Ωδή στη στιγμή

Όλος μας ο θησαυρός, θαρρείς και μια σειρά απο στιγμές. Κάθε φορά μοναδικές.Να, σαν αυτή εδωνά. Και μια άλλη τρόπον τινά ωδή.
Η στιγμή η πολύτιμη στο μπαλκονάκι του Αιγαίου. Με τις Κυκλάδες τριγύρω να σ’αγκαλιάζουν και το ξάστερο απομαγιάτικο σούρουπο να σε χαιδεύει. Κι αυτό το τρυφερό δειλινό. Με τα φωτάκια στα καραβάκια ν’ αγναντεύεις. Κι εκείνο το πιο φωτεινό φως στο ψηλότερο κατάρτι τους να σουλατσάρει πέρα δώθε στην, λεπτό το λεπτό, όλο και σκοτεινότερη θάλασσα. Κι ο φάρος απέναντι που κάθε που φτάνεις το μέτρημα κάπου στο 6, τσουπ, σου κλείνει τσαχπίνικα το μάτι. Κι η Σύρα στο βάθος, που σα να σου κουνά το μαντήλι. Αυτή η στιγμή, η τοσοδούλικη, η υπερμέγιστη που η αρμύρα γαργαλάει τα ρουθούνια σου και δροσίζει το πάντα χαώδες και πολύβουο κεφάλι σου. Και το σαξόφωνο που πάλι εκείνος ο μοναχικός και μποέμ άνθρωπος με το σκυλί παίζει στα κύματα. Τον έχεις πετύχει ποτέ; Είναι λες και δίνει το μεγαλύτερο κονσέρτο της ζωής του, εκεί, ξυπόλυτος στην ακρογυαλιά ανάμεσα στο παφλασμό και στην συρνάμενη άμμο. Αυτή η στιγμή, που θαρρείς ενώνεσαι με το μικρό, πορτοκαλένιο, ζουμερό και γλυκό βερύκοκο. Σαν πόσο καιρό να σε περίμενε άραγε και για πόσο να ωρίμαζε ο χυμός του ώστε να συναντήσει τα δικά σου και μόνο χείλη; Και σαν πόση πια ευτυχία απ’ το ζαχαρένιο φιλί του;
Κι ύστερα μου λες, μάτια μου, για τ’άλλα, τα μεγάλα και διαφορετικά. Και ξεχνάς πως ό,τι χρειάζεσαι είναι εδώ μαζί σου και μέσα σου. Το μεγαλείο της ανύποπτης στιγμής που λες κι όλα μοιάζουν άριστα σκηνοθετημένα. Γι’ αυτό σου λέω, άσε το μετά. Άσε το εάν. Άσε και το όταν. Και ζήσε. Στο τώρα. Στο εδώ. Σ’ αυτή τη στιγμή. Δε πρόκειται να ξαναρθεί.

Σαν κάτι ζούμπερα κι εμείς

Υπήρχαν παλιά κάτι ζούμπερα, καφέ στο χρώμα της γης. Κάτι σαν κάμπιες αλλά πιο κοντές και πιο χοντρές απο εκείνες. Ξέρεις, τις βλέπαμε μπροστά μας πολύ συχνά σαν παιδιά. Τα καλοκαίρια κυρίως. Κάτω απ’τα ξερά λιόφυλλα όταν θαμνεύαμε τα χωράφια. Σουλατσάραν πάντα αργά και νωχελικά, όλο κάπου λες και πηγαίνοντας.

Αυτά τα ζούμπερα, το λοιπόν, αν καμιά φορά τύχαινε να τ’αγγίξεις, χωρίς δόλο απαραίτητα, έστω και με το πιο λεπτό κι εύθραυστο χορταράκι, θα ‘βλεπες πως αμέσως και σχεδόν μαγικά γύριζαν το σώμα τους σε κύκλο. Κουλουριάζονταν γύρω απ’ την ύπαρξη τους. Γύρω απ’ το κέντρο εκείνο το αόρατο μα απόλυτα συμπαγές και πανταχόθεν αδιαπέραστο. Γύρω απο έναν άλλο, θαρρείς, ομφάλιο λώρο. Άπαξ και συνέβαινε αυτό δεν υπήρχε τρόπος να ξανανοίξουν. Κι όσο περισσότερο μάλιστα προσπαθούσες, τόσο περισσότερο αυτά παρέμεναν κλειστά και σκληρά σαν πέτρα. Μόνο αν είχες την υπομονή, την περιέργεια μα κυρίως τη θέληση να περιμένεις θα ‘βλεπες πως, μετά απο ώρα, αρχίζαν δειλά δειλά ν’ ανοίγουν. Ήταν μόνο τότε που νοιώθαν πως ο κίνδυνος πέρασε και μόνο τότε που ο φόβος καταλάγιαζε. Ήταν και μόνο τότε που εσύ μάθαινες πως ο κίνδυνος ειναι κάτι υποκειμενικό, σίγουρα. Κι ευμετάβλητο. Όμως το ένστικτο της επιβίωσης, είναι το ισχυρότερο, το παντοκρατεύον και το απόλυτο όλων. Δεν το ελέγχεις. Είναι εκείνο που σε ελέγχει.

Δες κι εμάς, τώρα. Έτσι, δεν είμαστε; Σαν εκείνα, ακριβώς, τ’άδολα κι εύθραυστα ζούμπερα.

Αναμέτρηση

Αυτά που μας χρωστάει η ζωή είναι αυτά που χρωστάμε εμείς στον αθώο, αφελή εαυτό μας. Όλα τα κρυμμένα θέλω μας που κάποτε καταχωνιάσαμε όσο πιο βαθιά, όσο πιο καλά λες κι έτσι θα ξεφεύγαμε μια για πάντα απο δαύτα. Αυτά που μας δίνει απλώχερα και γενναιόδωρα η ζωή είναι αυτά που οφείλουμε σε ‘μας και στους άλλους να ξεθάψουμε. Όσο κι αν φοβόμαστε είναι εκεί απέναντι μας, πάντα. Μας κοιτάζουν κατάματα, πάντα. Μας ζυγίζουν, μας ερμηνεύουν και μας περιμένουν.

Δε μπορούμε να ξεφύγουμε. Ούτε τρέχοντας ούτε κρυφοπατώντας στις μύτες των ποδιών μας. Μόνο ν’ αναμετρηθούμε μ’όλα εκείνα που αφήσαμε στην αρχή, στη μέση ή λίγο πριν το τέλος. Ίσως κερδίσουμε. Ίσως ξαναχάσουμε. Μα αν δε το κάνουμε, δε θα μάθουμε ποτέ.