Περί ευκαιριών κι επιλογών

Ένα δίλημμα η ζωή μας ολόκληρη. Ταχείες και μονοπάτια που ανοίγονται στο διάβα μας. Ευκαιρίες μικρές ή μεγάλες, σπάνιες ή συνήθεις, αληθινές ή μασκαρεμένες. Προτάσεις, προφάσεις κι αποφάσεις με μονό ή πολλαπλό, κοινό ή διαφορετικό κάθε φορά επίκεντρο. Κι εμείς από γενέσεως μας κυνηγοί κι ιχνηλάτες να αναζητούμε ένα ένστικτο και μια επιλογή.

Κι εσύ, μικρέ μου εαυτέ, που βασανίζεσαι και τρεμοπαίζεις πότε κατά ‘δω και πότε κατά ‘κει, νομίζω πως δεν σου μέλει τίποτα άλλο απ’ το να συνειδητοποιήσεις πως όσο σημαντική είναι μια ευκαιρία άλλο τόσο σημαντική είναι κι η αξιολόγηση της ως τέτοια. Ναι ο δρόμος σου δεν θα ‘ναι πάντα ευθεία. Έχει κι ανηφόρες και στροφές ο πλανήτης μας. Και λαβύρινθους. Και σταυροδρόμια. Κι είναι όλα αυτά που κάνουν το καβαφικό ταξίδι σου ενδιαφέρον. Μα να θυμάσαι πως κι η ευθεία μπορεί να έχει εκπλήξεις. Το ζητούμενο είναι, το δρόμο που τελικά θα επιλέξεις να τον περπατήσεις με καρδιά γεμάτη. Κι ακόμα κι αν σε βγάλει στο γκρεμό, εσύ να μην αδειάσεις. Να τη κρατήσεις την καρδιά σου γεμάτη. Και να ευχαριστήσεις το ένστικτο σου που σε οδήγησε ακριβώς εκεί. Βλέπεις, ακόμα κι εδώ, στο γκρεμό, θα έχεις την σπάνια ευκαιρία ν’ απολαύσεις τη ζωή στο χείλος της.

Παρέλαση από σύννεφα

Παρέλαση από σύννεφα. Στον ουρανό μου. Έξω από το σπασμένο ακριβώς στη μέση τζάμι μου. Χοροπηδάνε. Σ’ έναν άβολο ρυθμό πότε τρέχουν και πότε σέρνονται, πότε μπουσουλάνε και πότε πετάγονται πάνω και πιάνουν μεθυσμένα το χορό.

Και τι δεν πέρασε μπρος τ’ αποσβολωμένα και μαγεμένα μάτια μου. Μια φατσούλα παιδική με ένα χαμόγελο να χάσκει φανερώνοντας τα δυο όλα κι όλα μπροστινά του δόντια, ένα πάνω κι ένα κάτω. Ένας Ποσειδώνας με την τρίαινα ανά χείρας να διατάζει τα από κάτω του πανύψηλα, κάτασπρα και δυνατά κύματα. Το πρόσωπο κι ο τεντωμένος σαν τόξο θώρακας μιας γυναίκας που σπάει το σχοινί τερματίζοντας χρυσή νικήτρια σε κάποια κούρσα δρόμου. Ένας παππούς μ’ αφράτα μάγουλα και φουντωτή γενειάδα να κρατάει ένα μωρό στην αγκαλιά του προσπαθώντας, θαρρείς, να το αποκοιμίσει με κάποιο παλιό κι αγαπημένο νανούρισμα. Κι εκείνο ν’ αγγίζει με το λευκό, μικροσκοπικό του χέρι την άκρη της λευκής γενειάδας και να κλείνει σιγά σιγά τα βλέφαρα του. Είδα κι ένα με γραμμωμένους μύες χέρι κι ένα δόρυ να στοχεύει προς τα δυτικά, εκεί κατά Αιγάλεω μεριά. Είδα και το φεγγάρι ξαπλωμένο σχεδόν ανάσκελα να αφήνεται και να πηγαίνει ξέγνοιαστο.

Είδα, θαρρείς, και τον μέσα μου Θεό, ν’ αποδρά απ’ το στήθος μου και ν’ ακολουθεί την πορεία. Να χάνεται και να μπερδεύεται μέσ’ την ασπρίλα χαχανίζοντας. Και να τρέχει από εδώ κι από ‘κει. Και να ξαναπιάνεται στο πρώτο χέρι που του προτάσσεται. Να πέφτει πάνω στα πουπουλένια στρώματα και να κοιτάζει την θέα από κάτω του. Και να μου χαμογελά καθώς συναντά τα μάτια μου. Και να με διαπερνά φτάνοντας στο εντελώς μέσα μου και να μου λέει «Κάνε μια ευχή!«. Κι ύστερα να με φυσά και να με σβήνει σαν άλλο κεράκι τούρτας. Κι ικανοποιημένος να πέφτει ανάσκελα στο σύννεφο του και να συνεχίζει το ταξίδι. Και να γίνεται, με τη σειρά του σύννεφο.

Ξύπνα

Η λακκούβα στον καναπέ σχηματίστηκε, θαρρείς, με το που κουδούνισε εκείνο το ξυπνητήρι. Το ίδιο εκείνο που σου άνοιξε τα μάτια με το πρώτο φως. Κι ήταν αυτό που, φαντάσου, μια νύχτα σκόπιμα κούρδισες για το επόμενο πρωί. Κι η χάρη σου εγίνηκε. Σαν να σηκώθηκες για λίγο, πριν αποκοιμηθείς ξανά, σ’ έναν χωρίς στάδια, αυτή τη φορά, ύπνο. Και το κάποτε φίνο ύφασμα σαν πήρε να ριτιδιάζει.

Και στο κουδούνι που δεν απάντησες, και στο τηλέφωνο που δεν σήκωσες, και στην πόρτα που δεν διάβηκες φυλάκισες την γυαλάδα σου. Σ’ έχει βολέψει η θαμπάδα σου τόσο που ξέχασες πως είναι να λάμπεις. Αποττάσεις τον λιγοστό σου χρόνο απορρίπτοντας την παραμικρή απόπειρα κίνησης. Λες και ρίζωσες σ’ ένα αιώνιο ξενέρωμα, σε μια αέναη επανάληψη.

Ξύπνα.