Ένας κόσμος τρελαμένος

Πρόσεξα τον άνθρωπο που στεκόταν δίπλα σου στη τράπεζα κρατώντας τους αγκώνες του και χτυπώντας νευρικά το τακούνι του στο δάπεδο. Εκείνον που σε σκούντησε στο σούπερ-μάρκετ ή εκείνον που έβαλε το χέρι του στις προς κλείσιμο πόρτες του μετρό για να σταματήσει τη ροή. Και που ο άλλος δίπλα σου του ‘γνεψε αγριεμένα να τελειώνει. Εκείνη την εργαζόμενη μάνα που φωνάζει απ’ το τηλέφωνο στο παιδί της (και που δεν φοράει βέρα) και που δίπλα της λυσσομανάνε οι κόρνες κι οι εξατμίσεις κάνοντας την να φωνάζει ακόμα πιο δυνατά για να ακούσει στην άκρη της γραμμής την απάθεια. Εκείνον τον τύπο με τον σκύλο στο πάρκο που περνώντας βρήκε ξυστά των ώμο σου και που σ’ αγριοκοίταξε μουρμουρίζοντας κάτι. Εσένα που βρίζεις τον οδηγό εκείνου του αμαξιού που καθυστέρησε να στρείψει και που σ’ έκανε να χάσεις το πράσινο φανάρι της διάβασης. Πρόσεξα κι εκείνον τον δόλιο που τρέχει όλη την ώρα με την γραβάτα του σφιγμένη να προλάβει. Ή ο κόσμος έχει τρελαθεί ή τα μάτια μου. 

Προσπαθώ να δω. Να βρω. Τη ψηφίδα εκείνη που τελειοποιεί το οικοδόμημα. Τί πάει λάθος; Τί δεν έκανες σωστά; Τί σου λείπει; Τί δεν έχεις; Τί ψάχνεις και δε βρίσκεις; Τί σε κάνει να πεθαίνεις κάθε μέρα αντί να ζεις τη κάθε μια; Να ξεφυσάς και να κοκκινίζεις; Να είσαι κάπου μα κάπου αλλού; Να τρέχεις μα ποτέ να μην φτάνεις; Πώς έχασες το δρόμο σου; Πώς έγινες έτσι; Τί σε κάνει, άνθρωπε, να τρελαίνεσαι; Και πώς σου το επιτρέπεις;

Advertisements

Απελευθέρωση

Ενα γρήγορο, ευθύ φτερούγισμα και τέλος. Χωρίς πολλές πολλές σκέψεις. Μα με τη καρδιά γεμάτη έγνοια. Και τα μάτια υγρασία, παραπάνω απ’ την κανονική. Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί, ίσως εδώ και πολύ καιρό, αλλά που τελικά μόλις σήμερα ειπώθηκε. Σαν δήμιος που σπάει με μια και μόνο τσεκουριά τα σιδερένια δεσμά του μέχρι εκείνη τη στιγμή σκλάβου του.  Κι όμως. Το αγάπησα αυτό το πλάσμα. Όταν πέρυσι, τον πρώτο μας χειμώνα μαζί, αρρώστησε το φρόντισα με όλο μου το είναι. Του έβαζα σταγόνες στο νεράκι του και το άφηνα μπροστά στην κλειστή μπαλκονόπορτα να λιάζεται για να αναρρώσει γρηγορότερα. Όταν του κοβόταν η ανάσα κι η αναπνοή του θαρρείς και του ήταν ένα μαρτύριο, υπέφερα μαζί του. Το πόνεσα. Το αγάπησα αυτό το πλάσμα. 

Έπρεπε να το κάνω. Σήκωσα το κλουβί του στο ύψος των ματιών μου. Το κοίταξα για τελευταία φορά. Κι αυτό, λες και διαισθανόταν τι θα επακολουθούσε, γύριζε το σώμα του, αδημονώντας σχεδόν, κατά την πόρτα. Και τότε έσυρα το πελώριο στα μάτια του φράχτη προς τα πάνω. Κι ο κόσμος του έπαψε να έχει κάγκελα. Είδε τον ουρανό χωρίς περιοριστικά πλέγματα. Σκέφτηκα «τώρα είναι η ώρα σου». Θα σκέφτηκε «τώρα είναι η ώρα μου».  Και χώνοντας το σώμα του κατά το άπειρο πετάχτηκε έξω. Για ελάχιστο του δευτερολέπτου η ταχύτητα των αιθέρων του έκαψε τα φτερά. Μα φτερούγισε πιο γρήγορα και συνέχισε κατά τον ήλιο. Μακριά μου, μα ελεύθερο. 

Απ’ την τελευταία φορά

Απ’ την τελευταία φορά έχει αλλάξει ο καιρός κι οι καιροί. Η θερμοκρασία, η περιεκτικότητα του αέρα σε οξυγόνο, τα χρώματα των δέντρων και των κυττάρων μας. Οι καθημερινές μέρες και νύχτες. Τα πρωινά που πια έχουν τσάι περγαμόντο εκ Θεσσαλονίκης μιας κι ο γαλλικός εξ’ Ομονοίας σερβίρεται αργότερα. Έχει αλλάξει ο τρόπος που ο χρόνος υπολογίζεται. Η αριθμητική, η ίδια, πια είναι διαφορετική. Το ένα κι ένα κάνει το άπειρο. Βάρη ήρθαν και φύγαν, άγχη και αγωνίες εξουδετερώθηκαν. Και τώρα, κάμποσος καιρός απ’ την τελευταία φορά, μια άλλη φάση. Στην οριζόντια πορεία μας ένα άλλο διάστημα. Βροχερό, μα εύφορο. Φθινοπωρινό και μελαγχολικό, μα αναζωογονητικό και δροσερό. Απ’ την τελευταία φορά μια άλλη πορεία με άλλες συντεταγμένες στη πυξίδα. Χωρίς προορισμό, μα με δείκτες βορά και νότου να πάλλονται ξανά σ’ ένα καντράν. Απ’ την τελευταία φορά ένας άλλος αέρας, Κι η ζωούλα μας σπόρος και στροβιλίζεται. Σε ποιο χώμα θα πέσουμε, ποιος νοιάζεται. Καλοδεχούμενο ‘θε να ‘ναι. Ό,τι και να ‘ναι. Εμείς θα πάμε. Κι όπου μας βγάλει. Και αυτή τη φορά.