Σαν από πάντα έτοιμη

Είναι περίεργο, μα ταυτόχρονα αξιοθαύμαστο. Η αλήθεια που σου αποκαλύπτεται όχι άγαρμπα και ξαφνικά μα ήσυχα, αθόρυβα σχεδόν κι απλά. Χωρίς πολλά πολλά λόγια κι αναλύσεις, χωρίς σκέψεις-σύννεφα μα σαν ηλιοφάνεια καθαρή και διαυγής. Χωρίς ουράνια τόξα, γιατί τι να τα κάνεις προσωρινές ψευδαισθήσεις κι αυτά. Χωρίς κροτίδες και κανονιοβολισμούς, χωρίς πυροτεχνήματα, χωρίς ακόμα-ακόμα πετροβολισμούς. Χωρίς και με τίποτα.
Όταν η ώρα έρχεται, απλά το ξέρεις. Κι όταν η ώρα έρθει είναι σαν από καιρό να το ‘ξερες. Και δε σε φοβίζουν οι αγέρηδες γιατί έμαθες να τους εμπιστεύεσαι και να τους ακούς. Αρμονικά κι ήρεμα με μόνο πάθος την ελπίδα. Χωρίς καμία προσμονή μα με καρδιά γεμάτη και συνείδηση καθαρή. Σαν απο πάντα έτοιμη, σαν απο πάντα σίγουρη κι ακράδαντα βέβαιη για το αβέβαιο.

Κάτω απ’ τα σεντόνια μας

Είμαι πλέον πεπεισμένη για το μυστικό εκείνο μέρος που όλα είναι μαγικά, που όλα τα χαμένα βρίσκονται και που όλα τ’απίθανα γίνονται πιθανά. Νομίζω, δηλαδή, πως ξέρω κατά που, τελοσπάντων, πέφτει αυτή η χώρα των θαυμάτων, η Ατλαντίδα, ο Παράδεισος. Είναι το δίχως άλλο κάτω απ’ τα σεντόνια μας.

Σκέψου. Απο παιδιά ακόμα, όταν το βράδυ πέφταμε για ύπνο κι ακουγόταν κανένας θόρυβος στην αυλή κι εμείς θωρούσαμε οτι ήταν διαβόλοι ή μπαμπούλες κουκουλωνόμασταν πάντα κάτω απ’ τα σεντόνια να γλιτώσουμε. Το ίδιο κι όταν θέλαμε να ξεγελάσουμε τα τέρατα τα φωλιασμένα κάτω απ’ το κρεβάτι μας ή τα αιωρούμενα στο ταβάνι μας. Κάτω απ’ τα σεντόνια καταστρώναμε σχέδια και πλάνα α και β και ω. Κάτω απ’ τα σεντόνια μας πλάθαμε τα όνειρα μας και τα ζούσαμε σπιθαμή προς πιθαμή. Βλέπαμε τα χρώματα πιο φωτεινά απ’ το συνηθισμένο. Τα σκοτάδια γίνονταν λιγότερο σκούρα και τρομακτικά. Τα κενά γέμιζαν και τα περιττά ξεφορτώνονταν. Κάτω απ’ τα σεντόνια, φιλοξενούσαμε μικρές νεράιδες και αγγελάκια-φύλακες. Ναι, κάτω απ’τα σεντόνια, μας περίμενε πάντα ένας άλλος κόσμος. Ο έτσι όπως τον θέλαμε εμείς. Πάντα γαλήνιος, πάντα ήρεμος, πάντα ασφαλής,πάντα δικός μας. Κάτω απ’ τα σεντόνια σαν να ξαναβυθιζόμασταν στην θάλασσα των απο πάντα αναμνήσεων μας. Ασκητήριο, ένα πράγμα, κι ας μην μας φανερώνονταν ποτέ ο Θεός. Με τα μάτια ανοιχτά κάτω απ’ τα σεντόνια το είναι μας πάντα χανόταν για να μας ξαναβρεί απο μόνο του αργότερα, όταν εκείνο θα ‘ταν έτοιμο. Εμείς μόνο κι η ανάσα μας μυσταγωγοί κι αλχημιστές μπρος σε μια άλλη Αγία Τράπεζα. Με κολλημένο στο πρόσωπο, χαιδεύοντας την κάθε γωνία και την κάθε κυκλάδα του, το σεντόνι ήταν πάντα μεμβράνη προστατευτική απ’ τον έξω κόσμο, τον άλλο, τον ξένο.Τον άγριο, τον ιλιγγιώδη, τον μαζοχιστή.

Έτσι και τώρα, όπως απο πάντα, κάτω απ’ τα σεντόνια θα βρούμε, θαρρώ, τη λύτρωση μας. Θα φύγουμε για λίγο. Θα κρυφτούμε. θα αποδράσουμε. Και θα επιστρέψουμε, σίγουρα, πιο λεύτεροι και πιο ήσυχοι απο ποτέ.