Μια κοτσίδα, μια αλήθεια κι ένα τρόλει

Είναι κάτι απογεύματα που σαν να σέρνεις το ασήκωτο σώμα σου καθώς επιστρέφεις απ’ τη δουλειά. Στραγγιγμένος από ενέργεια, μα μ’ εκείνη τη γλυκιά κι αναζωογονητική κούραση της ανηφόρας. Χωρίς ανάσα σχεδόν, μα με την ύπαρξη σου σ’ απόλυτη αρμονία. Είναι εκείνες τις στιγμές που χωρίς να τη ψάχνεις η αλήθεια σε βρίσκει. Γυμνή κι αθώα, ειλικρινής και τρυφερή. Στη φωνή και τα μάτια του διπλανού σου στο δρόμο, στη στάση, στο τρόλεϊ. Στη κοτσίδα του κοριτσιού μπροστά σου που τανάει το σώμα του να πιάσει τη κρεμαστή χειρολαβή γιατί «Μαμά, είμαι μεγάλη!». Στο κουμπί της στάσης που με τη βία φτάνει να ακουμπήσει, μα που προσπαθεί ν’ ακουμπήσει ξανά και ξανά. Στη προτροπή της μάνας «Αγάπη μου, θέλει πιο πολύ δύναμη. Προσπάθησε μια φορά ακόμη» μέχρι το καμπανάκι να χτυπήσει και το φως πάνω απ’ τη πόρτα και πάνω απ’ τα μυαλά μας ανάψει. Τα γρήγορα κι εύκολα ξεχασιάρικα, τα σχεδόν πάντα κουρασμένα ενήλικα (κι ενίοτε γερασμένα) μυαλά μας.

Είσαι μεγάλη πια, ναι. Και το να μεγαλώνεις σημαίνει πως τα πόδια σου ψηλώνουν τόσο ώστε να σηκώσουν το μπόι σου. Οτι τα χέρια σου φθάνουν στον ουρανό και με τη κατεύθυνση που κάθε φορά τους δίνεις μπορείς ν΄αγγίξεις και ν’ απωθήσεις, να πετάξεις και να κρατήσεις ό,τι θες. Το να μεγαλώνεις σημαίνει να προσπαθείς με πείσμα κι αδημονία, ξανά και ξανά και για όσο χρειαστεί ν’ ανάψεις το φως. Μπορεί να χάσεις στάσεις, μα αν δεν σταματήσεις, στο τέλος θα φτάσεις εκεί που σου ‘μελλε να φτάσεις. Όχι απαραίτητα εκεί που ήθελες, μα σίγουρα εκεί που έπρεπε. Το να μεγαλώνεις σημαίνει, όμως, πάνω απ’ όλα να μην κόψεις τις κοτσίδες σου. Ποτέ. Ν’ ανακαλύπτεις κάθε μέρα τον κόσμο απ’ την αρχή. Να τον μυρίζεις, να τον γεύεσαι, να τον αγγίζεις. Να αφήνεσαι στην ενέργεια χωρίς να σκέφτεσαι τι έργο θα παραχθεί. Να ενθουσιάζεσαι επειδή πάτησες ένα κουμπάκι. Να νιώθεις πλήρης, αυτάρκης κι ήσυχος όταν χάνεις τις στάσεις. Ν’ απολαμβάνεις τη διαδρομή όπου κι αν σε πάει, για όσο σε πάει. Να χαίρεσαι τις απογοητεύσεις και τις στραβοτιμονιές. Να δυναμώνεις και να ψηλώνεις λεπτό το λεπτό. Να ‘χεις πίστη στο αχανές σύμπαν μέσα σου. Να τανιέσαι ως  το άπειρο. Να γίνεσαι άπειρο. Ν΄αφουγκράζεσαι τους ψιθύρους των περαστικών. Και να παίρνεις τρόλει και λεωφορεία. Θα δεις το Θεό, σίγουρα, σε κάποια διαδρομή.

Η Γυναίκα-Κυνηγός

Ομόνοια, 14:00.

Κάπου εκεί μπροστά στα ρολογάδικα και τα κλειστά στόρια του Acropol η μορφή της με χαστούκισε. Ήταν λες και με γράπωσε απ’ το χέρι, αναγκάζοντας με, θέλοντας ή μη, να διακόψω  το γρήγορο βήμα μου. Μεσόκοπη. Φυσιολογικά όμορφη. Αδύνατη, σχεδόν στεγνή. Κοντά καρέ μαλλιά, μπερδεμένα κι αυτά σαν το μυαλό της, στην απόχρωση εκείνου του περίεργου κίτρινου που δεν μπορείς να πεις με σιγουριά αν έτυχε ή αν απέτυχε. Καιγόταν, το κορμί της ή ψυχή της περισσότερο δε ξέρω. Μέσα σ’ εκείνο, πάντως, το τιραντέ βισκόζ πολύχρωμο φόρεμα της, σε κάθε της αργό και κουνιστό βήμα χοροπήδαγε, θαρρείς, η καρδιά της. Έτοιμη να ξεχυθεί από το δικό της σώμα. Πανέτοιμη να γαντζωθεί στου αλλουνού. Του οποιουδήποτε, αρσενικού μόνο. Σαν κι η ίδια να ‘χε χάσει τον έλεγχο. Σαν λες κι οι ορμόνες ή η καρδιά της να προείχαν του βήματος της τραβώντας της το πηγούνι και κατευθύνοντας το βλέμμα της. Σαν το χέρι μικρού παιδιού που σε τραβάει απ’ το πρόσωπο φωνάζοντας σου «Κοίτα, κοίτα εκεί!» . Κι εκείνη, αδύναμο κι ετοιμοθάνατο σώμα, χαμήλωνε το παλμό κι ύψωνε το βλέμμα απευθείας στο πρόσωπο εκείνου, του οποιοδήποτε. Εκείνο το χαμένο βλέμμα, το περιεργαστικό, το λάγνο, το ατελείωτο, το σχεδόν έκφυλο που προσέφερε και που εκλιπαρούσε ταυτόχρονα. Όλο το σώμα της κι όλη η ύπαρξη της περιστρέφονταν ακολουθώντας το βήμα των αρσενικών περαστικών. Η ύλη της και το πνεύμα της, όλα συνολικά διαθέσιμα.

Δε ξέρω αν ήταν τρελή, μόνη, συνειδητοποιημένη ή τί. Απελπισμένη ή άρρωστη, θήραμα ή θηρευτής, θύμα ή θύτρια. Δε ξέρω τι έψαχνε να βρει. Ποιο πρόσωπο αναζητούσε στο πρόσωπο των αντρών γύρω της. Ποιος άλλητος γρίφος παίδευε τη καρδιά ή το μυαλό της κι εξέθετε το είναι της. Τι περίμενε ν’ ανακαλύψει στο βλέμμα των περαστικών, έναν παλιό ή έναν επίδοξο εραστή. Δε ξέρω αν σε κάθε ανδρικό σώμα που την προσπερνούσε ένοιωθε πόθο ή πόνο. Ξέρω μόνο οτι η γυναίκα κυνηγός ό,τι κι αν έψαχνε αποκλείεται να το βρήκε. Όχι γιατί δεν θα το άξιζε. Αλλά γιατί έψαχνε σε λάθος μέρος. Ίσως, πράγματι, να έψαξε παντού, μα όχι μέσα της.

Αυτό που σε εμπνέει

Τη ξέρεις αυτή την έκρηξη αλήθειας. Εικόνα οικεία στα μάτια σου. Τα ‘χεις ξαναδεί κάτι φορές τα πυροτεχνήματα να σκορπάν μακάρια όπως ανατινάσσονται. Και να χασκογελάν ευτυχισμένα καθώς εκπνέουν. Λες και με το θάνατο τους ξαναγεννιούνται. Τη ξέρεις αυτή τη στιγμή που τα σκοτάδια σου πλημμυρίζουν φως απ’ άκρη εις άκρη. Άπλετο, καθαρό και πέρα ως πέρα αληθινό.

Είναι η λέξη. Η φωνή. Αυτό το κάτι ανεπαίσθητο που γεννά το παλμό απ’ την αρχή. Κι η ενέργεια που μαγνητίζει και σε μαγεύει. Σαν το τρεμόπαιγμα του ήλιου μεσημέρι καλοκαιριού σε θάλασσα καταγάλανη και διαυγή. Η λάμψη που διαχέεται στα μάτια σου. Αυτή που μόνο τα δικά σου μάτια μπορούν ν’ αντιληφθούν. Η οικεία εκείνη ζεστασιά του ανύποπτου που μεγεθύνει τη ζωή και δίνει πνοή στην ύλη. Που σου υπενθυμίζει ψιθυριστά μα γενναιόδωρα τι είσαι: Όλον. Ένας μικρός Θεός.

Ό,τι σε εμπνέει φύλαγε το σαν τον πολυτιμότερο όλων θησαυρό. Είναι τύχη κι ευλογία. Είναι το φως, η αλήθεια και τ’ όνειρο. Είναι ακριβώς το ίδιο εκείνο εμπνευσμένο όνειρο απ’ το οποίο καμιά φορά φοβάσαι να ξυπνήσεις.