Μια ζωή παρολίγον

Για όλα φταίει, θαρρώ, αυτό το «παρολίγον» που αδαώς μα μεθοδικώς αναθρέψαμε μέσα μας. Αυτό το λίγο απο πρίν, λίγο απο τώρα μα τίποτα από μετά. Μια αιωνιότητα εις αεί εγκλωβισμένη, καταδικασμένη σε ισόβια τετραπληγία. Ένας χρόνος άχρονος. Ένα κενό, απόλυτα άδειο, καθόλα ανύπαρκτο. Πόσα και πόσα πεφταστέρια όνειρα δεν ‘σβήσαν τόσες φορές, έτσι απλά κι αθόρυβα, σ’ ένα «παρολίγον» γαλαξία μας. Πόσους εαυτούς αφελείς και ρομαντικούς, μα γενναίους κι αλτρουιστές, δεν χάσαμε πολεμώντας νυχθημερών αυτό το τερατώδες «παρολίγον». Πόσα χείλη δεν σφαλίσαμε, πόσα μάτια δεν σφραγίσαμε, πόσες καρδιές δεν αγκυλώσαμε σ’ αυτό το «παρολίγον». Πόσες λέξεις δεν φυλακίσαμε, πόσα χέρια δεν ξεδιπλώσαμε εξαιτίας αυτού του «παρολίγοντος». Μ’ ένα «παρολίγον» πόσα δεν χάσαμε περιμένοντας το μετά ολίγον. Που ποτέ δεν ήταν τόσο ολίγον. Πάντα, λες και παρολίγον είχαμε, παρολίγον νοιώθαμε, παρολίγον φτάναμε. Παρολίγον, πάντα, λες και τελικά ζούσαμε.