Πόσες φορές μπορείς να γεννηθείς;

Κάθε φορά λες και πρώτη φορά. Που το φως ανακαλύπτεται απ’ την αρχή. Και κατακλύζει τα σκοτάδια σου. Κι αναδύεσαι. Μέσα απ’ το κλάμα και το δάκρυ σου ένας θεός ξελευθερώνεται. Που η υφή σου δεν έχει δέρμα μα που είσαι ολάκερος ψυχή. Που ο ουρανός γεμίζει χρυσόσκονη και το οξυγόνο σου φρέσκο και βαρύ σαν της ψηλότερης βουνοκορφής. Που τα σύννεφα χορεύουν στα μαλλιά σου κι ο ήλιος εγκλωβίζεται στις κόρες των ματιών σου. Και τα βλέφαρα σου σφραγίζουν. Και γέρνεις το κεφάλι σου προς τα πίσω. Και νοιώθεις τον υγρό εκείνο αέρα να περνά τρέχοντας ανάμεσα στα δάχτυλα των χεριών σου. Κι είναι σαν να τον αγγίζεις.  Κι είναι σαν ο κόσμος σου να συρρικνώνεται και να μεγεθύνεται ταυτόχρονα.  Σαν πρώτη φορά που σε χάνεις. Σαν πρώτη φορά που σε βρίσκεις. Κι η καρδιά σου να παλεύει κάτω απ’ τις σάρκες. Και σε κάθε σου εκπνοή σαν να φτάνει στο χείλος των χειλιών σου και σαν να δραπετεύει για λίγο. Σαν την μεγαλύτερη θεία ένωση με το όλον.

Σαν πόσες φορές να μπορείς να γεννηθείς, άραγε;

Η εικόνα κι η ιστορία του κυρίου του Γ18

Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι των λεωφορείων. Κι οι ιστορίες τους. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως δεν είναι ψηλοί ή κοντοί, αδύνατοι ή χοντροί, ασπρομάλληδες ή κοκκινομάληδες. Δεν είναι λέξεις ή επίθετα. Δεν είναι η επιφάνεια τους αλλά η μυρωδιά τους. Ο ήχος τους. Η υφή τους. Το πρόσωπο τους, θαρρείς, μια θολούρα. Τίποτα ιδιαίτερο. Τίποτα χαρακτηριστικό. Κοινές, συνηθισμένες φάτσες που στο λεπτό τις έχεις κιόλας ξεχάσει. Και που όμως κάτι σου μένει, απροσδιόριστο αλλά δυνατό. Ένα κάτι. Που ακινητοποιεί τα αισθητήρια σου άκρα. Η «εικόνα» τους.

Τον άντρα του Γ18 τον συνάντησα χθες. Κι όμως δε θυμάμαι πως έμοιαζε. Το πρόσωπο του είχε εξαρχής ξεθωριάσει. Τον θυμάμαι όμως και τον σκέφτομαι ωσάν βούτυρο που λιώνει πάνω σε ζεστό ψωμί. Φίνα, γλυκιά και βαθιά απλότητα και καθαρή, ώριμη γεύση.

Πριν κανα δυο χρόνια πήγαινα στην ταβέρνα του Αντώνη στη πλατεία. Όχι κάθε μέρα. Κανα δυο μεροκάματα τη βδομάδα. Ε μετά, ήρθε κι η κόρη αυτουνού, άνεργη κι αυτή τι άλλο να κάνει, μεγάλωσε κι η κρίση. Πάει κι αυτό. Τώρα τίποτα. Ποιός να με πάρει, τώρα. Και να θέλει το αφεντικό δε με θέλουν οι πελάτες. Αυτή είναι η νοοτροπία του Έλληνα. Οι γυναίκες θέλουν να βλέπουν νεαρούς κι οι άντρες πιτσιρίκες. Δε τους νοιάζει αν θα σ’ εξυπηρετήσουν σωστά ή γρήγορα. Αρκεί να έχεις ωραία φάτσα. Να είσαι νέος κι όμορφος. Αυτό μετράει. Η εικόνα, φίλε μου. Η εικόνα.