Εκ γενετής

Θαρρώ πως, ναι, είμαστε εκ γενετής εξερευνητές. Κι εκ γενετής χαμένοι. Στη μήτρα αρχικά, στο κόσμο μετά και στον μετά-κόσμο αργότερα. Λες κι όλης της ύπαρξης μας τα μυστικά παίζουν κρυφτό μαζί μας. Δαιδαλώδη μονοπάτια σε δάση πότε σκοτεινά και πότε λουσμένα με φως. Και κουβαρίστρες μπερδεμένες σε χέρια γέρικα, ζαριασμένα και τρεμάμενα που στωικά όλο και προσπαθούν να γνέσουν. Σήμερα εδώ, αύριο εκεί. Μια ζωή περιπλανόμενοι τσιγγάνοι. Στο χάος, πάντα. Να ψάχνουμε. Ν’ αναρωτιόμαστε. Ν’ απορούμε. Αχόρταγοι. Ανικανοποίητοι. Υπεραναλυτικοί στο τίποτα. Απερίσκεπτοι στο όλο. Και τι πριν και τι μετά και τι τώρα. Θαλασσοπόροι, συνέχεια, σε θάλασσες στιβαρές κι αλλοπρόσαλλες.

Και τί ψάχνουμε; Μακάρι να ξέραμε. Και τί βρίσκουμε; Μακάρι να ξέραμε. Τι μέλλει γενέσθαι, ουδείς γνωρίζει. Ούτε ο πιο γνώστης, ούτε κι ο πιο σοφός εξ’ ημών. Κι η Ιθάκη μας κι η Αμερική μας, χώματα καλά κρυμμένα. Κι εμείς ολημερίς κι ολονυχτίς, σκυφτοί,  να καταστρώνουμε σχέδια και χάρτες σε πάπυρους σκονισμένους, με κάρβουνα μισοκαμμένα. Εκ γενετής ονειροπόλοι. Εκ γενετής παράτολμοι. Κι εκ γενετής απελπισμένοι.

Νέα ζωή

Κάποτε, το περβάζι μου στόλιζε ένας πελώριος φουντωτός βασιλικός. Ανέπνεε καλοκαίρι σε κάθε αυγή κι όλο και ψήλωνε. Ήταν η ίδια η ζωή σε κάθε του φύλλο και σε κάθε του κίνηση. Ώσπου, ο καιρός του πέρασε, μαζί με το ατέλειωτο αυτό καλοκαίρι. Κι η ζωή του πήρε να ξεραίνεται. Κι ένα δειλινό μαράθηκε εντελώς. Κι είπα με το μυαλό μου «Πάει. Τελείωσε.».

Και σήμερα, θαρρείς χρόνια μετά, ήρθε ο ίδιος αυτός νεκρός βασιλικός να με διδάξει. Η θαρραλέα φύτρα που ευαίσθητα και σχεδόν λαθραία έχει πετάξει με διέψευσε. Αυτό το ελάχιστο του μικρόκοσμου που σπάνια πιάνει το μάτι σου (όχι γιατί δεν μπορεί αλλα γιατί δεν το αφήνεις). Που τρεμοπαίζει στους αδυσώπητους νησιώτικους ανέμους. Που αγκαλιάζει τα τριγύρω του ξερόκλαδα ακουμπώντας ήσυχα πάνω τους αναζητώντας απάγκιο και στήριγμα.

Και κάπως έτσι, αναρωτιέμαι, τι τελικά είναι το μυαλό μας παρά ο μεγαλύτερος ψευτομάντης τσαρλατάνος. Ορίζει το τέλος, λες και ξέρει και μπορεί. Κι η ίδια η ζωή που ναι μεν προτιμά το γενναιόδωρο πότισμα, τα εύφορα χώματα και τον ζεστό ήλιο αρκείται, εξίσου επιτυχώς δε, σε μερικές βρόχινες σταγόνες, μια αχνή οκτωβριανή δεσμίδα κι ένα άγονο πετρόχωμα. Δεν της χρειάζονται παρά τα ελάχιστα και μπορεί, πράγματι, περνώντας μέσα απ’ τον θάνατο να γεννήσει ξανά ζωή νέα.