Είμαι έτοιμη

Ποτέ δεν τον φοβήθηκα τον δρόμο. Ίσως επειδή από μικρό παιδί οι γονείς μου μ’ έμαθαν πως για να περπατήσεις χρειάζεται κουράγιο και δύναμη. Να πέφτεις και να ξεφυσάς. Να κλαις και να πανικοβάλεσαι. Να πονάς και να αγωνιάς. Αλλά πάντα να συνεχίζεις. Να βλέπεις εκείνον το Θεό μέσα σου που όλα τα μπορεί και που όλα τα αντέχει. Να μην σταματήσεις να ακούς αυτόν τον ίδιο Θεό που με φωνή παιδική σου ψιθυρίζει «Σήκω». Ν’ αγναντεύεις στο βάθος τον ορίζοντα που σε περιμένει και να χάνεσαι μέσα του. Να τον φτάνεις πριν ακόμα φτάσεις. Να ζεις τα χρώματα του, τις καινούριες θέες που έχει να σου δείξει. Να τον μυρίζεις, να τον γεύεσαι καθώς βηματίζεις φτάνοντας όλο και πιο κοντά του.

Δεν τον φοβάμαι τον δρόμο. Θα τον περπατήσω. Είμαι έτοιμη. Έχω ό,τι χρειάζομαι:Εμένα. Και τον Θεό μέσα μου.

Advertisements

Η εμπειρία του να ‘σαι μουγγός

Εδώ και δυο μέρες η φωνή μου έσβησε. Στην αρχή ο ήχος μου ήταν κάπως σαν γτρατζούνισμα ηλεκτρικής κιθάρας. Μετά έγινε γουργούρισμα γάτας και τώρα απλά έχει ολωσδιόλου εξαφανιστεί. Μόνο άναρθρα επιφωνήματα και κραυγούλες και that’s it. Αυτό, ωστόσο, που με απασχολεί περισσότερο δεν είναι οτι δεν έχω φωνή (αυτή, είπε ο γοητευτικός γιατρός της Σωτηρίας, θα επανέλθει σταδιακά) αλλά οτι δεν μπορώ να ακουστώ.

Η μουγγαμάρα μου λες και με απήγαγε απ’ το οπτικό πεδίο των άλλων. Οι τόνοι, τα μέταλλα, το ηχόχρωμα της λεκτικής μου ύπαρξης σαν να εξαφανίστηκε κι αυτό μαζί με τη φωνή μου. Είμαι διάφανη, αόρατη. Παλιά μπορούσα, να μιλήσω το μήνυμα μου κι αν αυτό δεν έφτανε στα αυτιά των άλλων μπορούσα να το σπρώξω ακόμα πιο πολύ ανεβάζοντας το σε υψηλότερη κλίμακα. Μπορούσα να δείξω ευγένεια, τρυφερότητα ή αγάπη μέσα απ’ τη φωνή μου. Μπορούσα να σου πω ‘ορίστε’ κι ‘ ευχαριστώ’ όταν μου ‘δινες τα ρέστα. Μπορούσα να σου ζητήσω οδηγίες αν χανόμουν. Μπορούσα να επιμείνω αν δεν καταλάβαινες τι σου ζητούσα. Μπορούσα και να σου τη πω αν έτσι ένοιωθα. Μπορούσα, βρε αδερφέ, να τσιρίξω άμα με νευρίαζες. Και τώρα που δεν έχω φωνή είναι λες δεν υπάρχω για σένα.

Τελικά, νομίζω ο περισσότερος κόσμος, σήμερα, εδώ, βαριέται να ακούσει και να μιλήσει. Βαριέται να χαμογελάσει, να σε αγγίξει, να μιλήσει με το σώμα του, τα χέρια, τα μάτια του. Μιλάει γιατί του μιλάς. Κι όταν δε του μιλάς απλά δε σου μιλάει. Κι ας ξέρει πως δεν το κάνεις όχι επειδή δεν θες αλλά επειδή δεν μπορείς. Δεν τον νοιάζει. Κουράστηκε, όχι μόνο να μιλάει αλλά και να επικοινωνεί. Κουράστηκε γενικά.

Αιώνια αναπάντητα ερωτήματα

Απο χθες ταξιδεύω στο σύμπαν. Ανάμεσα σε αιώνια κινούμενες σφαίρες η κβαντική μου ενέργεια παίρνει τη μορφή του μυαλού μου. Συναντά τον ζωοδόχο ήλιο και για πρώτη φορά τον κοιτά από τόσο κοντά. Χωρίς πριν και χωρίς μετά. Ένα ατελείωτο τώρα. Η απόλυτη δυναμική της στιγμής. Κόντρα σε κάθε βαρύτητα ατενίζω το υπερπέραν και μαγεύομαι. Και μέχρι να γυρίσω το κεφάλι μου από τη μια πλευρά στην άλλη οι σφαίρες έχουν ήδη μετακινηθεί κι εγώ βρίσκομαι σε άλλο σημείο της δίνης.

Κι όταν μετά από ώρες η ανθρώπινη μου υπόσταση με ξαναφέρνει στο τρομαγμένο και ζαλισμένο μου σώμα η ύλη μου με επαναπροσδιορίζει. Ξανά καρφωμένη σ’ ένα απειροελάχιστο σημείο να σκέφτομαι, να ονειρεύομαι και να φοβάμαι. Είμαι στ’ αλήθεια τόσο, μα τόσο,  μικρή που θέλω όσο τίποτα άλλο να κρυφτώ πίσω από το φουστάνι της μαμάς μου όπως όταν παιδούλα μου μιλούσαν συγγενείς, φίλοι ή γνωστοί. Έρχομαι και χάνομαι χωρίς να ξέρω αν και πως ποτέ ξαναβρεθώ. Κι όλα τα μάτια που συναντώ προσπαθώ να τα κοιτάω καλά καλά μην και μέσα τους αναγνωρίσω κάτι απ’ τον αιθέρα. Κι αν έχω ξανασυναντηθεί μαζί τους κάποτε θα μπορέσω, άραγε, να θυμηθώ; Ο απόλυτα σοφός συγχρονισμός των πάντων, η καθολική αρμονία του όλου κι η ανησυχία του μέρους. Αιώνια αναπάντητα ερωτήματα. Πώς βρέθηκα εδώ και γιατί; Που θα ‘μαι μετά και ποιόν σκοπό καλούμαι να επιτύχω όσο βρίσκομαι εδώ; Άραγε, θα μας φανερωθεί ποτέ η αλήθεια;