Η ευχή της μάνας σου

Μια γυναίκα πόνεσε κι έκλαψε κάποτε για να σε φέρει στον κόσμο. Και μετά σε είδε. Σε κράτησε στα χέρια της. Και γέμισε το πρόσωπο της απ’ το μεγαλύτερο χαμόγελο. Φωτίστηκε ο κόσμος της κι έλαμψε απ’ άκρη εις άκρην η ψυχή της. Για σένα. Και σου ευχήθηκε, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να ευχηθεί: «Να είσαι καλότυχο. Γερό. Ευτυχισμένο».

Κι ο χρόνος κύλισε. Κι εσύ μεγάλωσες. Και πήρες τη ζωή σου στα χέρια σου. Κι έψαξες πολύ για την ευτυχία. Κι έχασες το δρόμο για την ευτυχία. Και μπλέκεις από πρόβλημα σε πρόβλημα. Και σπας το μυαλό σου με κούφια διλήμματα. Κι αναρωτιέσαι τα τί, τα γιατί, τα εάν και τα πώς. Μπερδεύεσαι σε δαιδαλώδεις λαβυρίνθους. Κι αρκείσαι σε φτιαχτούς, κάποτε ανθισμένους, παραδείσους. Και κλαις και μαυρίζεις. Και ψάχνεις δήθεν την έξοδο. Κι εθελοτυφλείς τόσο βαθιά και τόσο απόλυτα που δεν βλέπεις πως δεν υπάρχει λαβύρινθος. Αυτό που εσύ ονομάζεις ως έτσι, δεν είναι πάρα παραπέτασμα του σκοτεινού, τρομοκρατημένου σου Εγώ. Σκέψου καθαρά. Κοίταξε την αλήθεια κατάματα. Όλα, μα όλα τα πράγματα, είναι απλά. Εμείς είμαστε που τα κάνουμε περίπλοκα. Ξεπέρασε τη δειλία σου. Προσπέρασε τους φόβους σου. Δώσε στο μυαλό σου φρέσκο οξυγόνο και στην καρδιά σου ήλιο. Δεν σου αρμόζουν τα σκοτάδια. Σου πρέπει φως. Και για όνομα του Θεού σου, πάψε να σπαταλάς τη ζωή σου. Δεν σου δόθηκε για να αρκείσαι στα ψεύτικα και τα μισά. Τα ολόκληρα σου πρέπουν. Τα πλήρη. Τα καθολικά. Οτιδήποτε άλλο, διέγραψε το. Και κάνε την ευχή της μάνας σου πράξη: «Να ‘σαι ευτυχισμένο».