Τα σκοτάδια μέσα μας

Αυτά τα σκοτάδια τα μέσα μας. Τα άγρια, τα επίμαχα, τα ερεβώδη. Οι πιστοί μας σύντροφοι απ’ το πρώτο μας κλάμα ως τη τελευταία μας ανάσα. Οι δαίμονες μας. Αυτοί που πότε μας σέρνουν προς τα κάτω και πότε μας κλειδαμπαρώνουν μέσα. Αυτοί που μας εμποδίζουν και που μας παροτρύνουν συνάμα. Το θηρίο μέσα μας που πότε λέγεται φόβος και πότε τόλμη. Πότε συνήθεια και πότε ελπίδα. Οι γρυλισμοί της ράτσας μας κι οι άναρθρες κραυγές της φυλής μας. Όλα εκείνα τα πιο βαθιά, τα πιο καλά κρυμμένα τέρατα των σωθικών μας. Που μας κοροιδεύουν και μας περιγελούν. Που μας προκαλούν και μας τσιγκλάναι. Που μας εξαπατούν και που μας μάχονται. Που πότε λιποτακτούν και πότε προελαύνουν.
Μάλλον, τελικά, δεν έχει νόημα κι ουσία καμία ο πόλεμος με τα σκοτάδια μας. Οι μάχες πληθώρα κι η έκβαση ad hoc αβέβαιη. Και να τα συντρίβαμε, τί μ ‘αυτό;Θα ‘ταν σαν να συντρίβαμε τον μισό εαυτό μας. Και δέντρο κομμένο κατακόρυφα στη μέση δε στέκεται όρθιο. Αργά ή γρήγορα, θα πέσει. Αυτό που μένει, θαρρώ, το λοιπόν είναι να τ’ αγκαλιάσουμε τα σκοτάδια μας. Σφιχτά κι ασφυκτικά. Με πάθος και λαχτάρα. Να τους δώσουμε όλη μας την τρυφερότητα κι όλη μας τη στοργή. Είναι οι μικροί μας εαυτοί που περιμένουν να ωριμάσουν. Να τ’αγαπήσουμε πρέπει τα σκοτάδια μας. Κι έτσι, ακόμα κι αν δε γίνουν ποτέ φως με τις τόσες αποχρώσεις τους θα μας έχουν κάνει πολύχρωμους.

Σαν από πάντα έτοιμη

Είναι περίεργο, μα ταυτόχρονα αξιοθαύμαστο. Η αλήθεια που σου αποκαλύπτεται όχι άγαρμπα και ξαφνικά μα ήσυχα, αθόρυβα σχεδόν κι απλά. Χωρίς πολλά πολλά λόγια κι αναλύσεις, χωρίς σκέψεις-σύννεφα μα σαν ηλιοφάνεια καθαρή και διαυγής. Χωρίς ουράνια τόξα, γιατί τι να τα κάνεις προσωρινές ψευδαισθήσεις κι αυτά. Χωρίς κροτίδες και κανονιοβολισμούς, χωρίς πυροτεχνήματα, χωρίς ακόμα-ακόμα πετροβολισμούς. Χωρίς και με τίποτα.
Όταν η ώρα έρχεται, απλά το ξέρεις. Κι όταν η ώρα έρθει είναι σαν από καιρό να το ‘ξερες. Και δε σε φοβίζουν οι αγέρηδες γιατί έμαθες να τους εμπιστεύεσαι και να τους ακούς. Αρμονικά κι ήρεμα με μόνο πάθος την ελπίδα. Χωρίς καμία προσμονή μα με καρδιά γεμάτη και συνείδηση καθαρή. Σαν απο πάντα έτοιμη, σαν απο πάντα σίγουρη κι ακράδαντα βέβαιη για το αβέβαιο.

Κάτω απ’ τα σεντόνια μας

Είμαι πλέον πεπεισμένη για το μυστικό εκείνο μέρος που όλα είναι μαγικά, που όλα τα χαμένα βρίσκονται και που όλα τ’απίθανα γίνονται πιθανά. Νομίζω, δηλαδή, πως ξέρω κατά που, τελοσπάντων, πέφτει αυτή η χώρα των θαυμάτων, η Ατλαντίδα, ο Παράδεισος. Είναι το δίχως άλλο κάτω απ’ τα σεντόνια μας.

Σκέψου. Απο παιδιά ακόμα, όταν το βράδυ πέφταμε για ύπνο κι ακουγόταν κανένας θόρυβος στην αυλή κι εμείς θωρούσαμε οτι ήταν διαβόλοι ή μπαμπούλες κουκουλωνόμασταν πάντα κάτω απ’ τα σεντόνια να γλιτώσουμε. Το ίδιο κι όταν θέλαμε να ξεγελάσουμε τα τέρατα τα φωλιασμένα κάτω απ’ το κρεβάτι μας ή τα αιωρούμενα στο ταβάνι μας. Κάτω απ’ τα σεντόνια καταστρώναμε σχέδια και πλάνα α και β και ω. Κάτω απ’ τα σεντόνια μας πλάθαμε τα όνειρα μας και τα ζούσαμε σπιθαμή προς πιθαμή. Βλέπαμε τα χρώματα πιο φωτεινά απ’ το συνηθισμένο. Τα σκοτάδια γίνονταν λιγότερο σκούρα και τρομακτικά. Τα κενά γέμιζαν και τα περιττά ξεφορτώνονταν. Κάτω απ’ τα σεντόνια, φιλοξενούσαμε μικρές νεράιδες και αγγελάκια-φύλακες. Ναι, κάτω απ’τα σεντόνια, μας περίμενε πάντα ένας άλλος κόσμος. Ο έτσι όπως τον θέλαμε εμείς. Πάντα γαλήνιος, πάντα ήρεμος, πάντα ασφαλής,πάντα δικός μας. Κάτω απ’ τα σεντόνια σαν να ξαναβυθιζόμασταν στην θάλασσα των απο πάντα αναμνήσεων μας. Ασκητήριο, ένα πράγμα, κι ας μην μας φανερώνονταν ποτέ ο Θεός. Με τα μάτια ανοιχτά κάτω απ’ τα σεντόνια το είναι μας πάντα χανόταν για να μας ξαναβρεί απο μόνο του αργότερα, όταν εκείνο θα ‘ταν έτοιμο. Εμείς μόνο κι η ανάσα μας μυσταγωγοί κι αλχημιστές μπρος σε μια άλλη Αγία Τράπεζα. Με κολλημένο στο πρόσωπο, χαιδεύοντας την κάθε γωνία και την κάθε κυκλάδα του, το σεντόνι ήταν πάντα μεμβράνη προστατευτική απ’ τον έξω κόσμο, τον άλλο, τον ξένο.Τον άγριο, τον ιλιγγιώδη, τον μαζοχιστή.

Έτσι και τώρα, όπως απο πάντα, κάτω απ’ τα σεντόνια θα βρούμε, θαρρώ, τη λύτρωση μας. Θα φύγουμε για λίγο. Θα κρυφτούμε. θα αποδράσουμε. Και θα επιστρέψουμε, σίγουρα, πιο λεύτεροι και πιο ήσυχοι απο ποτέ.

Παιχνίδι στο διάλειμμα

Ναι, είναι αλήθεια. Το μυαλό μας εκ του φυσικού του αρέσκεται στα παιχνίδια. Κουτσό και κυνηγητό. Και τυφλόμυγα. Αυτό ειδικά. Εκεί στα διαλείμματα της ζωής, που το κουδούνι χωρίζει τον χωροχρόνο σε ώρες και τάξεις. Εκείνα τα δευτερόλεπτα-αιώνες που δε ξέρεις τί τελικά ζυγίζει περισσότερο, το όνειρο ή ο λογισμός. Εκείνες τις στιγμές τις τόσο ήσυχα ανήσυχες. Τις μυστικές. Τις οικίες. Τις σιωπηλές. Τις τρομακτικές. Που όλα γίνονται υπόθεση. Που οι πράξεις κι οι μη πράξεις συντρίβουν τη λογική σου. Που φωνάζεις μα το μέσα σου σαν να μην ακούει. Το ένστικτο που σαν να μπερδεύτηκε κι αυτό δεν έχει απαντήσεις. Μόνο ο βουβός αντίλαλος σαν τότε να υπάρχει. Τα παιχνίδια του μυαλού είναι παιχνίδια ζόρικα, χωρίς κανόνες, χωρίς καν συμπαίχτες. Εσύ μόνο κι οι κούκλες σου, όπως παιδί.

Παίξε όπως θες. Πίστεψε ό,τι θες. Αρκεί να μη ξεχνάς πως είσαι σε διάλειμμα. Και να ‘χεις το νου σου στο κουδούνι. Κι όταν χτυπήσει να συνεχίσεις τη ζωή σου απο εκεί που την άφησες. Κι αν δε ξέρεις πως, ρώτα το δάσκαλο. Απευθείας. Ρητά. Κι απερίφραστα.

Τα καλοκαίρια που χάσαμε

Περισσότερο από ποτέ. Χωρίς ειδικά γιατί και πώς. Χωρίς υποθέσεις κι αρνήσεις. Μα διαπιστώσεις μονάχα. Και νοσταλγία. Αυτή η άτιμη η νοσταλγία με την μελιστάλαχτη πίκρα της που πυροδοτεί, στα καλά καθούμενα, το μυαλό κι ανατινάζει το παρόν.
Εντάξει, έχουμε και κερδίσει. Πολλά. Αλλά έχουμε και χάσει. Πολλά. Όπως τη ροή του χρόνου και των εποχών. Η αριθμητική λέει πια 2 αντί για 4. Χάσαμε κι εκείνη τη μεγαλειώδη ρουτίνα της προστατευτικότητας και της θαλπωρής των δικών μας ανθρώπων. Το μπρίκι με τον ελληνικό, που μοιράζονταν τουλάχιστον στα 3, τα πρωινά στην αυλή. Τότε που κοιτάζαμε κατά που κινούνταν τα φύλλα της καρυάς και μαντεύαμε αν θα ‘χε κύμα η θάλασσα. Τη γλάστρα με το βασιλικό πάνω στο τραπέζι και τα φούξια σκουλαρίκια που σκάγαμε πριν ανοίξουν σκοτώνοντας τα. Τα γεμιστά, το σπετζοφάι, τα κολοκυθολούλουδα, τα βλήτα και τα τρεύλα με τις παστές σαρδέλες. Χάσαμε το αβάσταχτα λυρικό τραγούδι των τζιτζίρων τα μεσημέρια. Την αίσθηση του βότσαλου πάνω στο αλατισμένο και βρεγμένο κορμί. Το παγωτό ξυλάκι απ’ το μαγαζί στην επιστροφή απ’ το μπάνιο. Εκείνα τα ζεστά βράδια με τα τρυζόνια και τις κουκουβάουνες, τ’ αναμμένο φιδάκι, που πάντα δυσκολευόμασταν να στερεώσουμε, το τσίπουρο και τ’αγγούρι ροδέλες με μπόλικο αλάτι και ξύδι. Χάσαμε κι εκείνον τον απόλυτο έναστρο ουρανό κατά πάνω μας. Την ξεγνοιασιά μας. Το χάζι. Την ανεμελιά μας. Την αθωότητα μας σε μεγάλο ακόμα ακόμα βαθμό.
Έτσι είναι, καλέ μου εαυτέ. Στα όσα κερδίζουμε άλλα τόσα χάνουμε. Κι ίσως ακόμα περισσότερα. Μα όπως και να ‘χει τα καλοκαίρια σταθερά μας προσπερνούν, χωρίς καν πια να μας ρωτάνε.

Εκεί που η ψυχή μας τριγυρνά

Αν ήταν ήχος θα ‘ταν ακουμπισμένη ήσυχα, απ’τα έγκατα των σωθικών μας ορμώμενη, ανάσα σε γυαλιστερή καλαμένια φλογέρα. Άχνα σχεδόν, το τελευταίο α και ο του αντίλαλου, ψίθυρος στ’ αυτί του σύμπαντος κόσμου.
Αν ήταν χρώμα θα ‘ταν το λευκό και γκρι κι οινοπνευματί της αγουροξυπνημένης πάχνης πάνω στο γρασίδι και τα φύλλα των δέντρων. Διάφανο σχεδόν ν’ αχνίζει με τις πρώτες πρωινές ακτίνες και ν’ εξαυλώνεται.
Αν ήταν άγγιγμα θα ‘ταν το τρέξιμο με τ’ ακροδάχτυλα σου στο κορμί καραβόξυλου ξεβρασμένου στην ακτή μετά απο φουρτούνα. Θαλασσοδαρμένου, ποτισμένου ως το πυρήνα αρμύρα και πλεγμένου με φύκια μαύρα και πράσινα και καφέ. Άγγιγμα τραχύ και τρυφερό, με τον παλμό της ζωής να δονείται στο χάδι σου.
Αν ήταν γεύση, θα ‘ταν πράσινου, άγουρου αμύγδαλου. Αυτού που παιδιά μαζεύαμε, γιατί έτσι, και κόβαμε ακριβώς στη μέση. Εκείνου του τρεμάμενου ζελέ στον πυρήνα του, που προστάτευε, το ίσα ίσα σχηματισμένο λευκό καρπό. Γεύση γλυκιά και πόσο, μα πόσο, δροσερή.
Αν ήταν μυρωδιά, θα ‘ταν του ηλιοκαμμένου χώματος στους στοιχισμένους και μπογιατισμένους με κόκκινη λαδομπογιά τενεκέδες της φέτας στην αυλή. Και μετά του ορμητικού νερού που πέφτοντας απ’ το λάστιχο κάθε σούρουπο ενώνονταν μαζί του σαν μια ένωση θεία και μυστικιστική, πρωτόγονη κι εκστατική.
Αν ήταν σχήμα θα ‘ταν κύκλος ανοιχτός σ’ ένα σημείο του. Αν ήταν λέξη, θα ‘ταν νοσταλγία. Αν ήταν χρόνος θα ‘ταν πάντα. Κι αν ήταν τόπος, εκεί που η ψυχή μας τριγυρνά, θα ‘ταν Πήλιο.

Ωδή στη στιγμή

Όλος μας ο θησαυρός, θαρρείς και μια σειρά απο στιγμές. Κάθε φορά μοναδικές.Να, σαν αυτή εδωνά. Και μια άλλη τρόπον τινά ωδή.
Η στιγμή η πολύτιμη στο μπαλκονάκι του Αιγαίου. Με τις Κυκλάδες τριγύρω να σ’αγκαλιάζουν και το ξάστερο απομαγιάτικο σούρουπο να σε χαιδεύει. Κι αυτό το τρυφερό δειλινό. Με τα φωτάκια στα καραβάκια ν’ αγναντεύεις. Κι εκείνο το πιο φωτεινό φως στο ψηλότερο κατάρτι τους να σουλατσάρει πέρα δώθε στην, λεπτό το λεπτό, όλο και σκοτεινότερη θάλασσα. Κι ο φάρος απέναντι που κάθε που φτάνεις το μέτρημα κάπου στο 6, τσουπ, σου κλείνει τσαχπίνικα το μάτι. Κι η Σύρα στο βάθος, που σα να σου κουνά το μαντήλι. Αυτή η στιγμή, η τοσοδούλικη, η υπερμέγιστη που η αρμύρα γαργαλάει τα ρουθούνια σου και δροσίζει το πάντα χαώδες και πολύβουο κεφάλι σου. Και το σαξόφωνο που πάλι εκείνος ο μοναχικός και μποέμ άνθρωπος με το σκυλί παίζει στα κύματα. Τον έχεις πετύχει ποτέ; Είναι λες και δίνει το μεγαλύτερο κονσέρτο της ζωής του, εκεί, ξυπόλυτος στην ακρογυαλιά ανάμεσα στο παφλασμό και στην συρνάμενη άμμο. Αυτή η στιγμή, που θαρρείς ενώνεσαι με το μικρό, πορτοκαλένιο, ζουμερό και γλυκό βερύκοκο. Σαν πόσο καιρό να σε περίμενε άραγε και για πόσο να ωρίμαζε ο χυμός του ώστε να συναντήσει τα δικά σου και μόνο χείλη; Και σαν πόση πια ευτυχία απ’ το ζαχαρένιο φιλί του;
Κι ύστερα μου λες, μάτια μου, για τ’άλλα, τα μεγάλα και διαφορετικά. Και ξεχνάς πως ό,τι χρειάζεσαι είναι εδώ μαζί σου και μέσα σου. Το μεγαλείο της ανύποπτης στιγμής που λες κι όλα μοιάζουν άριστα σκηνοθετημένα. Γι’ αυτό σου λέω, άσε το μετά. Άσε το εάν. Άσε και το όταν. Και ζήσε. Στο τώρα. Στο εδώ. Σ’ αυτή τη στιγμή. Δε πρόκειται να ξαναρθεί.

Σαν κάτι ζούμπερα κι εμείς

Υπήρχαν παλιά κάτι ζούμπερα, καφέ στο χρώμα της γης. Κάτι σαν κάμπιες αλλά πιο κοντές και πιο χοντρές απο εκείνες. Ξέρεις, τις βλέπαμε μπροστά μας πολύ συχνά σαν παιδιά. Τα καλοκαίρια κυρίως. Κάτω απ’τα ξερά λιόφυλλα όταν θαμνεύαμε τα χωράφια. Σουλατσάραν πάντα αργά και νωχελικά, όλο κάπου λες και πηγαίνοντας.

Αυτά τα ζούμπερα, το λοιπόν, αν καμιά φορά τύχαινε να τ’αγγίξεις, χωρίς δόλο απαραίτητα, έστω και με το πιο λεπτό κι εύθραυστο χορταράκι, θα ‘βλεπες πως αμέσως και σχεδόν μαγικά γύριζαν το σώμα τους σε κύκλο. Κουλουριάζονταν γύρω απ’ την ύπαρξη τους. Γύρω απ’ το κέντρο εκείνο το αόρατο μα απόλυτα συμπαγές και πανταχόθεν αδιαπέραστο. Γύρω απο έναν άλλο, θαρρείς, ομφάλιο λώρο. Άπαξ και συνέβαινε αυτό δεν υπήρχε τρόπος να ξανανοίξουν. Κι όσο περισσότερο μάλιστα προσπαθούσες, τόσο περισσότερο αυτά παρέμεναν κλειστά και σκληρά σαν πέτρα. Μόνο αν είχες την υπομονή, την περιέργεια μα κυρίως τη θέληση να περιμένεις θα ‘βλεπες πως, μετά απο ώρα, αρχίζαν δειλά δειλά ν’ ανοίγουν. Ήταν μόνο τότε που νοιώθαν πως ο κίνδυνος πέρασε και μόνο τότε που ο φόβος καταλάγιαζε. Ήταν και μόνο τότε που εσύ μάθαινες πως ο κίνδυνος ειναι κάτι υποκειμενικό, σίγουρα. Κι ευμετάβλητο. Όμως το ένστικτο της επιβίωσης, είναι το ισχυρότερο, το παντοκρατεύον και το απόλυτο όλων. Δεν το ελέγχεις. Είναι εκείνο που σε ελέγχει.

Δες κι εμάς, τώρα. Έτσι, δεν είμαστε; Σαν εκείνα, ακριβώς, τ’άδολα κι εύθραυστα ζούμπερα.

Αναμέτρηση

Αυτά που μας χρωστάει η ζωή είναι αυτά που χρωστάμε εμείς στον αθώο, αφελή εαυτό μας. Όλα τα κρυμμένα θέλω μας που κάποτε καταχωνιάσαμε όσο πιο βαθιά, όσο πιο καλά λες κι έτσι θα ξεφεύγαμε μια για πάντα απο δαύτα. Αυτά που μας δίνει απλώχερα και γενναιόδωρα η ζωή είναι αυτά που οφείλουμε σε ‘μας και στους άλλους να ξεθάψουμε. Όσο κι αν φοβόμαστε είναι εκεί απέναντι μας, πάντα. Μας κοιτάζουν κατάματα, πάντα. Μας ζυγίζουν, μας ερμηνεύουν και μας περιμένουν.

Δε μπορούμε να ξεφύγουμε. Ούτε τρέχοντας ούτε κρυφοπατώντας στις μύτες των ποδιών μας. Μόνο ν’ αναμετρηθούμε μ’όλα εκείνα που αφήσαμε στην αρχή, στη μέση ή λίγο πριν το τέλος. Ίσως κερδίσουμε. Ίσως ξαναχάσουμε. Μα αν δε το κάνουμε, δε θα μάθουμε ποτέ.

«Θα βρεθούμε σε μιαν άλλη ζωή»

Δυσκολευόμουν να το καταλάβω. Και να το αποδεχθώ. Ήταν σκύλος. Κι ήταν κι άνθρωπος. Σαν εμένα. Με πρόσωπο, και μάτια και χέρια και πόδια και λαλιά σαν τη δική μου. Κι ήταν περίεργο. Αλλά, ήμουν καλά μαζί του. Πλήρης. Περνούσαμε ωραία τον πάντα γεμάτο χρόνο μας. Με βόλτες σε καταπράσινα ανοιξιάτικα χωράφια και λουλουδιασμένα λιβάδια. Με κυνηγητά ανάμεσα σε πελώρια, αιωνόβια λιόδεντρα. Με γύρω-γύρω όλοι. Αυτό που, ξέρεις, κρατιέσαι με τα χέρια με τον άλλον και γυρίζετε ταυτόχρονα στον ίδιο κύκλο, ο ένας δεξιόστροφα κι ο άλλος αριστερόστροφα. Κι όταν κουραζόμασταν, ξαπλώναμε στο γρασίδι. Χαζεύαμε τα σύννεφα στον ουρανό και μου ‘λεγε ιστορίες. Για το παρελθόν. Για τα χιλιάδες χρόνια που ‘χε ζήσει. Και τους ανθρώπους που ‘χε γνωρίσει. Και για το πως έγινε σκύλος.

Και μετά, βρέθηκε στην αγκαλιά μου. Σαν σκύλος. Άρρωστος και αδύναμος. Με μισόκλειστα μάτια και κορμί τρεμάμενο. Κι ένοιωθα κάτω απ΄το δέρμα του τη ψυχή του να παλεύει. Και με το κεφάλι του ακουμπισμένο στα χέρια μου, τον κοίταζα κι έκλαιγα. Κι ήξερα πως μέχρι εκεί ήταν. Πως αυτό ήταν το τέλος. Πως θα ‘σβηνε λεπτό το λεπτό. Ήξερα πως θα πέθαινε πριν από ‘μένα. Το πρόσταζε η λογική μου, άλλωστε. Τα σκυλιά ζουν λιγότερο απ΄τους ανθρώπους. Κι εκεί, μες τη βουβή κι απέραντη θλίψη μου, ξανάγινε άνθρωπος. Κι άνοιξε τα μάτια του. Και με κοίταξε μέχρι το πιο βαθύ μέσα μου. Μου χαμογέλασε, ήρεμα. Κι είπε, τρυφερά: “Θα βρεθούμε σε μιαν άλλη ζωή”.

Κι ύστερα ξύπνησα.