Παιχνίδι στο διάλειμμα

Ναι, είναι αλήθεια. Το μυαλό μας εκ του φυσικού του αρέσκεται στα παιχνίδια. Κουτσό και κυνηγητό. Και τυφλόμυγα. Αυτό ειδικά. Εκεί στα διαλείμματα της ζωής, που το κουδούνι χωρίζει τον χωροχρόνο σε ώρες και τάξεις. Εκείνα τα δευτερόλεπτα-αιώνες που δε ξέρεις τί τελικά ζυγίζει περισσότερο, το όνειρο ή ο λογισμός. Εκείνες τις στιγμές τις τόσο ήσυχα ανήσυχες. Τις μυστικές. Τις οικίες. Τις σιωπηλές. Τις τρομακτικές. Που όλα γίνονται υπόθεση. Που οι πράξεις κι οι μη πράξεις συντρίβουν τη λογική σου. Που φωνάζεις μα το μέσα σου σαν να μην ακούει. Το ένστικτο που σαν να μπερδεύτηκε κι αυτό δεν έχει απαντήσεις. Μόνο ο βουβός αντίλαλος σαν τότε να υπάρχει. Τα παιχνίδια του μυαλού είναι παιχνίδια ζόρικα, χωρίς κανόνες, χωρίς καν συμπαίχτες. Εσύ μόνο κι οι κούκλες σου, όπως παιδί.

Παίξε όπως θες. Πίστεψε ό,τι θες. Αρκεί να μη ξεχνάς πως είσαι σε διάλειμμα. Και να ‘χεις το νου σου στο κουδούνι. Κι όταν χτυπήσει να συνεχίσεις τη ζωή σου απο εκεί που την άφησες. Κι αν δε ξέρεις πως, ρώτα το δάσκαλο. Απευθείας. Ρητά. Κι απερίφραστα.

Advertisements

Τα καλοκαίρια που χάσαμε

Περισσότερο από ποτέ. Χωρίς ειδικά γιατί και πώς. Χωρίς υποθέσεις κι αρνήσεις. Μα διαπιστώσεις μονάχα. Και νοσταλγία. Αυτή η άτιμη η νοσταλγία με την μελιστάλαχτη πίκρα της που πυροδοτεί, στα καλά καθούμενα, το μυαλό κι ανατινάζει το παρόν.
Εντάξει, έχουμε και κερδίσει. Πολλά. Αλλά έχουμε και χάσει. Πολλά. Όπως τη ροή του χρόνου και των εποχών. Η αριθμητική λέει πια 2 αντί για 4. Χάσαμε κι εκείνη τη μεγαλειώδη ρουτίνα της προστατευτικότητας και της θαλπωρής των δικών μας ανθρώπων. Το μπρίκι με τον ελληνικό, που μοιράζονταν τουλάχιστον στα 3, τα πρωινά στην αυλή. Τότε που κοιτάζαμε κατά που κινούνταν τα φύλλα της καρυάς και μαντεύαμε αν θα ‘χε κύμα η θάλασσα. Τη γλάστρα με το βασιλικό πάνω στο τραπέζι και τα φούξια σκουλαρίκια που σκάγαμε πριν ανοίξουν σκοτώνοντας τα. Τα γεμιστά, το σπετζοφάι, τα κολοκυθολούλουδα, τα βλήτα και τα τρεύλα με τις παστές σαρδέλες. Χάσαμε το αβάσταχτα λυρικό τραγούδι των τζιτζίρων τα μεσημέρια. Την αίσθηση του βότσαλου πάνω στο αλατισμένο και βρεγμένο κορμί. Το παγωτό ξυλάκι απ’ το μαγαζί στην επιστροφή απ’ το μπάνιο. Εκείνα τα ζεστά βράδια με τα τρυζόνια και τις κουκουβάουνες, τ’ αναμμένο φιδάκι, που πάντα δυσκολευόμασταν να στερεώσουμε, το τσίπουρο και τ’αγγούρι ροδέλες με μπόλικο αλάτι και ξύδι. Χάσαμε κι εκείνον τον απόλυτο έναστρο ουρανό κατά πάνω μας. Την ξεγνοιασιά μας. Το χάζι. Την ανεμελιά μας. Την αθωότητα μας σε μεγάλο ακόμα ακόμα βαθμό.
Έτσι είναι, καλέ μου εαυτέ. Στα όσα κερδίζουμε άλλα τόσα χάνουμε. Κι ίσως ακόμα περισσότερα. Μα όπως και να ‘χει τα καλοκαίρια σταθερά μας προσπερνούν, χωρίς καν πια να μας ρωτάνε.

Εκεί που η ψυχή μας τριγυρνά

Αν ήταν ήχος θα ‘ταν ακουμπισμένη ήσυχα, απ’τα έγκατα των σωθικών μας ορμώμενη, ανάσα σε γυαλιστερή καλαμένια φλογέρα. Άχνα σχεδόν, το τελευταίο α και ο του αντίλαλου, ψίθυρος στ’ αυτί του σύμπαντος κόσμου.
Αν ήταν χρώμα θα ‘ταν το λευκό και γκρι κι οινοπνευματί της αγουροξυπνημένης πάχνης πάνω στο γρασίδι και τα φύλλα των δέντρων. Διάφανο σχεδόν ν’ αχνίζει με τις πρώτες πρωινές ακτίνες και ν’ εξαυλώνεται.
Αν ήταν άγγιγμα θα ‘ταν το τρέξιμο με τ’ ακροδάχτυλα σου στο κορμί καραβόξυλου ξεβρασμένου στην ακτή μετά απο φουρτούνα. Θαλασσοδαρμένου, ποτισμένου ως το πυρήνα αρμύρα και πλεγμένου με φύκια μαύρα και πράσινα και καφέ. Άγγιγμα τραχύ και τρυφερό, με τον παλμό της ζωής να δονείται στο χάδι σου.
Αν ήταν γεύση, θα ‘ταν πράσινου, άγουρου αμύγδαλου. Αυτού που παιδιά μαζεύαμε, γιατί έτσι, και κόβαμε ακριβώς στη μέση. Εκείνου του τρεμάμενου ζελέ στον πυρήνα του, που προστάτευε, το ίσα ίσα σχηματισμένο λευκό καρπό. Γεύση γλυκιά και πόσο, μα πόσο, δροσερή.
Αν ήταν μυρωδιά, θα ‘ταν του ηλιοκαμμένου χώματος στους στοιχισμένους και μπογιατισμένους με κόκκινη λαδομπογιά τενεκέδες της φέτας στην αυλή. Και μετά του ορμητικού νερού που πέφτοντας απ’ το λάστιχο κάθε σούρουπο ενώνονταν μαζί του σαν μια ένωση θεία και μυστικιστική, πρωτόγονη κι εκστατική.
Αν ήταν σχήμα θα ‘ταν κύκλος ανοιχτός σ’ ένα σημείο του. Αν ήταν λέξη, θα ‘ταν νοσταλγία. Αν ήταν χρόνος θα ‘ταν πάντα. Κι αν ήταν τόπος, εκεί που η ψυχή μας τριγυρνά, θα ‘ταν Πήλιο.