Υπαρξιακή ετών 32

Σήμερα, χθες δηλαδή,  ήταν τα γενέθλια μου. Ομολογώ, χωρίς φόβο μα με μπόλικο πάθος: 32 παρακαλώ! Και κάπου πάνω στα νταούλια της γιορτής, έρχεται απρόσκλητη εκείνη η φευγαλέα υπαρξιακή κρίση της εσώτερης διερώτησης και ναι, της εκ βαθέων ορμόμενης αμφιβολίας ίσως. Τι έχεις κάνει (ή τι δεν έχεις κάνει) μες τον τελευταίο χρόνο της ζωής σου που έτσι ξέφρενα αποχαιρετάς. Ή τι έχεις κάνει (ή τι δεν έχεις κάνει) μέχρι τώρα. Γενικά και στα 32 σου χρόνια. Κι εκεί αρχίζει το μυαλό σου να σπιντάρει κι η καρδιά σου να παλεύει με τα παρελθόντα. Η ζωή σου ξαναζεί. Κι όλες εκείνες οι στιγμές που τη συνθέτουν αναγεννιούνται. Οι χαρούμενες, οι λυπημένες, οι περήφανες, οι αγχωμένες, οι ενθουσιώδεις, οι απογοητευμένες, οι μεθυσμένες, οι ερωτευμένες, οι χαζές, οι αποφασιστικές, οι δειλές, οι ενδιαφέρουσες, οι θυμωμένες, οι βιωμένες κι οι απωθημένες.

Και τότε σε προλαβαίνει εκείνο το ανεπαίσθητο αεράκι που σηκώνει τις τρίχες της ραχοκοκαλιάς σου. Και σε κατακλύζει αυτό που πολλοί αποκαλούν συγκίνηση ή αυτό που εγώ λέω επαφή με το Θείο. Κι όλα αποκαλύπτονται. Και συνηδητοποιείς πως όλη σου η ζωή (και τα 32 σου χρόνια), όλες αυτές οι στιγμές, δεν ήταν ποτέ εσύ αυτό καθαυτό. Δεν έφτιαξες εσύ τις στιγμές σου αλλά εκείνες εσένα. Κι εκείνες ήταν το συνονθύλευμα γεγονότων και προσώπων και πραγμάτων πολλών και διαφόρων. Όλα όσα έζησες (ακόμα κι εκείνα που δεν έζησες) είναι η ένωση (ή η απώθηση) του εγώ σου με ένα άλλο εγώ. Τίποτα δεν έκανες μόνος σου. Οι στιγμές σου δεν είναι αυτοδημιούργητες αλλά αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης. Σαν τελικά εσύ κι όλοι μας κι όλα τριγύρω μας να μοιάζουν με εγωκύκλους. Το σημείο που ο κύκλος σου εφάπτεται έναν άλλο κύκλο είναι το σημείο που μια στιγμή γεννιέται. Κι η στιγμή αυτή γεννήθηκε επειδή εσύ ή ο άλλος κύκλος απεπειράθη να δοκιμάσει την επαφή. Κι έτσι έγινε η εμπειρία, εν τη στιγμή της δοκιμής.

Αντί συμπεράσματος, προτροπή κι ευχή για το από ‘δω και πέρα. Να δοκιμάζεις. Να φτάνεις το εγώ σου στα όρια του και να επιδιώκεις την επαφή με τα άλλα εγώ.Να δίνεις χώρο και χρόνο στις στιγμές να σε πελεκήσουν.  Να επιτρέπεις τις εμπειρίες. Να ζεις συνειδητά. Και να μην πάψεις ποτέ να ανακεφαλαιώνεις.

Κλειστόν λόγω γάμου ή τέκνου

Όλα πάντα αλλάζουν. Είναι λες κι όλα ακολουθούν την ανυπέρβλητη τελειότητα του κύκλου. Ακόμα κι οι σχέσεις της ζωής μας. Κι οι φίλοι μας. Σκέψου. Κάποτε θεωρούσαμε τους πάντες φίλους κι η μόνη περίπτωση που θα μπορούσαμε να τους χάσουμε ήταν ίσως τα καλοκαίρια, όταν σταμάταγε το σχολείο. Μετά, ήρθε η εφηβική ιδέα του κολλητού ή της κολλητής. Μ’ αυτούς χαθήκαμε τη μέρα που στον πίνακα των βάσεων εμείς πιάναμε Αθήνα κι άλλοι πχ Θεσσαλονίκη. Έπειτα, ήταν η φάση της παρέας των φοιτητικών μας χρόνων. Μ’αυτή λιγότερο ή περισσότερο χωριστήκαμε την ημέρα της ορκωμοσίας ή την ημέρα της πρώτης μας πρόσληψης (με ένσημα και οκτά-και βάλε-ωρα). Και τώρα, στα 30 μας περνάμε τη φάση που σχέσεις της ζωής μας κλείνουν το κύκλο τους λόγω γάμου ή τέκνου.

Είναι εκείνοι οι φίλοι, οι αδερφοί, οι γνωστοί ή οι άγνωστοι που μια μέρα αποφασίζουν οτι η ζωή τους πέρασε σε άλλη φάση, με άλλες προτεραιότητες κι άλλες ευθύνες. Που έτσι ξαφνικά διαπιστώνουν πως οτιδήποτε από την παλιά τους ζωή δεν χωράει ή δεν ταιριάζει στο καινούριο τους σπιτικό. Σαν να μη πάει με το χαλί στο σαλόνι ένα πράμα. Είναι εκείνοι που «έχουν πια οικογένεια» (λες και πριν ήταν ορφανοί) και που γαντζώνονται σε αυτήν λες και δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα πάνω και πέρα απ’ αυτή. Είναι εκείνοι που ξεχνούν από που έρχονται και με ποιούς ήρθαν ως εκεί που ήρθαν. Είναι εκείνοι, οι ευτυχώς όχι όλοι, που χάνονται μέσα στο φαινομενικό και στενό όλον και για τους οποίους προτεραιότητα σημαίνει αποκλειστικότητα κι αφοσίωση αφιέρωση. Που χάνουν τον ίδιο τους τον εαυτό προσπαθώντας να χωρέσουν στο καλούπι του οικογενειάρχη ή του γοννιού. Που η υπερπροστατευτική τους ύπαρξη περιορίζεται στο νέο ακυρώνοντας με τα λόγια ή τις πράξεις τους το παλιό, σαν κάτι μη πλέον προσιτό, κι ακόμα ακόμα ανάρμοστο ή μεμπτό. Είναι εκείνοι οι όποιοι σνομπ, ξιπασμένοι, υποτιθέμενοι ώριμοι που κηδεμονεύοντας τους άλλους (συζύγους ή παιδιά) χάνουν την κηδεμονία του εαυτού τους. Κι αλλίμονο, τί είναι ο άνθρωπος χωρίς τον ίδιο του τον εαυτό. Ν’αλλάζεις, ναι. Είναι θαύμα η αλλαγή. Αλλά ν’αλλάζεις χωρίς ν’αλλάζεις.

Παντρεμένος με τη Καιτούλα

Marcs and Spencer, Ερμού, δοκιμαστήρια. Ανάμεσα σε πουλόβερ και φουστάνια, εκεί κανά δυο-τρεις πόρτες παρακάτω ακούω τη φωνή του. Φωνή Νο 1. Μπάσα, δεσποτική,απόλυτα κυριαρχική στον περιορισμένο χώρο. Από αυτές που τραντάζουν τα φωνήεντα καθώς τα προφέρουν και κάνουν τα σύμφωνα ν’ αγγομαχούν. Κι απότομες, κοφτές οι προσταγές του. «Τί κάθεσαι;Δεν ακούς τι σου λέω;Ζήτα από τη κοπέλα το 16, το 14 είναι μικρό. Δε βλέπεις;Να, είναι μικρό σου λέω!«. Και από πίσω μια άλλη φωνή, η Νο 2. «Ναι, πάω!» Υποτακτική, ήπια, βασανισμένη σχεδόν. Αντρική κι αυτή. Μα τί γίνεται, διερωτάται το μυαλό μου πίσω απ’ τα παραπετάσματα. Ζευγάρι gay; Και σε λίγο η αντρική φωνή Νο 2 «Δεν υπάρχει το 16, Καιτούλα!» Ήθελα εκείνη αμέσως τη στιγμή, εγώ ένας άλλος άπιστος Θωμάς, ακριβώς με το τέλος της φράσης, εκεί στο τελευταίο α από το «Καιτούλα» να πεταχτώ έξω. Καιτούλα; Τί Καιτούλα;Δε παίζει!. Μένοντας, ωστόσο, ακινητοποιημένη στο καθρεφτένιο δωματιάκι δεν μπορούσα πραγματικά να καταλάβω τί τελικά με είχε σαστίσει περισσότερο. Η ‘Καιτούλα’ που ήταν ‘Καιτούλα’ κι όχι ‘Θανάσης’ ας πούμε ή ο εξαγριωμένος μονόλογος της Καιτούλας για το οτι ‘Δε μπορεί, αφού το είδα έξω!Άλλο θα ζήτησες από τη κοπέλα! Ούτε μια δουλειά δε μπορείς να κάνεις σωστά! Κι αυτό το κινητό βάλτο επιτέλους στη τσέπη!Μ’ εκνευρίζει!Για ψώνια βγήκαμε, όχι για να μιλάς εσύ στο τηλέφωνο!Άστο!Άστο!Πάω να το βρω μόνη μου!Πρόσεξε τη τσάντα μου!«

Μες την στιγμιαία ανακωχή της μάχης κι έχοντας ήδη τελειώσει το προβάρισμα, άνοιξα δειλά-δειλά την πόρτα. Μάλλον φοβόμουν πως έξω από αυτήν θα είχαν τα πάντα ισοπεδωθεί. Περίμενα να δω εξφενδονισμένα παντελόνια, πουκάμισα να κρέμονται από τα φώτα στο ταβάνι και σπασμένες κρεμάστρες να αιωρούνται στους στραπατσαρισμένους καλόγηρους. Ακόμη και το πάτωμα, φοβόμουν, πως ήταν ένα τρόπον τινά ναρκοπέδιο. Η λάθος κίνηση και μπούμ!Θα εμφανιζόταν η Καιτούλα και θα τιναζόμασταν στον αέρα σε άπειρα κομματάκια εμείς και τα προς δοκιμή ρούχα μας. Στο τέρμα του διαδρόμου η δύσμοιρη φωνή Νο 2. Φύλαγε πύλη, θαρρείς, σχεδόν σε στάση προσοχής. Εν αναμονή της Καιτούλας. Ένας κύριος καλοστεκούμενος θα έλεγες για την ηλικία του και γοητευτικός για τα γύρω στα 60-70 χρόνια του. Έφυγα σιγά σιγά κι αθόρυβα μη θέλοντας η παρουσία μου να ενοχλήσει την δυστυχία του. Ακριβώς στη γωνία της εξόδου μια γυναίκα βιαστική, ψηλή, με λεβέντικη κορμοστασιά και κοντό κατάμαυρο μαλλί, γύρω στα 60. Βαστούσε ένα παντελόνι στο χέρι της. Έκανα στην άκρη ευγενικά να περάσει.  Και τότε ακούω πίσω μου την Καιτούλα «Είδες που είχε 16;Απορώ, πού έχεις το μυαλό σου ώρες-ώρες!«. Ωχ, σκέφτηκα, στο τσακ γλυτώσαμε.