ευάλωτο και σε κουρσεύει. Που σε καθηλώνει. Που σε παραλύει. Που μπορεί να σβήσει αμέσως μετά, αλλά που δεν έχει σημασία γιατί μεσ’ το ελάχιστο της ανακάλυψες το μέγιστο σου.