Το κορίτσι του βουνού και της λίμνης

Ήταν, λέει, μια φορά κι ένα καιρό, ένα κορίτσι που γεννήθηκε σε μια γη ξερή πέρα ως πέρα κι επίπεδη ως εκεί που φτάνει ανθρώπου μάτι. Την ευθεία του ορίζοντα διέκοπτε μόνο ένας ψηλός, κοφτερός βράχος με μπόι βουνού ολάκερου. Το κορίτσι από μικρό αντίκριζε τον πανύψηλο βράχο και πίστευε βαθιά μέσα του πως μια μέρα θα καταφέρει να ανέβει στην κορυφή του.

Όταν, κάποτε, οι δυνάμεις του άρχισαν να του βαστάνε ξεκίνησε την ανάβαση. Κάθε μέρα και κάθε χρόνο της ζωής του πάλευε με νύχια και με δόντια να ανέβει όλο και πιο ψηλά. Δούλευε και περίμενε στωικά πως μια μέρα θα πατούσε στην κορυφή του βράχου της. Απ’ την σκληρή προσπάθεια τα χέρια και τα πόδια της τράχυναν και σαν γάντζοι μπορούσαν πια να γραπώνονται στις απότομες πτυχές του βράχου. Οι μύες της λες κι είχαν πάρει το σχήμα του αναβάτη. Και το κορίτσι βλέποντας τη κορυφή να έρχεται όλο και πιο κοντά έβαζε κι άλλη, κι άλλη δύναμη, μέχρι που μια μέρα τα γυμνά και ματωμένα της πόδια άγγιξαν την κορυφή. Και το κορίτσι φούσκωσε απο περυφάνια για τον εαυτό του. Ένοιωθε τόσο ευτυχισμένο που δεν ήθελε να κατέβει από εκεί πάνω. Χάζευε τον ορίζοντα μερόνυχτα ολάκερα κι όταν ένα πρωί το μάτι της πήρε κάπου στο πέραν μια γαλάζια αστραφτερή στο πρώτο φως του ήλιου λίμνη, είπε «Τί όμορφο και διαφορετικό βουνό!» και θέλησε να το κατακτήσει. Έτσι, κίνησε για τη λίμνη έχοντας βρει έναν άλλο στόχο στη ζωή της.

Μετά από μέρες έφτασε στη όχθη του γαλάζιου «βουνού» της κι ευθύς ξεκίνησε την ανάβαση. Μα με το πρώτο κιόλας βήμα…»Μπλούμ!»,  έπεσε μες το νερό. Ξαφνιασμένο το κορίτσι, ξαναβγήκε στην όχθη μα κάμοντας ξανά να σκαρφαλώσει στη λίμνη, έπεσε πάλι μες το νερό. Το πόδι που σήκωνε για να πάει πιο πάνω και το χέρι που άρπαζε να κρατηθεί από μια αχτίδα ήλιο την έβαζε ολάκερη κάτω από το νερό. Σαστισμένο το κορίτσι άρχισε να φοβάται. Μην μπορώντας να καταλάβει γιατί το σώμα της δεν ακολουθούσε την επιδιωκόμενη πορεία θύμωνε και πείσμωνε κι άλλο. Μα όσο περισσότερο προσπαθούσε τόσο πιο πολύ βυθιζόταν στη λίμνη.

Μέχρι που ένας άλλος άνθρωπος την είδε απ’ την αντίπερα όχθη. Έβαλε τα γέλια μαζί της και της φώναξε : «Τί κάνεις κορίτσι μου εκεί; Δεν το βλέπεις πως άμα συνεχίσεις έτσι θα πνιγείς;» Μην μπορώντας να καταλάβει το κορίτσι τι γινόταν του ούρλιαξε «Σταμάτα να γελάς μαζί μου και πες μου πως έφτασες εκεί!» Τότε κι εκείνος της φώναξε «Δεν έχει νόημα η δύναμη που βάζεις. Όοο, και να προσπαθήσεις δεν πρόκειται ποτέ να σκαρφαλώσεις τη λίμνη. Πρέπει να αφήσεις τον εαυτό σου σ’ αυτήν, να εμπιστευθείς τα ρεύματα της κι εκείνα θα σε βγάλουν στο τέρμα».

Ιστορία, όπως, περίπου, την αφηγείται η B.D. Angelis.