Περί γενναιοδωρίας

Ξέρεις πως λέγεται αυτό που δίνεις με γενναιότητα κι ανυστεροβουλία; Στο ‘χουν ή στο ‘χεις πει ποτέ; Γενναιοδωρία, μάτια μου.

Γενναιοδωρία σημαίνει ν’αφήνεις σκόπιμα την ύπαρξη σου αφύλαγη και τον μικρόκοσμο σου ξεκλείδωτο. Να τολμάς ν’ απλώνεις τα χέρια σου στ’ άλλα χέρια. Να τολμάς ν’αγκαλιάζεις τις άλλες αγκαλιές. Να γίνεσαι η λύση στο γρίφο και το γινόμενο των πράξεων. Να δίνεις. Ό,τι κι όσο έχεις. Να δίνεσαι. Ν’απλώνεσαι και να σκορπάς εις αεί. Να μοιράζεσαι όλα εκείνα που φοβάσαι. Όλα όσα σκέφτεσαι, όλα όσα νοιώθεις. Να δείχνεις τις πληγές σου ως γιατρικό και βάλσαμο των άλλων πληγών. Να νοιάζεσαι. Να προσφέρεσαι. Να καλείς. Να προσκαλείς το γνωστό και το άγνωστο σου. Να εγκαλείς τη δειλή λογική σου. Να βροντοφωνάζεις τους ψιθύρους σου. Να κρατάς τη καρδιά σου αμπαλαρισμένη με πολύχρωμες, φανταχτερές κορδέλες, πάντοτε έτοιμη προς δωρεά.

Να θες, γενναιοδωρία θα πει. Ακόμα κι όταν δε μπορείς. Κλείσε, λοιπόν, τα μάτια και τ’αυτιά σου κι αναρωτήσου μόνο αυτό, μόνο για λίγο: «Θες;»

Τα σκοτάδια μέσα μας

Αυτά τα σκοτάδια τα μέσα μας. Τα άγρια, τα επίμαχα, τα ερεβώδη. Οι πιστοί μας σύντροφοι απ’ το πρώτο μας κλάμα ως τη τελευταία μας ανάσα. Οι δαίμονες μας. Αυτοί που πότε μας σέρνουν προς τα κάτω και πότε μας κλειδαμπαρώνουν μέσα. Αυτοί που μας εμποδίζουν και που μας παροτρύνουν συνάμα. Το θηρίο μέσα μας που πότε λέγεται φόβος και πότε τόλμη. Πότε συνήθεια και πότε ελπίδα. Οι γρυλισμοί της ράτσας μας κι οι άναρθρες κραυγές της φυλής μας. Όλα εκείνα τα πιο βαθιά, τα πιο καλά κρυμμένα τέρατα των σωθικών μας. Που μας κοροιδεύουν και μας περιγελούν. Που μας προκαλούν και μας τσιγκλάναι. Που μας εξαπατούν και που μας μάχονται. Που πότε λιποτακτούν και πότε προελαύνουν.
Μάλλον, τελικά, δεν έχει νόημα κι ουσία καμία ο πόλεμος με τα σκοτάδια μας. Οι μάχες πληθώρα κι η έκβαση ad hoc αβέβαιη. Και να τα συντρίβαμε, τί μ ‘αυτό;Θα ‘ταν σαν να συντρίβαμε τον μισό εαυτό μας. Και δέντρο κομμένο κατακόρυφα στη μέση δε στέκεται όρθιο. Αργά ή γρήγορα, θα πέσει. Αυτό που μένει, θαρρώ, το λοιπόν είναι να τ’ αγκαλιάσουμε τα σκοτάδια μας. Σφιχτά κι ασφυκτικά. Με πάθος και λαχτάρα. Να τους δώσουμε όλη μας την τρυφερότητα κι όλη μας τη στοργή. Είναι οι μικροί μας εαυτοί που περιμένουν να ωριμάσουν. Να τ’αγαπήσουμε πρέπει τα σκοτάδια μας. Κι έτσι, ακόμα κι αν δε γίνουν ποτέ φως με τις τόσες αποχρώσεις τους θα μας έχουν κάνει πολύχρωμους.