Σε συμφωνία με την αλήθεια

Οι μέρες που περνούν μια προς μια χωρίς να ξέρεις που και γιατί σ’ οδηγούν εκεί, ο λόγος πίσω απ’ τα πράγματα, το ζητούμενο του πεπρωμένου σου που σαν χρέος ανεκπλήρωτο στέκεται αδιάκριτα δίπλα σου για να σε χτυπά στον ώμο και να σου υπενθυμίζει την παρουσία του. Απ’ το πιο μικρό εως το πιο μεγάλο, όλα μα όλα τα γεγονότα στη ζωή μας είναι αυτό που ως από λέξεως τίθενται: ‘γεγονότα’. Αλήθειες υπαρκτές που δεν μπορείς ν’ αποφύγεις, όσο κι αν το θες ή όσο κι αν το προσπαθείς. 

Αν υπάρχει, λοιπόν, ένα ζητούμενο, αυτό δεν είναι το πως μπορείς να αποφύγεις την αλήθεια. Γιατί δεν μπορείς. Δεν είναι το πως θα αντιδράσεις στην αλήθεια που με ευγένεια ή αγένεια σου ζητά τα ρέστα της. Αν υπάρχει κάτι που ενδεχομένως να μπορείς αυτόνομα να ρυθμίσεις είναι, μάλλον, το εάν και κατά πόσο θα μπορέσεις να επιδράσεις πάνω στην αλήθεια. Ο χρόνος κι ο χώρος που της δίνεις κρίνει εν τέλει το αποτέλεσμα της διαπροσωπικής σας συναλλαγής. Οι αλήθειες της ζωής σου τρομοκρατούν την ηρεμία σου, σίγουρα. Όμως αν εστιάσεις τη προσοχή σου λίγο παραπάνω, θα προσέξεις πως κι εκείνες με τη σειρά τους πανικοβάλλονται απ’ την ψυχραιμία σου. Γι’ αυτό προτείνω όταν η αλήθεια θέλει κάτι να σου πει να μη κλείνεις τ’ αυτιά σου και να μην φωνασκείς αλλοφρώνως. Μόνο παρατήρησε κι άκου καλά. Όταν η αλήθεια σου μιλάει στράγγιξε το κάθε της φθόγγο, το κάθε φωνήεν και το κάθε σύμφωνο της. Κι όταν μετά, σχηματίσεις λέξεις και κατανοήσεις το μήνυμα της ίσως και να επέλθει η μεταξύ σας συμφωνία. 

Η ναρκομανής του 049

Στάση ‘Μοσχάτο’. Κοντά μαλλιά, καστανά, ίσια, αδύνατα. Πρόσωπο σχεδόν μελαψό. Εκείνο το σκούρο σταχύ που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ευθύνεται ο ήλιος ή τα γονίδια για το αποτέλεσμα. Σώμα στεγνό, ταλαιπωρημένο, ελαφρά κυρτωμένο προς τα μπρος. Χέρια με βούλες, να προδίδουν τις φορές που έχουν τρυπηθεί. Και στο δεξί της καρπό 2-3 από εκείνα τα πλαστικά βραχιόλια του ενός ευρώ κι ένα παιδικό ρολόι με γαλάζιο λουράκι να σφίγγει τις τιναγμένες φλέβες των δαχτυλιδιών της Αφροδίτης.  Καθισμένη στη τετράδα μπροστά απ’ την μεσαία πόρτα. Χαμένη σ΄έναν κόσμο δικό της, πλαστό κι εξ’ ολοκλήρου δανεικό.

Στάση ‘Ταύρος’. Οι κενές θέσεις ανύπαρκτες. Μια άλλη γυναίκα με το κοριτσάκι της επιβιβάζεται. Και … μπουμ! Η γυναίκα εντοπίζει μάνα και κόρη. Σηκώνεται απευθείας. «Ελάτε να καθίσετε. Όχι, όχι! Ελάτε!». Το λεωφορείο προχωρά. Το καμπανάκι χτυπάει. Κόσμος κατεβαίνει. Θέσεις αδειάζουν. Κι η καθ’ υπόνοια γυναίκα ξανακάθεται, απέναντι αυτή τη φορά απ’ το κοριτσάκι.Κι εδώ αρχίζει η πραγματική ιστορία της.

«Πώς σε λέένε; Ιωαάννα… αα τι ωραίο όόνομα!Έχω κι εγώ μια κόρη. Ναι. Στην ηλικία σου. Τη Θοδωρούλα. Εσύ πόσο είσαι έξι-εφτά; Aα…έξι. Η κόρη μου είναι οχτώ. Πας σχολείο; Θα πάς πρώώτη φέτος! Αα μπράάβο! Άντε με το καλό!Θα σ’ αρέέσει, θα δεις. Είναι ωραία στο σχολείο. Και δεν είναι δύσκολο. Όχι, όχι!Δεν είναι δύσκολα! Εε λίίγο τα γράμματα μέχρι να μάθεις..το α, το βου τέτοια..Η κόρη μου κάνει λάθος στο ρου. Κάνει το κουλουράκι και βάζει το μπαστουνάκι απ’ την άλλη πλευρά. Ναι..ναι..αλλά εντάξει δεν είναι δύσκολα. Θα σ’ αρέσει. Θα κάνεις και φίλες…Ωραία, ωραία!Μια χαρά!Να τη χαίρεστε!Πού είμαστε; … Κατεβαίνω εδώ. Καλή αρχή!Να τη χαίρεστε!Γεια σου! γεια σου!»

Μια εικόνα και μια πραγματικότητα εκ διαμέτρου αντίθετες. Το πλάσμα αυτό, αυτή η ναρκομανής του 049, έκρυβε τόσο καλά και τόσο προσεκτικά, πίσω απ’ το σκονισμένο της πρόσωπο και την ερειπωμένη εικόνα της, ένα μεγάλο και κάτασπρο χαμόγελο. Ένας άνθρωπος πίσω απ’ τα θαμπά παραπετάσματα. Ποιος να το φανταζόταν πως αυτή η σπίθα που έδινε στο πράσινο έναν άλλο ορισμό κείτονταν, θολή κι αλλήθωρη, πίσω από ένα ζευγάρι μισόκλειστα, άρρωστα μάτια. Η ναρκομανής του 049, είναι αυτή που με δίδαξε, σήμερα, πως η αγάπη, η τρυφερότητα κι η καλοσύνη δεν γίνεται να χωρέσουν σε προκάτ εντυπώσεις ενός ενίοτε μυαλού-εργολάβου. Δεν γίνεται, απλά.