Ο άντρας που ‘παιζε χαρτιά με μια καρέκλα

Starbucks, Μοναστηράκι.

Μπήκε σαν σίφουνας στο μαγαζί. Ένας άντρας τρομερά αποφασιστικός . Περίπου στα 30 του, μικροκαμωμένος, καστανόξανθος, ελαφρά αλλήθωρος.  Μ’ένα φουσκωτό κόκκινο φλιν μπουφάν και τζιν παντελόνι. Εκείνο το τζιν το κλασσικό γαλάζιο, το σκληρό που το φοράνε μέχρι πάνω στο στομάχι. Κατευθύνθηκε αμέσως στο μπαρ. Σίγουρα έχει ξανάρθει πολλές φορές εδώ. Ένα μπουκάλι νερό όλη κι όλη η παραγγελία του. Το πληρώνει. Το παίρνει αμίλητος. Ένας άντρας τρομερά ανασφαλής. Θαρρείς, εκτεθειμένος. Ένας όρθιος φοβισμένος στα μάτια των καθισμένων. Παίρνει το νερό του κι απομακρύνεται χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του κατά πάνω. Πλησιάζει στο τραπέζι το μικρό, εκείνο κάτω απ’ τη σκάλα.

Σχεδόν μισοκρυμμένος, στη γωνία του, αρχίζει να νοιώθει ξανά ασφάλεια. Βγάζει προσεκτικά το μπουφάν στρώνοντας το στην πλάτη της απέναντι του καρέκλας.  Στη μια άκρη του τραπεζιού τοποθετεί σιγά σιγά το νερό του. Κάθεται προσεκτικά στο καναπεδάκι. Ανοίγει το τσαντάκι του και βγάζει την τράπουλα. Ξεκουμπώνει το πλαστικό μαύρο ρολόι του και το στήνει στο κάθισμα της γνωστής απέναντι άδειας καρέκλας. Αν το σκεφτείς, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η απέναντι καρέκλα έχει γίνει ένας άλλος άνθρωπος. Με μπουφάν και ρολόι. Μοιράζει τα χαρτιά. Σ’ εκείνον και στην καρέκλα. Κι αρχίζει να παίζει. Μια για ‘κείνον και μια για ‘κείνον. Μετά από λίγο χαμογελά πλατιά.

Την νίκησε και πάλι. Την άδεια καρέκλα. Τον εαυτό του, όμως;

ΥΓ: Πόση μοναξιά σ’ αυτή τη πόλη.