«Θα βρεθούμε σε μιαν άλλη ζωή»

Δυσκολευόμουν να το καταλάβω. Και να το αποδεχθώ. Ήταν σκύλος. Κι ήταν κι άνθρωπος. Σαν εμένα. Με πρόσωπο, και μάτια και χέρια και πόδια και λαλιά σαν τη δική μου. Κι ήταν περίεργο. Αλλά, ήμουν καλά μαζί του. Πλήρης. Περνούσαμε ωραία τον πάντα γεμάτο χρόνο μας. Με βόλτες σε καταπράσινα ανοιξιάτικα χωράφια και λουλουδιασμένα λιβάδια. Με κυνηγητά ανάμεσα σε πελώρια, αιωνόβια λιόδεντρα. Με γύρω-γύρω όλοι. Αυτό που, ξέρεις, κρατιέσαι με τα χέρια με τον άλλον και γυρίζετε ταυτόχρονα στον ίδιο κύκλο, ο ένας δεξιόστροφα κι ο άλλος αριστερόστροφα. Κι όταν κουραζόμασταν, ξαπλώναμε στο γρασίδι. Χαζεύαμε τα σύννεφα στον ουρανό και μου ‘λεγε ιστορίες. Για το παρελθόν. Για τα χιλιάδες χρόνια που ‘χε ζήσει. Και τους ανθρώπους που ‘χε γνωρίσει. Και για το πως έγινε σκύλος.

Και μετά, βρέθηκε στην αγκαλιά μου. Σαν σκύλος. Άρρωστος και αδύναμος. Με μισόκλειστα μάτια και κορμί τρεμάμενο. Κι ένοιωθα κάτω απ΄το δέρμα του τη ψυχή του να παλεύει. Και με το κεφάλι του ακουμπισμένο στα χέρια μου, τον κοίταζα κι έκλαιγα. Κι ήξερα πως μέχρι εκεί ήταν. Πως αυτό ήταν το τέλος. Πως θα ‘σβηνε λεπτό το λεπτό. Ήξερα πως θα πέθαινε πριν από ‘μένα. Το πρόσταζε η λογική μου, άλλωστε. Τα σκυλιά ζουν λιγότερο απ΄τους ανθρώπους. Κι εκεί, μες τη βουβή κι απέραντη θλίψη μου, ξανάγινε άνθρωπος. Κι άνοιξε τα μάτια του. Και με κοίταξε μέχρι το πιο βαθύ μέσα μου. Μου χαμογέλασε, ήρεμα. Κι είπε, τρυφερά: “Θα βρεθούμε σε μιαν άλλη ζωή”.

Κι ύστερα ξύπνησα.

Η ζωή μιας μπαλαρίνας

Μια άγνωστη μέρα ήρθε στη ζωή. Τα σπλάχνα ενός σωλήνα την ξέρασαν σε κάποιο γκρι καλούπι. Μα ‘κείνη που ‘χε σαν από πάντα τη σπίθα ζωντανή μέσα της, μεταμορφώθηκε. Κι έγινε η πιο φίνα και λυγερή μπαλαρίνα. Και χρωμάτισε τον εαυτό της στις αποχρώσεις της πράσινης γης και του ολόφωτου ήλιου. Κι ύστερα ταξίδεψε μίλια πάμπολλα. Μέσα σε κούτες χάρτινες και φορτηγά βαριά και θεόρατα βρέθηκε στο Πειραιά. Και μετά στη Ζήνωνος. Και μετά εδώ. Στο σπίτι της. Στο σπίτι μας. Κι είναι λες κι η μοίρα και των δυο μας να έλκεται και να συγκλίνει την ίδια στιγμή που συγκρούεται και που απωθείται.

Ξένοι σ’ έναν ξένο τόπο, βρήκαμε τ’ απάγκιο μας. Προσωρινό, έστω. Με την συμπαντική έλξη και τις ανθρωποειδείς επιλογές μας, μετατρέψαμε το τίποτα σε όλον. Δώσαμε στη ζωή χώρο και χρόνο. Σμιλέψαμε την υπομονή και τα άγχη μας. Εμπιστευθήκαμε τη ροή. Κι η μαγεία μας φανερώθηκε. Για μια ακόμα φορά. Κι, έτσι, άξαφνα τα σκοτάδια γίναν φως κι η μούχλα ευωδία. Και τα σάπια και τριμμένα παντζούρια, παράθυρα στον ολόκοσμο.

Κι η μικρή μου μπαλαρίνα, αγναντεύοντας το Αιγαίο, προσηλωμένη, πλήρης κι ευθυτενής δε σταματά να χορεύει κατά το πως φυσάει τ’ αεράκι. Και σείει με τις πιρουέτες της τους κώδωνες της μοίρας της. Της δικής της. Και της δικής μου. Ευτυχισμένη, ναι. Γιατί, πες μου, ποια μεγαλύτερη ευτυχία απ΄την μετουσίωση της στιγμής σε αιωνιότητα. Και πια ομορφότερη λέξη, απ’ την ευδαιμονία.