Το 21

Δευτέρα, Τετάρτη ή Παρασκευή δεν έχει διαφορά. Κοινός παρανομαστής το 21 σε μια εξίσωση με παράγοντες αγνώστους μα οικείους πλέον.

Η ίδια διαδρομή εκεί λίγο πριν το πρώτο φως. Οι ίδιοι άνθρωποι που τόσο καλά, πλέον, ξέρεις κι ας μην έχεις ιδέα πως τους λένε ή που μένουν. Ξέρεις πως ξύπνησαν. Ξέρεις πως νοιώθουν. Όλα τα σημάδια εκεί, ακουμπισμένα στις γραμμές του προσώπου τους. Η κούραση, το άγχος, ο εκνευρισμός, η βαρεμάρα, η ανασφάλεια, η χαρά τους. Έχουμε μάθει ο ένας τον άλλο. Καταλαβαινόμαστε. Αλληλοσυμπονούμαστε.Επικοινωνούμε με μια φωνή άηχη. Ένας ολωσδιόλου δικός μας κώδικας. Προσανατολιζόμαστε, πια, με τις κινήσεις και τις μη κινήσεις. Ενέργειες που λεν πολλά, μα στόματα που δεν βγάζουν άχνα. Σε μια κοινή πορεία μισής ώρας βρισκόμαστε σιωπηλά για λίγο ο ένας στη ζωή του άλλου. Παράλληλες ευθείες που με σταθερό ρυθμό και σε σταθερό σημείο τέμνονται. Κι ο χρόνος που μας ενώνει ο ίδιος που μας χωρίζει.

Άραγε, γιατί να μην μιλάμε ποτέ?

Advertisements

Ο δικός μου μικρός θεός

Ο δικός μου θεός γράφεται με θ μικρό γιατί έτσι. Έχει μάτια μεγάλα και φωτεινά. Δέρμα μωρού και φωνή μονίμως λαχανιασμένη απ’το παιχνίδι. Φαφούτης με δυό μικρά μόνο πλαινά δοντάκια που ξέχασε να ρίξει στη σκεπή.

Ο μικρός μου θεός είναι πάντα εκεί. Φρουρός και κηδεμόνας. Τις στιγμές που ξεχνιέμαι και που χάνομαι. Που αργώ και που λιποτακτώ. Που αδιαφορώ και που τον τιμωρώ και που με φωνάζει πότε με ψίθυρο και πότε με κραυγή. Είναι μόνο εκεί. Να διαχέεται σαν πρώτη ακτίνα απ’ άκρη εις άκρη μου. Να διαπερνά ιστούς κι εμπόδια. Ν’ απλώνεται, να κατακλύζει το σύμπαν. Πότε μέσα στις κόρες των ματιών μου και πότε πίσω απ’ τις γραμμές των ακροδακτύλων μου. Πάντα εκεί και πάντα εδώ. Πάντοτε στο όλον και πάντοτε στο κενό. Ο μικρός μου θεός είναι πάντα χαρούμενος και πάντα ξέγνοιαστος. Ακόμα κι όταν βαριανασαίνει άρρωστος δε σταματά να χαμογελά. Πεισματάρης και φύσει αισιόδοξος. Ο μικρός μου ήρωας που του χρωστάω όλα όσα είμαι κι όλα όσα θέλω να γίνω. Το σωλ μου στο πεντάγραμμο των αισθήσεων. Το κλειδί της κάθε κερκόπορτας μου.

Ο θεός μου απαντάει στ’ όνομα μου. Ζεί μέσα μου. Μ’αγαπάει, με καταλαβαίνει, μ’ανέχεται και με συγχωρεί. Μου φωνάζει αν χρειαστεί και μου ζητά συγγνώμη. Το παν αυτός. Αέρας και φως και γη και νερό. Αιθέρας και σύννεφο. Κίνηση κι αιτία. Λόγος πρώτος και τελευταίος. Όλα και τίποτα. Κι εγώ μαζί του ένα. Όλα και τίποτα κι εγώ.

Ο άσπρος γλάρος

Λατρεύω αυτά τα αγουροξυπνημένα Κυριακάτικα πρωινά. Που ο ήλιος έχει μόλις φανεί στις απέναντι πολυκατοικίες και το αστεροσκοπείο. Με τον ελληνικό μου κλειστό μες τις παλάμες μου ακουμπώ το βλέμμα μου στο μαλακό φως κι αφήνομαι. Μα η Στιγμή παραμονεύοντας με σκουντάει απαλά στον ώμο. “Έι, δες!”, μου ψιθυρίζει ήσυχα στ’ αυτί στρέφοντας το πηγούνι μου στη ταράτσα με τα χαραγμένα λευκά τετράγωνα. Και τον βλέπω να στέκει στην άκρη της γωνίας. Μετέωρος σχεδόν στο κενό, μα σε απόλυτη ισορροπία. Ο πιο λευκός γλάρος που έχω δει ποτέ στητός κι ευθυτενής. Τα βλέμματα μας συναντώνται. «Να σου πω την ιστορία μου», με ρωτάει. Του γνέφω «ναι» κι αρχίζει.

“Ήθελα από καιρό να δω την πόλη. Να πετάξω σ’ απόσταση αναπνοής απ’ τ’ αυτοκίνητα και τους ανθρώπους. Να δω που επιτέλους ζείτε εσείς οι άνθρωποι πριν το πλοίο. Μα οι δικοί μου κάθε φορά που τους το έλεγα με αποθάρρυναν: “Είναι επικίνδυνη η πόλη”, μου έλεξαν ξανά και ξανά. Μπορεί να χαθείς. Μπορεί να τρομάξεις. Μπορεί να χτυπήσεις. Μπορεί να σκοτωθείς”. Κι έτσι δεν κουνούσα βήμα. Μα το μέσα μου έβραζε. Η ψυχή μου δε σταματούσε να λαχταρά το καινούριο και το άγνωστο. Ο αέρας ανάμεσα στα φτερά μου κάθε που φύσαγε δεν σταματούσε να μου λέει “Πάμε!”. Μα εγώ φοβόμουν. Δείλιαζα. «Κι αν έχουν δίκιο όλοι;», έλεγα στον εαυτό μου. «Κι αν το μετανιώσω;». Κι έτσι το όνειρο περίμενε θαμμένο μέσα μου. Μέχρι σήμερα. Χαράματα κίνησε η φαμίλια για το νέο μας σπίτι προς δυτικά. Γενικά, μετακομίζουμε πολύ συχνά. Η μεγάλη πόλη ήταν στο δρόμο μας. Πετώντας πάνω απ’ αυτήν σαν κάτι από κάτω να με φώναζε. Οι Μοίρες μου έγνεφαν κάτω απ’ τη καρδιά φουσκώνοντας το θώρακα μου με θάρρος. Και τ’ αποφάσισα. Σε κλάσμα δευτερολέπτου έγινα πιο σίγουρος όσο ποτέ. Δεν μπορώ να εξηγήσω, αλήθεια, το πως. Δεν είπα τίποτα στους δίπλα μου. Μα ήσυχα μείωσα ταχύτητα αφήνοντας τους να με προσπεράσουν. Έμεινα στο τέλος έως ότου μπρος μου δεν φαινόταν πια τα φτερά του σμήνους. Και τότε ανάσανα βαθιά. Γεμάτος ελπίδα και προσμονή. Κι άρχισα την πτώση. Και κάπως έτσι προσγειώθηκα εδώ. Μα τώρα πρέπει να φύγω. Έχω πολλά να δω”.

Σ’ ευχαριστώ που μ’ εμπιστεύτηκες” θέλω να του πω μα δεν περιμένει. Ανασηκώνοντας τα φτερά του και πριν πετάξει προς τη ζωή στρέφει το βλέμμα και το λαιμό του προς τον ουρανό. Κι αρχίζει να φωνάζει με όλη του τη δύναμη ώστε η φωνή του να φτάσει στο πέραν: “Είμαι καλά. Μην ανησυχείτε. Θα κυνηγήσω τ’ όνειρο μου. Θα κάνω ό,τι ήθελα πάντα να κάνω. Θα ζήσω ό,τι ήλπιζα πάντα να ζήσω. Κι αν δε σκοτωθώ, θα γυρίσω πίσω γεμάτος. Και θα σας πω πως είναι τ’ άγνωστο και πως είναι να τολμάς. Κι αν σκοτωθώ, να ξέρετε οτι έζησα”. Και πέταξε.

Επιστρέφοντας από τον Παράδεισο ή Καλοκαιρινές Διακοπές-Τέλος

Πήρα γρήγορα τα μπαγκάζια μου και μπήκα στο πρώτο ταξί της ουράς. “Καλός οιωνός”, σκέφτομαι. “Πού πάμε, κοπέλα μου?” Σιωπή. Τι στο καλό, ξέχασα που πάω. Μετά από ατελείωτα, πανικόβλητα δευτερόλεπτα, το στόμα μου αποκρίνεται αυθόρμητα “Πλατεία Κουμουνδούρου”. Πίσω μου ακριβώς το ηχείο του ταξί. Στη διαπασών ο ποδοσφαιρικός αγώνας Λαμίας, μάλλον, με κάποιον άλλον. Ούτε που συγκρατώ ποιόν, ούτε που με νοιάζει. Σε κάθε φρενάρισμα και σε κάθε ξεκίνημα, οι λαμαρίνες από κάτω μας αγκομαχούν σαν άλλα κόκαλα που τρίζουν. “Σακαράκα”, μου ψιθυρίζει το μυαλό. Έξω μας, κόρνες, μηχανάκια κι αμάξια, φώτα, φανάρια, τσιμέντο, άγρια θηρία, θαρρείς, να τρέχουν αλλόφρονα στα βάθη απάτητης ζούγκλας, να μας κυνηγούν και να μας προσπερνούν. “Τι φασαρία!” είναι η μόνη μου σκέψη.

Δίνω τα 7 ευρώ. “Σας ευχαριστώ!Καλό βράδυ!”. Σέρνω το σάκο μου με τις ρόδες με δυσκολία. Ο χαζός αρνείται ν’ ανταποκριθεί στο θέλημα μου. Λες και σε κάθε δικό μου βήμα μπρος, εκείνος κάνει ένα πίσω. Αναρωτιέμαι ποιος έρχεται και ποιος φεύγει στην περίπτωση μας. Με κόπο φτάνω στο ασανσέρ. Ανεβαίνω. Τα κλειδιά στην πόρτα γυρίζουν. Το δυαράκι μου στο σκοτάδι. Ανάβω το φως. “ΟΚ, όλα στη θέση τους”. Εβδομάδες πριν, στην αντίθετη κατεύθυνση μου έλεγα “Επιτέλους, σπίτι!”. Ανοίγω παράθυρα και μπαλκονόπορτες να διώξω την αποπνικτική, εγκλωβισμένη αυγουστιάτικη λάβα. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Τα απέναντι διαμερίσματα έχουν φως. “Ή γύρισαν ή δεν έφυγαν ποτέ”. Τα λουλούδια μου ξέπνοα, μισοπεθαμένα. Ημέρες με περίμεναν κι ημέρες δεν με είδαν. Απελπισμένα βάλθηκαν να επιζήσουν και τώρα λες και ξεψυχούν. Με κοιτάζουν χωρίς δύναμη, εύθραυστα, λυπημένα, μ’ ακόμα, ευτυχώς, με αγάπη. Τους δίνω αμέσως νερό. “Συγγνώμη”, ψιθυρίζω. Κι ύστερα στη κουζίνα. Τα ταπεράκια της μαμάς στο ψυγείο. Τα ζαρζαβατικά απ’ το μποστάνι στον κάτω θάλαμο, τα τουρσί κι ο τραχανάς στον πάνω, οι μαρμελάδες μου στο ντουλάπι. Και μετά στο υπνοδωμάτιο. Τα ρούχα στα συρτάρια. Τα μαγιό στη ντουλάπα. “Τέλος. Τώρα μπάνιο και νάνι”.

Όλα τακτοποιημένα. Η ζωή μου σε τάξη. Η ύπαρξη μου σαν άλλος δραπέτης που έζησε για λίγο την ελευθερία πλέον κείτεται ησύχως στο κελί της. “Θα συνηθίσουμε”, μου λέω. Και το πιστεύω. Και πέφτω για ύπνο. Μόνο για απόψε στα όνειρα μου, όμως, θα ‘θελα, λιγάκι παράδεισο ακόμη.

Πόλη φλεγόμενη κι έρημη

Απ’ τον δροσερό και ξηρό παράδεισο μου, ακουμπάω το πρόσωπο μου στο τζάμι της σφραγισμένης μπαλκονόπορτας. Καίγομαι και κάνω πίσω. Και παρατηρώ. Σαν να ‘χουν αδειάσει οι δρόμοι. Ο κόσμος δεν παίρνει λεωφορεία, δεν σουλατσάρει ανέμελος, δεν τρέχει βιαστικός. Σαν να ‘χει κρυφτεί κι αυτός μαζί με τα περιστέρια. Ούτε αυτά βλέπω στη ταράτσα απέναντι ή στον ασημένιο θόλο της εκκλησιάς στη πλατεία. Ακόμα κι αυτά σαν ν’ απαρνήθηκαν τα στέκια τους. Κι η Πειραιώς μια πλήρης θολούρα. Κατσαρόλα, θαρρείς, κοχλάζουσα. Μόνο αυτοκίνητα φαντάσματα να τρέχουν και να σταματάνε σε κάθε φανάρι. Μόνο τα λουλούδια μου στο μπαλκόνι που στέκουν λαχανιασμένα υπομένοντας στωικά. Που μάχονται να βρουν αέρα στη μεσημεριανή λάβα. Που χαίρονται στο πρώτο χάδι ενός ανεπαίσθητου αέρα, μα μεμιάς απογοητεύονται και κατσουφιάζουν και μαραζώνουν. Οι τσίροι που καμιά φορά στρατοπέδευαν στο πράσινο, πάλαι ποτέ δροσερό μάρμαρο δεν φάνηκαν σήμερα. Ακόμα κι η απέναντι πολυκατοικία, η βαμμένη άτσαλα στα χρώματα του ορίζοντα σαν να ‘χει σιγήσει. Τα παράθυρα της ερμητικά κλειστά. Οι άνθρωποι της σαν μην τρώνε πια, να μην καπνίζουν, να μην προσεύχονται, να μην παίζουν χαρτιά. Μόνο μια μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή. Εκεί, πάνω-πάνω, ψηλά, κάτω απ’ την πράσινη τέντα. Και μέσα στο θολό απ’ την απόσταση ημίφως μια σκιά σαν άνθρωπος. Άνθρωπος κανονικός. Με φανελάκι άσπρο και δέρμα βαθιάς ανατολής. Μπροστά στην ορθάνοιχτη μπαλκονόπορτα ένα κρεβάτι και στην άκρη εκείνος καθιστός. Μπρος του ένας ανεμιστήρας να κουνιέται χωρίς σταματημό πότε από ‘δω και πότε από ‘κει. Κι αυτός εκεί ασάλευτος, παραδομένος στο λιοπύρι αναζητώντας απεγνωσμένα δροσιά και ζώντας στο μυαλό του την απόδραση. Θέλω τόσο να του φωνάξω αυτού του άγνωστου ανθρώπου να κάνει κουράγιο. Μα η φωνή μου δεν φτάνει ως εκεί κι η θέληση μου καίγεται στον αέρα με το που βγει, πολύ πριν καν η ηχώ του «Έι» πατήσει το μπαλκόνι του. Κι έτσι, μένω άπραγη εντός του ασφαλούς τεχνητού μου παραδείσου σε μια πόλη φλεγόμενη κι έρημη.

Μια κοτσίδα, μια αλήθεια κι ένα τρόλει

Είναι κάτι απογεύματα που σαν να σέρνεις το ασήκωτο σώμα σου καθώς επιστρέφεις απ’ τη δουλειά. Στραγγιγμένος από ενέργεια, μα μ’ εκείνη τη γλυκιά κι αναζωογονητική κούραση της ανηφόρας. Χωρίς ανάσα σχεδόν, μα με την ύπαρξη σου σ’ απόλυτη αρμονία. Είναι εκείνες τις στιγμές που χωρίς να τη ψάχνεις η αλήθεια σε βρίσκει. Γυμνή κι αθώα, ειλικρινής και τρυφερή. Στη φωνή και τα μάτια του διπλανού σου στο δρόμο, στη στάση, στο τρόλεϊ. Στη κοτσίδα του κοριτσιού μπροστά σου που τανάει το σώμα του να πιάσει τη κρεμαστή χειρολαβή γιατί «Μαμά, είμαι μεγάλη!». Στο κουμπί της στάσης που με τη βία φτάνει να ακουμπήσει, μα που προσπαθεί ν’ ακουμπήσει ξανά και ξανά. Στη προτροπή της μάνας «Αγάπη μου, θέλει πιο πολύ δύναμη. Προσπάθησε μια φορά ακόμη» μέχρι το καμπανάκι να χτυπήσει και το φως πάνω απ’ τη πόρτα και πάνω απ’ τα μυαλά μας ανάψει. Τα γρήγορα κι εύκολα ξεχασιάρικα, τα σχεδόν πάντα κουρασμένα ενήλικα (κι ενίοτε γερασμένα) μυαλά μας.

Είσαι μεγάλη πια, ναι. Και το να μεγαλώνεις σημαίνει πως τα πόδια σου ψηλώνουν τόσο ώστε να σηκώσουν το μπόι σου. Οτι τα χέρια σου φθάνουν στον ουρανό και με τη κατεύθυνση που κάθε φορά τους δίνεις μπορείς ν΄αγγίξεις και ν’ απωθήσεις, να πετάξεις και να κρατήσεις ό,τι θες. Το να μεγαλώνεις σημαίνει να προσπαθείς με πείσμα κι αδημονία, ξανά και ξανά και για όσο χρειαστεί ν’ ανάψεις το φως. Μπορεί να χάσεις στάσεις, μα αν δεν σταματήσεις, στο τέλος θα φτάσεις εκεί που σου ‘μελλε να φτάσεις. Όχι απαραίτητα εκεί που ήθελες, μα σίγουρα εκεί που έπρεπε. Το να μεγαλώνεις σημαίνει, όμως, πάνω απ’ όλα να μην κόψεις τις κοτσίδες σου. Ποτέ. Ν’ ανακαλύπτεις κάθε μέρα τον κόσμο απ’ την αρχή. Να τον μυρίζεις, να τον γεύεσαι, να τον αγγίζεις. Να αφήνεσαι στην ενέργεια χωρίς να σκέφτεσαι τι έργο θα παραχθεί. Να ενθουσιάζεσαι επειδή πάτησες ένα κουμπάκι. Να νιώθεις πλήρης, αυτάρκης κι ήσυχος όταν χάνεις τις στάσεις. Ν’ απολαμβάνεις τη διαδρομή όπου κι αν σε πάει, για όσο σε πάει. Να χαίρεσαι τις απογοητεύσεις και τις στραβοτιμονιές. Να δυναμώνεις και να ψηλώνεις λεπτό το λεπτό. Να ‘χεις πίστη στο αχανές σύμπαν μέσα σου. Να τανιέσαι ως  το άπειρο. Να γίνεσαι άπειρο. Ν΄αφουγκράζεσαι τους ψιθύρους των περαστικών. Και να παίρνεις τρόλει και λεωφορεία. Θα δεις το Θεό, σίγουρα, σε κάποια διαδρομή.

Η Γυναίκα-Κυνηγός

Ομόνοια, 14:00.

Κάπου εκεί μπροστά στα ρολογάδικα και τα κλειστά στόρια του Acropol η μορφή της με χαστούκισε. Ήταν λες και με γράπωσε απ’ το χέρι, αναγκάζοντας με, θέλοντας ή μη, να διακόψω  το γρήγορο βήμα μου. Μεσόκοπη. Φυσιολογικά όμορφη. Αδύνατη, σχεδόν στεγνή. Κοντά καρέ μαλλιά, μπερδεμένα κι αυτά σαν το μυαλό της, στην απόχρωση εκείνου του περίεργου κίτρινου που δεν μπορείς να πεις με σιγουριά αν έτυχε ή αν απέτυχε. Καιγόταν, το κορμί της ή ψυχή της περισσότερο δε ξέρω. Μέσα σ’ εκείνο, πάντως, το τιραντέ βισκόζ πολύχρωμο φόρεμα της, σε κάθε της αργό και κουνιστό βήμα χοροπήδαγε, θαρρείς, η καρδιά της. Έτοιμη να ξεχυθεί από το δικό της σώμα. Πανέτοιμη να γαντζωθεί στου αλλουνού. Του οποιουδήποτε, αρσενικού μόνο. Σαν κι η ίδια να ‘χε χάσει τον έλεγχο. Σαν λες κι οι ορμόνες ή η καρδιά της να προείχαν του βήματος της τραβώντας της το πηγούνι και κατευθύνοντας το βλέμμα της. Σαν το χέρι μικρού παιδιού που σε τραβάει απ’ το πρόσωπο φωνάζοντας σου «Κοίτα, κοίτα εκεί!» . Κι εκείνη, αδύναμο κι ετοιμοθάνατο σώμα, χαμήλωνε το παλμό κι ύψωνε το βλέμμα απευθείας στο πρόσωπο εκείνου, του οποιοδήποτε. Εκείνο το χαμένο βλέμμα, το περιεργαστικό, το λάγνο, το ατελείωτο, το σχεδόν έκφυλο που προσέφερε και που εκλιπαρούσε ταυτόχρονα. Όλο το σώμα της κι όλη η ύπαρξη της περιστρέφονταν ακολουθώντας το βήμα των αρσενικών περαστικών. Η ύλη της και το πνεύμα της, όλα συνολικά διαθέσιμα.

Δε ξέρω αν ήταν τρελή, μόνη, συνειδητοποιημένη ή τί. Απελπισμένη ή άρρωστη, θήραμα ή θηρευτής, θύμα ή θύτρια. Δε ξέρω τι έψαχνε να βρει. Ποιο πρόσωπο αναζητούσε στο πρόσωπο των αντρών γύρω της. Ποιος άλλητος γρίφος παίδευε τη καρδιά ή το μυαλό της κι εξέθετε το είναι της. Τι περίμενε ν’ ανακαλύψει στο βλέμμα των περαστικών, έναν παλιό ή έναν επίδοξο εραστή. Δε ξέρω αν σε κάθε ανδρικό σώμα που την προσπερνούσε ένοιωθε πόθο ή πόνο. Ξέρω μόνο οτι η γυναίκα κυνηγός ό,τι κι αν έψαχνε αποκλείεται να το βρήκε. Όχι γιατί δεν θα το άξιζε. Αλλά γιατί έψαχνε σε λάθος μέρος. Ίσως, πράγματι, να έψαξε παντού, μα όχι μέσα της.

Αυτό που σε εμπνέει

Τη ξέρεις αυτή την έκρηξη αλήθειας. Εικόνα οικεία στα μάτια σου. Τα ‘χεις ξαναδεί κάτι φορές τα πυροτεχνήματα να σκορπάν μακάρια όπως ανατινάσσονται. Και να χασκογελάν ευτυχισμένα καθώς εκπνέουν. Λες και με το θάνατο τους ξαναγεννιούνται. Τη ξέρεις αυτή τη στιγμή που τα σκοτάδια σου πλημμυρίζουν φως απ’ άκρη εις άκρη. Άπλετο, καθαρό και πέρα ως πέρα αληθινό.

Είναι η λέξη. Η φωνή. Αυτό το κάτι ανεπαίσθητο που γεννά το παλμό απ’ την αρχή. Κι η ενέργεια που μαγνητίζει και σε μαγεύει. Σαν το τρεμόπαιγμα του ήλιου μεσημέρι καλοκαιριού σε θάλασσα καταγάλανη και διαυγή. Η λάμψη που διαχέεται στα μάτια σου. Αυτή που μόνο τα δικά σου μάτια μπορούν ν’ αντιληφθούν. Η οικεία εκείνη ζεστασιά του ανύποπτου που μεγεθύνει τη ζωή και δίνει πνοή στην ύλη. Που σου υπενθυμίζει ψιθυριστά μα γενναιόδωρα τι είσαι: Όλον. Ένας μικρός Θεός.

Ό,τι σε εμπνέει φύλαγε το σαν τον πολυτιμότερο όλων θησαυρό. Είναι τύχη κι ευλογία. Είναι το φως, η αλήθεια και τ’ όνειρο. Είναι ακριβώς το ίδιο εκείνο εμπνευσμένο όνειρο απ’ το οποίο καμιά φορά φοβάσαι να ξυπνήσεις.

Απολογισμός

Μια άλλη θέα. Διαφορετική. Πότε ηλιόλουστη και πότε συννεφιασμένη. Πότε πολύχρωμη και πότε παλ. Πότε χαώδης και απόκρημνη, πότε μια ανάσα μακριά σου και λεία. Πάντα απέραντη. Πάντα μυστηριώδης. Πάντα προκλητική. Πάντα αβάσταχτα θελκτική.

Μια άλλη πορεία. Με πυξίδα τα θέλω σου. Με συντεταγμένες προκαθορισμένες μα άγνωστες. Με αρετή και με τόλμη. Χωρίς προορισμό κανέναν. Μόνο πορεία, ανηφορική κατά βάση μα ορθώς. Κι εξέλιξη. Κι εμπειρία.

Μια απόφαση. Απόλυτη. Αδιαπραγμάτευτη. Αμετανόητη. Με μάτια ανοιχτά. Με συνείδηση ορθάνοιχτη. Ερχόμενη απ’ το βαθύτερα του βάθους σου. Εκείνα που χρόνια τώρα σε προσέχουν, σε καθοδηγούν, σ’ εμπιστεύονται.

Μια ζωή άλλη. Τόσο μακρινή απ’ την προηγούμενη. Με πλην, μα περισσότερα συν. Κι ένας απολογισμός, τώρα που η ένταση ξεθύμανε. Ναι. Θετικός.

Ο αγών μου

Σκέψου τη στιγμή που γίνεσαι και τη στιγμή που χάνεσαι. Που αρχίζεις και παύεις. Το πρώτο σου κλάμα και την τελευταία σου ανάσα. Εσύ κι ο γαλαξίας που αέναα περιστρέφεται μέσα σου. Που παλεύει αιώνες τώρα να δραπετεύσει από έναν κόσμο σ’ έναν άλλο. Σκέψου την ελάχιστη μα μεγαλειώδη στιγμή μεταξύ των αναπνοών σου. Το κενό εκείνο ανάμεσα στην εισπνοή και την εκπνοή σου που όλα είναι ήσυχα και όλα πιθανά. Που όλα πεθαίνουν κι όλα αρχίζουν ξανά και ξανά. Που ξαναβρίσκεις τη θέση σου στο σύμπαν. Το σημείο μηδέν, που καλείσαι να συνεχίσεις ή να σταματήσεις τη μάχη. Να αγωνιστείς ή να παραδωθείς. Να διεκδικήσεις την νίκη ή να σημάνεις την ήττα. Να πεθάνεις και να αναγεννηθείς. Να ξεκινήσεις απ’ το τίποτα. Να γίνεις η αρχή. Να συνεχίσεις τη ροή με νέα δεδομένα. Να γίνεις η ίδια η ροή κι η ίδια η εξέλιξη.

Φοβάσαι. Το ξέρω. Μα, εμπιστεύσου το Θεό μέσα σου. Δε θα σε πλανέψει. Δε θα σε προδώσει. Και συνέχισε. Είναι δική σου η απόφαση. Και δικός σου ο αγώνας. Μόνο εσύ ξέρεις. Μόνο εσύ μπορείς.

Αυτό το τέλειο άγνωστο

Είναι αυτή η απόλυτη κι άψογα συγχρονισμένη συνύπαρξη του φόβου και του ενθουσιασμού. Τ’ αλύτρωτα ιδεώδη μας. Τα χαώδη, αχαρτογράφητα όνειρα μας που μας χτυπάνε τα παράθυρα κάθε βράδυ σαν που θα κοιμηθούμε. Αυτό που μας κλείνει το μάτι. Η απόλυτη συνωμοσία του εγώ μας. Αυτό που μας ξέρει καλύτερα κι από εμάς τους ίδιους. Που μας διαβάζει. Που μας πουλά και μας αγοράζει. Που κατάμουτρα κι ευθαρσώς μας φανερώνει πως μεγαλύτερος σαδιστής από τους πόθους μας δεν θα βρεθεί ποτέ. Αυτό το τόσο λατρεμένο άγνωστο που φωνάζει τ’ όνομα μας. Που, καμιά φορά, κατάκοπο αποκοιμιέται επιτρέποντας, έτσι, στην αδυσώπητη λογική να κρούσει τον εκκωφαντικό συναγερμό για το πιθανό επερχόμενο ναυάγιο, μα που μετά από λίγο πετάγεται πάνω ανεβάζοντας γρήγορα-γρήγορα τις άγκυρες της καρδιάς μας σαν σε καράβι αραγμένο κι έτοιμο να σαλπάρει από καιρό. Μακριά, όσο γίνεται περισσότερο, απ’ το λιμάνι του οικείου, του ασφαλούς και του συνήθους. Αυτό το τόσο ριψοκίνδυνο άγνωστο που εκρηκτικά μας μαγνητίζει σαν άλλα ρινίσματα σιδήρου. Αυτό το τέλειο άγνωστο που μας τυφλώνει και μας κουφαίνει μα που μας μαγεύει και μας λυτρώνει.

Σ’ αυτό το άγνωστο να παραδοθούμε γλυκά. Κι ό,τι γίνει. Κι όπως πάει.

Οι δικοί μας άνθρωποι

Άνθρωποι σου είναι εκείνοι οι άγνωστοι που κάποτε συνάντησες τυχαία, που συστηθήκατε, που δώσατε τα χέρια, που κοιταχτήκατε κι αποφασίσατε να γίνετε αδέρφια. Εκείνοι που μια ζωή είναι δίπλα σου κι ας βρίσκονται μίλια μακριά. Εκείνοι που ξέρουν ποιός είσαι αλλά κυρίως ποιός δεν είσαι. Που ιχνηλατούν πάντα με τόση ακρίβεια τη θέση των χαραμάδων στους τοίχους σου και μέσα απο αυτές βρίσκουν τρόπο να τρυπώνουν, σαν άλλες αχτίδες, τις ώρες εκείνες που τα σκοτάδια σου βαθαίνουν επικίνδυνα. Εκείνοι που ανέχονται τις ξινίλες και τα σπασμένα νεύρα σου κι ας βράζουν κι ας φλέγονται μέσα τους. Που πάντα προσέχουν πως και πότε θα σου πουν όλα εκείνα που δε θες μα πρέπει ν’ακούσεις. Οι άνθρωποι σου είναι εκείνοι που κάνουν σπίτι σου τα ξένα. Που γίνονται οικογένεια όταν η δική σου λείπει. Εκείνοι που στα μάτια τους η αλήθεια του σύμπαντος σου αποκαλύπτεται. Που η αγκαλιά τους είναι σαν στασίδι σε εκκλησία λειτουργούσα. Άνθρωποι σου είναι εκείνοι που σ’ ενθαρρύνουν και που σε προστατεύουν ταυτόχρονα. Που γίνονται άνεμος για τα φτερά σου και χώμα απαλό για τα πρώτα, τα δεύτερα ή τ’ άλλα βήματα σου. Εκείνοι που ζητούν συγγνώμη κι ας μην έφταιξαν σε τίποτα. Άνθρωποι σου είναι εκείνοι που φεύγουν και τους χαμογελάς ειλικρινά κι ας ραγίζεις μέσα σου, αρκεί που πιστεύεις ακράδαντα πως είναι για το καλύτερο τους. Η πορεία του καθενός μας, το λοιπόν, είναι μοναχική, το δίχως άλλο. Δε γίνεται αλλιώς. Μα χωρίς αυτούς τους κάποιους δικούς μας ανθρώπους η «ανηφόρα» μας θα ‘ταν ανυπόφορη, ανώφελη, ανούσια και πέρα ως πέρα ατελέσφορη.

Μια ζωή παρολίγον

Για όλα φταίει, θαρρώ, αυτό το «παρολίγον» που αδαώς μα μεθοδικώς αναθρέψαμε μέσα μας. Αυτό το λίγο απο πρίν, λίγο απο τώρα μα τίποτα από μετά. Μια αιωνιότητα εις αεί εγκλωβισμένη, καταδικασμένη σε ισόβια τετραπληγία. Ένας χρόνος άχρονος. Ένα κενό, απόλυτα άδειο, καθόλα ανύπαρκτο. Πόσα και πόσα πεφταστέρια όνειρα δεν ‘σβήσαν τόσες φορές, έτσι απλά κι αθόρυβα, σ’ ένα «παρολίγον» γαλαξία μας. Πόσους εαυτούς αφελείς και ρομαντικούς, μα γενναίους κι αλτρουιστές, δεν χάσαμε πολεμώντας νυχθημερών αυτό το τερατώδες «παρολίγον». Πόσα χείλη δεν σφαλίσαμε, πόσα μάτια δεν σφραγίσαμε, πόσες καρδιές δεν αγκυλώσαμε σ’ αυτό το «παρολίγον». Πόσες λέξεις δεν φυλακίσαμε, πόσα χέρια δεν ξεδιπλώσαμε εξαιτίας αυτού του «παρολίγοντος». Μ’ ένα «παρολίγον» πόσα δεν χάσαμε περιμένοντας το μετά ολίγον. Που ποτέ δεν ήταν τόσο ολίγον. Πάντα, λες και παρολίγον είχαμε, παρολίγον νοιώθαμε, παρολίγον φτάναμε. Παρολίγον, πάντα, λες και τελικά ζούσαμε.

Περί γενναιοδωρίας

Ξέρεις πως λέγεται αυτό που δίνεις με γενναιότητα κι ανυστεροβουλία; Στο ‘χουν ή στο ‘χεις πει ποτέ; Γενναιοδωρία, μάτια μου.

Γενναιοδωρία σημαίνει ν’αφήνεις σκόπιμα την ύπαρξη σου αφύλαγη και τον μικρόκοσμο σου ξεκλείδωτο. Να τολμάς ν’ απλώνεις τα χέρια σου στ’ άλλα χέρια. Να τολμάς ν’αγκαλιάζεις τις άλλες αγκαλιές. Να γίνεσαι η λύση στο γρίφο και το γινόμενο των πράξεων. Να δίνεις. Ό,τι κι όσο έχεις. Να δίνεσαι. Ν’απλώνεσαι και να σκορπάς εις αεί. Να μοιράζεσαι όλα εκείνα που φοβάσαι. Όλα όσα σκέφτεσαι, όλα όσα νοιώθεις. Να δείχνεις τις πληγές σου ως γιατρικό και βάλσαμο των άλλων πληγών. Να νοιάζεσαι. Να προσφέρεσαι. Να καλείς. Να προσκαλείς το γνωστό και το άγνωστο σου. Να εγκαλείς τη δειλή λογική σου. Να βροντοφωνάζεις τους ψιθύρους σου. Να κρατάς τη καρδιά σου αμπαλαρισμένη με πολύχρωμες, φανταχτερές κορδέλες, πάντοτε έτοιμη προς δωρεά.

Να θες, γενναιοδωρία θα πει. Ακόμα κι όταν δε μπορείς. Κλείσε, λοιπόν, τα μάτια και τ’αυτιά σου κι αναρωτήσου μόνο αυτό, μόνο για λίγο: «Θες;»

Τα σκοτάδια μέσα μας

Αυτά τα σκοτάδια τα μέσα μας. Τα άγρια, τα επίμαχα, τα ερεβώδη. Οι πιστοί μας σύντροφοι απ’ το πρώτο μας κλάμα ως τη τελευταία μας ανάσα. Οι δαίμονες μας. Αυτοί που πότε μας σέρνουν προς τα κάτω και πότε μας κλειδαμπαρώνουν μέσα. Αυτοί που μας εμποδίζουν και που μας παροτρύνουν συνάμα. Το θηρίο μέσα μας που πότε λέγεται φόβος και πότε τόλμη. Πότε συνήθεια και πότε ελπίδα. Οι γρυλισμοί της ράτσας μας κι οι άναρθρες κραυγές της φυλής μας. Όλα εκείνα τα πιο βαθιά, τα πιο καλά κρυμμένα τέρατα των σωθικών μας. Που μας κοροιδεύουν και μας περιγελούν. Που μας προκαλούν και μας τσιγκλάναι. Που μας εξαπατούν και που μας μάχονται. Που πότε λιποτακτούν και πότε προελαύνουν.
Μάλλον, τελικά, δεν έχει νόημα κι ουσία καμία ο πόλεμος με τα σκοτάδια μας. Οι μάχες πληθώρα κι η έκβαση ad hoc αβέβαιη. Και να τα συντρίβαμε, τί μ ‘αυτό;Θα ‘ταν σαν να συντρίβαμε τον μισό εαυτό μας. Και δέντρο κομμένο κατακόρυφα στη μέση δε στέκεται όρθιο. Αργά ή γρήγορα, θα πέσει. Αυτό που μένει, θαρρώ, το λοιπόν είναι να τ’ αγκαλιάσουμε τα σκοτάδια μας. Σφιχτά κι ασφυκτικά. Με πάθος και λαχτάρα. Να τους δώσουμε όλη μας την τρυφερότητα κι όλη μας τη στοργή. Είναι οι μικροί μας εαυτοί που περιμένουν να ωριμάσουν. Να τ’αγαπήσουμε πρέπει τα σκοτάδια μας. Κι έτσι, ακόμα κι αν δε γίνουν ποτέ φως με τις τόσες αποχρώσεις τους θα μας έχουν κάνει πολύχρωμους.

Σαν από πάντα έτοιμη

Είναι περίεργο, μα ταυτόχρονα αξιοθαύμαστο. Η αλήθεια που σου αποκαλύπτεται όχι άγαρμπα και ξαφνικά μα ήσυχα, αθόρυβα σχεδόν κι απλά. Χωρίς πολλά πολλά λόγια κι αναλύσεις, χωρίς σκέψεις-σύννεφα μα σαν ηλιοφάνεια καθαρή και διαυγής. Χωρίς ουράνια τόξα, γιατί τι να τα κάνεις προσωρινές ψευδαισθήσεις κι αυτά. Χωρίς κροτίδες και κανονιοβολισμούς, χωρίς πυροτεχνήματα, χωρίς ακόμα-ακόμα πετροβολισμούς. Χωρίς και με τίποτα.
Όταν η ώρα έρχεται, απλά το ξέρεις. Κι όταν η ώρα έρθει είναι σαν από καιρό να το ‘ξερες. Και δε σε φοβίζουν οι αγέρηδες γιατί έμαθες να τους εμπιστεύεσαι και να τους ακούς. Αρμονικά κι ήρεμα με μόνο πάθος την ελπίδα. Χωρίς καμία προσμονή μα με καρδιά γεμάτη και συνείδηση καθαρή. Σαν απο πάντα έτοιμη, σαν απο πάντα σίγουρη κι ακράδαντα βέβαιη για το αβέβαιο.

Κάτω απ’ τα σεντόνια μας

Είμαι πλέον πεπεισμένη για το μυστικό εκείνο μέρος που όλα είναι μαγικά, που όλα τα χαμένα βρίσκονται και που όλα τ’απίθανα γίνονται πιθανά. Νομίζω, δηλαδή, πως ξέρω κατά που, τελοσπάντων, πέφτει αυτή η χώρα των θαυμάτων, η Ατλαντίδα, ο Παράδεισος. Είναι το δίχως άλλο κάτω απ’ τα σεντόνια μας.

Σκέψου. Απο παιδιά ακόμα, όταν το βράδυ πέφταμε για ύπνο κι ακουγόταν κανένας θόρυβος στην αυλή κι εμείς θωρούσαμε οτι ήταν διαβόλοι ή μπαμπούλες κουκουλωνόμασταν πάντα κάτω απ’ τα σεντόνια να γλιτώσουμε. Το ίδιο κι όταν θέλαμε να ξεγελάσουμε τα τέρατα τα φωλιασμένα κάτω απ’ το κρεβάτι μας ή τα αιωρούμενα στο ταβάνι μας. Κάτω απ’ τα σεντόνια καταστρώναμε σχέδια και πλάνα α και β και ω. Κάτω απ’ τα σεντόνια μας πλάθαμε τα όνειρα μας και τα ζούσαμε σπιθαμή προς πιθαμή. Βλέπαμε τα χρώματα πιο φωτεινά απ’ το συνηθισμένο. Τα σκοτάδια γίνονταν λιγότερο σκούρα και τρομακτικά. Τα κενά γέμιζαν και τα περιττά ξεφορτώνονταν. Κάτω απ’ τα σεντόνια, φιλοξενούσαμε μικρές νεράιδες και αγγελάκια-φύλακες. Ναι, κάτω απ’τα σεντόνια, μας περίμενε πάντα ένας άλλος κόσμος. Ο έτσι όπως τον θέλαμε εμείς. Πάντα γαλήνιος, πάντα ήρεμος, πάντα ασφαλής,πάντα δικός μας. Κάτω απ’ τα σεντόνια σαν να ξαναβυθιζόμασταν στην θάλασσα των απο πάντα αναμνήσεων μας. Ασκητήριο, ένα πράγμα, κι ας μην μας φανερώνονταν ποτέ ο Θεός. Με τα μάτια ανοιχτά κάτω απ’ τα σεντόνια το είναι μας πάντα χανόταν για να μας ξαναβρεί απο μόνο του αργότερα, όταν εκείνο θα ‘ταν έτοιμο. Εμείς μόνο κι η ανάσα μας μυσταγωγοί κι αλχημιστές μπρος σε μια άλλη Αγία Τράπεζα. Με κολλημένο στο πρόσωπο, χαιδεύοντας την κάθε γωνία και την κάθε κυκλάδα του, το σεντόνι ήταν πάντα μεμβράνη προστατευτική απ’ τον έξω κόσμο, τον άλλο, τον ξένο.Τον άγριο, τον ιλιγγιώδη, τον μαζοχιστή.

Έτσι και τώρα, όπως απο πάντα, κάτω απ’ τα σεντόνια θα βρούμε, θαρρώ, τη λύτρωση μας. Θα φύγουμε για λίγο. Θα κρυφτούμε. θα αποδράσουμε. Και θα επιστρέψουμε, σίγουρα, πιο λεύτεροι και πιο ήσυχοι απο ποτέ.