Η ανάμνηση της Βαλεντίνας

Θυμήθηκα τον εαυτό μου στην ηλικία εκείνη που άρχιζε να ανακαλύπτει τον κόσμο και τις λέξεις. Και μαγεμένη με κάθετι καινούριο που έρχονταν στα αυτιά μου να ρωτάω τους δικούς μου: «Εγώ πότε θα έχω αναμνήσεις;» (το ίδιο είχα πάθει και με την ‘οικογένεια’!). Κι ήταν μεγάλη έγνοια για μένα τότε. Κι ήταν φοβερός ο προβληματισμός κι η απορία κι η ίντριγκα κι η εσωτερική αναστάτωση που μου προκαλούσε η καινούρια αυτή λέξη. Το να ακούς τους μεγάλους να  λένε αναστενάζοντας «Τι ωραίες αναμνήσεις!» και να μην μπορείς να νοιώσεις τι σόι πράγμα είναι τελοσπάντων αυτές οι αναμνήσεις. Γιατί ναι, θυμόμουν τι έφαγα χθες ή τι χρώμα ήταν τα καινούρια μου παπούτσια ή άλλες καθημερινές κοντινές λεπτομέρειες. Αλλά, άλλο οι θύμησες κι άλλο οι αναμνήσεις.  Άλλο η μνήμη κι άλλο οι μνήμες. Και τώρα που θέλοντας και μη έχω από δαύτες μπόλικες, με πιάνω καμιά φορά να τις απαρνούμαι σκόπιμα. Είναι γιατί μερικές σαν να αγκυλώνουν λίγο. Είναι γιατί έρχονται έτσι στα ξαφνικά. Πάντα παρεμφερώς. Πάντα με μια ασήμαντη αφορμή. Μ’ έναν ήχο, μια μυρωδιά, μια εικόνα.

Τυχαία, βρήκα στον ιστό αυτή τη φωτογραφία. Και μου θύμισε την Βαλεντίνα. Πήγαινα 1η Γυμνασίου νομίζω. Την έφεραν 14 Φλεβάρη στο σπίτι στο χωριό οι γονείς μας. Γεννήθηκε το πρωί της ίδιας μέρας. Αλλά ήταν πολύ αδύναμη κι η μαμά της δεν την ήθελε. Ούτε και καμία άλλη προβατίνα. Είχε παγωνιά κι αν δεν έτρωγε καλά θα πέθαινε. Κι ο παππούς μου, την έστειλε στο χωριό. Μέχρι να δυναμώσει. Στις αρχές τη φοβόμουν. Ένα τετράποδο τερατάκι να τρέχει σαν τρελό πάνω κάτω. Έβλεπα τη μαμά μου να της ανοίγει το στόμα και να την ταΐζει με το μπιμπερό. Και σιγά σιγά σαν να ένοιωσα άνετα μαζί της. Κι ανοίχτηκα. Και την τάιζα μόνη μου. Ήταν σαν μέλος της οικογένειας μας η Βαλεντίνα. Μέχρι που μετά από λίγο καιρό, ο παππούς αποφάσισε πως το αρνάκι δεν κάνει να είναι μέσα στο σπίτι γιατί τα αρνιά δεν ζουν σε σπίτια και πως θα πρέπει να πάει στο φυσικό του περιβάλλον. Και το πήραν. Μα εκείνο, είχε προλάβει να χτίσει τις δικές του αναμνήσεις. Και μας θυμόνταν. Και δεν μπορούσε να προσαρμοστεί με τίποτα στο μαντρί. Και βέλαζε όλη μέρα. Και μας φώναζε όλη μέρα. Κι όταν πηγαίναμε τα Σαββατοκύριακα, μας ένοιωθε κοντά του. Κι έκλαιγε ακόμα πιο πολύ. Κι εγώ που σπάραζα μαζί της, πήγαινα, κρυφά απ’ τον παππού, στο μαντρί και την έβλεπα και την χάιδευα. Κι ήταν απ’ τις λιγοστές φορές που η Βαλεντίνα σταμάταγε το κλάμα. Έπρεπε να φύγω απο κοντά της. Για το καλό της. Έπρεπε να φυλάξει τις αναμνήσεις της και με αυτές να προσαρμοστεί στον κόσμο των ομοίων της. Η Βαλεντίνα πέθανε μετά από λίγο καιρό. Κάτι είχε βγάλει στο λαιμό της.

 1

Πριν από Μαρίνα με ‘λέγαν Μπέμπα. Και πριν από Μπέμπα, Μαργαριτάρι

Περίμενε το λεωφορείο στη Πειραιώς, έξω από τα Jumbo. Μαζί με τη μαμά της και το Κωστή, τον κατά λίγο, όπως φαινόταν, μεγαλύτερο αδερφό της. Πήγαν να ψωνίσουν για το πάρτυ. Είχε τα γεννέθλια της, μια από τις επόμενες ημέρες και θα καλούσε τις φίλες της από την ίδια με εκείνη τάξη. Ένα πανέμορφο πλάσμα. Με μαλλιά τόσο κοντά κομμένα, που αν δε μίλαγε θα ‘παιρνες όρκο πως ήταν αγόρι. Ώσπου μίλησε. Μ’ εκείνη την τόσο μελιστάλαχτη, αγγελική φωνούλα, που ακόμα δεν μπορούσε να αρθρώσει καλά καλά τους φθόγγους.

-«Μαμά, πριν σε πουν μαμά πώς σε έλεγαν;»

-«Μαρία»

-«Και πριν σε πουν Μαρία;»

-«Μπέμπα. Κι εσένα, πριν σε πούν Μαρίνα, μπέμπα σε ‘λέγαν»

«Και πριν από Μπέμπα, πώς με ‘λέγαν;»

-«Ε, πριν από Μπέμπα δεν σε ‘λέγαν τίποτα»

-«Όχι!Με ‘λέγαν… Μαργαριτάρι!»

Πόσο δίκιο έχεις! Μαργαριτάρι είσαι/είμαι/είμαστε, πράγματι, πριν γεννηθούμε. Κρυμμένοι στο όστρακο μιας άγνωστης ζωής, περιμένοντας την ώρα που θα ‘ρθούμε στο φως. Κι όταν έρθουμε στη γνωστή ζωή μας, σαν μαργαριτάρι να μας θαρρούμε κι ως τέτοιο να πορευόμαστε. Κι όταν φύγουμε από αυτή, ξανά, για μια άλλη άγνωστη, πάλι σαν τέτοιο θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε και θα λάμπουμε στον αιώνα των αιώνων. 

Σ’ ευχαριστώ, άγνωστη μικρή μου. Πολύ.