Ο ξανθός άγγελος του πρωτόσκαλου

Κάθε πρωί τον συναντώ στο ίδιο ασβεστωμένο σκαλοπάτι. Αξουροξυπνημένος, ακόμη, με τις τρυφερές χαρακιές του μαξιλαριού στο πρόσωπο του. Και τα μάτια του χαραμάδες μισόκλειστες που με βια προσπαθεί το εκτυφλωτικό φως να εισχωρήσει,πότε καταφέροντας το και πότε όχι.

Πάντα με το σορτσάκι του κι ένα τιραντέ μπλουζάκι, χαζεύει, θαρρείς γιομάτος απορία, τους περαστικούς και τους τουρίστες. Και στα γεμάτα μπουκλάκια μαλλιά του, αν τύχει και φυσάει ένας από εκείνους τους νησιώτικους ανέμους, να μπλέκεται η ανάλαφρη κουρτίνα της πόρτας. Να προσπαθεί να τον φτάσει και να μην τον φτάνει. Και να επιστρέφει στη θέση της και να ξαναπαίρνει ώθηση και, γιούπι!, τελικά να τα καταφέρνει. Και στα πόδια του μια κεραμιδί γάτα να τρίβεται και να γουργουρίζει. Και πιο δίπλα του ένα πλαστικό χρωματιστό πιάτο με 5-6 πτι μπερ μέσα κι ένα ποτήρι χυμό, πλαστικό κι αυτό. Που και που, αφήνει τους διαβάτες κι επικεντρώνεται στα πτι μπερ του. Κι αρπάζει ένα και το μασουλάει αργά, σίγουρα θα πρέπει να του λείπουν ακόμη μερικά δόντια.

Πότε χασμουριώντας, πότε τρίβοντας τα μάτια του με τις μικρές γροθιές του και πότε χαιδεύοντας την κεραμιδί γάτα μετράει κι ας μη το ξέρει το σφυγμό της ζωής. Ένας ξανθός άγγελος του πρωτόσκαλου που απολαμβάνει την τεμπέλικη πρωινή ραστώνη και το εκτός κρεβατιού χουζούρεμα. Που σαν να σου βγάζει γλώσσα και να σε κοροιδεύει που το σχολείο το δικό σου είναι και τα καλοκαίρια ανοιχτό ενώ το δικό του όχι. Που καταφέρνει μην κάνοντας απολύτως τίποτα να πλημμυρίζει τα πρόσωπα των μεγάλων με χαμόγελα, αθώα κι αυθεντικά, κι αισιοδοξία.

Και που να ‘ξερε πόσο σημαντική είναι η ύπαρξη του και στα δικά μου πρωινά. 

Advertisements

Αυτός, Αυτή και το χαστούκι

8:00 και κάτι, Χώρα, Μπροστά σχεδόν στα Hondos

Ένα ζευγάρι ξενύχτηδων γύρω στα είκοσι-κάτι. Με την καπνίλα της νύχτας κολλημένη στα πρόσωπα και τα ρούχα τους. Αλκοόλ και ιδρώτας να ανακατεύονται με τους ανέμους καθώς προχωρούσαν ανάμεσα στους ανίδεους κρουαζιεροτουρίστες. Και τα μαλλιά τους, θαρρείς σαν μακό βγαλμένα μόλις απ’ το πλυντήριο. Κι η φωνή τους, θαμπή και βραχνή κι αυτή.

Πότε εδώ και πότε εκεί, πότε περπατώντας και πότε παραπατώντας προχωρούσαν μιλώντας σε τόνο υψηλότερο σίγουρα του κανονικού. Κάτι είχε γίνει, το δίχως άλλο. Μάλλον αυτός τη ζήλευε. Μάλλον αυτή τον προκάλεσε. Ακόμα κι οι πορείες τους στο πλακόστρωτο αλληλοζηλεύονταν. Προπορεύθηκε για λίγο αφήνοντας την πιο πίσω. Και ξαφνικά σταματάει το βήμα του. Γυρνάει προς εκείνη. Την περιμένει. Κι αυτή κοντοζυγώνει. Και στο ακριβώς ένα βήμα πίσω του, το κεφάλι της αλλάζει πορεία. Κι απο ευθεία κλίνει απότομα προς τ’ αριστερά. Ήταν σαν κάτι βιντεοταινίες του ’80. Που ο ένας ηθοποιός χαστουκίζει τον άλλο και που πρώτα βλέπεις τη κίνηση και μετά ακούς τον ήχο. Και λες και το κεφάλι της έμεινε σ΄εκείνη τη θέση για αιώνες. Κι αυτός συνέχισε να φωνάζει: «Είσαι η μεγαλύτερη π****** που έχω γνωρίσει».

Κι εκείνη ατάραχη, Δεν φάνηκε να την ένοιαξε και πολύ. Ούτε το χαστούκι, ούτε οι λέξεις. Πιο πολύ τρόμαξαν οι Κορεάτες τουρίστες που έτυχε να περνούν από δίπλα τους αθώοι άμαχοι με τις παρδαλές φούστες και τις παπαρατσοφωτογραφικές τους. Του χαμογέλασε μόνο ειρωνικά. Και το μόνο που του είπε ήταν: «Είμαι η μεγαλύτερη μ****** που έχεις γνωρίσει». Και συνέχισε το δρόμο της αγνοώντας τον μα μ’ εκείνο το πονάω-αλλά-δε-θα-στο-δείξω χαμόγελο κολλημένο στο πρόσωπο της.

Και το νησί συνέχιζε να χασμουριέται.