Η ζεσταινόμενη κυρία

Η ζεσταινόμενη ηλικιωμένη κυρία με το λευκό καπέλο, τα μεγάλα γυαλιά ηλίου και τα τριμμένα λευκά νοσοκομειακά τσόκαρα περίμενε ντάλα μεσημέρι το λεωφορείο. Δεν άντεχε την τόσο υψηλή θερμοκρασία, ήταν ολοφάνερο. Την πειράζει ο ήλιος. Όπως κι αυτά τα κουνούπια που τα βράδια της ρουφάνε, μέρες τώρα, λίγο-λίγο το γλυκύτατο αίμα της. Τι να κάνει δε ξέρει με δαύτα. Την έχουν καταφάει. Τόσο που αναγκάζεται να βάφει τα μπράτσα της με βάμμα. Και το άτιμο δεν βγαίνει εύκολα απ’ το ποτισμένο δέρμα. Μένει εκεί στάμπα και πελώριο έγχρωμο μπάλωμα. Η αγωνία της να προλάβει να μπει στο λεωφορείο μόλις εκείνο θα ‘φτανε ήταν τόσο μεγάλη, ακατανίκητη σχεδόν, που την έσερνε, ολόκληρη γυναίκα, κάτω απ’ το πεζοδρόμιο. Βγαλμένη στην άκρη της Πειραιώς, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, περίμενε και περίμενε. Πότε ξεφυσώντας και πότε σκουπίζοντας με ένα μαντήλι το μέτωπο της. Πάλευε με όλα. Τη ζέστη,τις κόρνες των αμαξιών που ξυστά την προσπερνούσαν, τις σάρκες, το μυαλό της. Η αμανίκωτη εμπριμέ ρόμπα της θαρρείς και είχε κολλήσει επάνω στο ιδρωμένο και πλαδαρό απ’ τα χρόνια σώμα της. Τα πόδια της πρησμένα απ’ την ορθοστασία και την καυτή άσφαλτο με δυσκολία την βάσταγαν καθέτως. Δίπλα στα δικά της, τα τέσσερα πόδια του καροτσιού της ψήνονταν κι αυτά πάνω στο πυρακτωμένο τσιμέντο.

Όταν τελικά το λεωφορείο ξεπρόβαλε, δεν σταμάτησε μπροστά της. Συνειδητοποιώντας την λανθασμένη της πρόγνωση και φοβούμενη μην αυτό φύγει χωρίς εκείνη, του ξεκίνησε τα παρακάλια «Έλα πιο μπροστά καλό μου!«. Μα το δόλιο δεν εκάτεε την ακοή κι έτσι η ηλικιωμένη κυρία πατώντας μια στο ένα πόδι και μια στο άλλο και σέρνοντας με δυσκολία το τετράκυκλο τσαντικό της έβαλε πλώρη για την κοντινότερη μπροστινή πόρτα. Ανέβηκε, στήθηκε και δεν ξανακουνήθηκε ούτε χιλιοστό. Εκεί μπροστά, ακάθεκτη, κολλημένη σχεδόν, στο μεγάλο τζάμι. Ατάραχη, παρά τις νευρικές και κάθε άλλο παρά χαμηλόφωνες υποδείξεις του οδηγού να περάσει πιο πίσω. Ήταν αποφασιμένη, no matter what, να μη το κουνήσει ρούπι από εκεί δα. Αναγκαιότητα του μυαλού της, βλέπεις. Διότι, σου λέει, αν χάσω τη στάση, τι θα κάνω με τέτοια ζέστη και τόσο γέρικο σώμα; Και κάπως έτσι, η μπροστινή πόρτα του λεωφορείου ακυρώθηκε ως πόρτα-είσοδος/έξοδος μέχρις ότου η ζεσταινόμενη κυρία να κατέβει στον προορισμό της.

Θα μου πεις, «μια ακόμη μορφή«. Θα σου πω, «μια ακόμη μορφή. Μοναδική, όμως«.

Advertisements

Σταμάτα κι αφουγκράσου

Η μαγεία ελοχεύει στη κάθε μέρα, στο κάθε λεπτό και στο κάθε δευτερόλεπτο. Μηχανισμός αρχέγονος, δεδομένος, απαρατήρητος σχεδόν, απλός μα και πολύτιμος στο κέντρο του προσωπικού αλλά και συνολικού σύμπαντος. Η στιγμή που πρόθυμα και γενναιόδωρα, εξ’ ολοκλήρου αλτρουιστικά, μας χαρίζεται. Σε κάθε εισπνοή και σε κάθε εκπνοή ο κόσμος συμπικνώνεται κι η ζωή εγκλωβίζεται στην ύλη μας.

Κι εμείς, όντα προγραμματισμένα για τα δύσκολα και τα περίπλοκα, σαστίζουμε μπρος τ’ απλά. Πες μου, λοιπόν, αχάριστε μικρέ εαυτέ μου. Πόσες φορές παρατήρησες την ανάσα σου; Πόσες φορές κατάλαβες τι τελοσπάντων κάνει αυτό το ανεπαίσθητο αεράκι που μπαίνει απ΄τις μύτες και φουσκώνει τον θώρακα σου; Πότε το άκουσες, πότε το άγγιξες, πότε το γεύθηκες τελευταία φορά; Πόσες φορές το προσπέρασες αποζητώντας μια πολυπόθητη ουσία; Πόσες φορές ξέχασες πως αυτό ήταν, είναι και θα είναι η ουσία;

Αχόρταγα, γυρεύεις τα πολλά. Την ευτυχία, την άνεση, την ηρεμία, την επιτυχία, τα πάντα και τα όλα. Ψάχνεις τρόπους κι επινοείς μεθόδους.  Τί νομίζεις θα γίνει αν σταματήσεις να τρέχεις; Για μια μόνο στιγμή, αν σταθείς και προσέξεις; Το ξέρεις νομίζω, πως τότε θα υποπτευθείς. Το θαύμα της ζωής που απελπισμένα αναζητάς, όσο κι αν το ψάξεις τριγύρω, μάλλον, ποτέ δε θα το βρεις. Γιατί δεν είναι γύρω σου, μα μέσα σου. Σκύψε λίγο το κεφάλι κι αφουγκράσου. Άκου. Τι υπάρχει εκεί στα βάθη σου που πάλλεται κι εξυψώνεται; Τί είναι, αν δεν είναι ζωή;