Τι 20,τι 50, τι 100…

Ώρα περίπου 8’30, μετρό προς Ανθούπολη. Άδειο σχεδόν. Αλήθεια, πρόσεξες οτι τους τελευταίους μήνες το μετρό τα πρωινά είναι σχεδόν πάντα άδειο; Λογικό, θα μου πεις, αφού πόσοι να πάνε στις δουλειές τους πια…Τελοσπάντων, αλλού είναι το θέμα μου.

Στο βαγόνι που μπήκα, το λοιπόν, ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα. Κάπου στη μέση, εκατέρωθεν του διαδρόμου κάθονταν δυο κύριοι. Ο ένας περί τα 70 κι ο άλλος περί τα 30. Απέναντι ακριβώς στον ηλικιωμένο κύριο, κάθονταν μια κυρία περί τα 45 βαμμένη, στολισμένη, παρφουμαρισμένη. Με ένα κόκκινο καρό φόρεμα (αυτά τα φουσκωτά μέχρι το γόνατο, στυλ ρετρό την επίσημη ονομασία των οποίων αγνοώ) και μια κατάμαυρη, πανύψηλη γόβα, λουστρινί παρακαλώ. Οι κύριοι τη κοιτάζαν επιμόνως μεν προσποιούμενοι τους αδιάφορους δε. Μέχρι που η κυρία έφτασε στον προορισμό της, το Μεταξουργείο. Σηκωμένη απ’ τη θέση της βάδιζε προς τις πόρτες όταν οι  δυο κύριοι αφήνοντας τη διακριτικότητα κατά μέρος αρχίζουν να την σκανάρουν ανηλεώς, απ΄τη κορυφή μέχρι τα νύχια.

Με το που αποβιβάζεται η κυρία το κουβεντολόι των δυο κυρίων ξεκινά, λες και τόση ώρα οι λέξεις αλλά κι οι σκέψεις κρατιόνταν με μεγάλη δυσκολία πίσω απ΄τα κλειστά χείλη αλλά ορθάνοιχτα μάτια τους.

-‘Και μετά, σου λέει, οτι οι άντρες φταίνε’, άρχισε ο των 70

-‘Έλα ντε. Εμ προκαλούν, εμ σε κάνουν και μήνυση για παρενόχληση’

-‘Κι αυτές οι μεγάλες είναι οι χειρότερες!’

-‘Εννοείται!Αυτές, ξέρετε, δεν είναι και για πολλά πολλά. Ένα βράδυ και σουτ!’

Τα χασκογέλια των δυο αντρών χάθηκαν πίσω απ΄το τρίξιμο των ραγών του συρμού κι η συζήτηση τους διακόπηκε εκεί. Συμπέρασμα: Τι 20, τι 50, τι 100 όλα τ’ αρσενικά με τον ίδιο τρόπο σκέφτονταν και θα σκέφτονται μπροστά σ’ ένα φουστάνι, μια γόβα κι ένα κόκκινο κραγιόν.

Advertisements

Για τον ήλιο σου ή Φιλοσοφώντας περί του ουσιώδους

Μιλάς για το ουσιώδες; Νομίζω πως είναι αυτό που μεταμορφώνει και κάνει το σκοτάδι φως. Ο ήλιος-κέντρο του προσωπικού σου σύμπαντος. Τα χείλη, τα μάτια, οι γραμμώσεις των δακτυλικών σου αποτυπωμάτων. Κρυμμένα, αλώβητα μυστικά. Αν με ρωτούσες, θα σου έλεγα το μεδούλι της ύπαρξης σου, να το ψάξεις στα βαθιά και σ’ εκείνα που φοβάσαι. Στον ορίζοντα μιας μέρας που ξεκινά και στα ξέφωτα πίσω από γκρίζα σύννεφα. Το χρυσάφι ολάκερης της γης δε μπορεί να φωτίσει πιο πολύ απ’ το φως του ήλιου. Κι εσύ, είναι που ενώ κρύβεις τον ήλιο μέσα σου, καταδέχεσαι να ζεις με κίτρινες κι άσπρες λάμπες. Άκου με κι άμα θες πρόσεξε με. Μην ανάβεις το φως απόψε. Έτσι για αλλαγή. Αφέσου κι αφουγκράσου το χτύπο σου. Νοιώσε μια προς μια τη θέρμη των ακτίνων σου όπως θα προβάλλουν. Και λάμψε. Ουσιωδώς.

Ο έρωτας στα χρόνια της σκλαβιάς

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν δυο πανέμορφα αρσενικά μ’  αρχοντικό παράστημα κι άγρια ψυχή. Γεννήθηκαν σε μια μεγάλη φυτεία, από γοννείς σκλάβους. Έτσι, ήταν η μοίρα τους να γίνουν κι αυτοί σκλάβοι. Φίλοι καρδιακοί μοιράζονταν συχνά τις σκέψεις και τα ένστικτα τους πότε φωναχτά και πότε ψιθυριστά, τιτιβιστά. Φυλακισμένοι ολημερίς κι ολονυχτίς πίσω από στενά κάγκελα τα δυο αγόρια μεγάλωναν βλέποντας τον ήλιο σαν μια μεγάλη σκακιέρα. Άγγιζαν τον άνεμο σαν που θα ‘παιρνε να φυσάει και ‘νοιώθαν εκείνη την πληρότητα και την ευφορία που νοιώθεις όταν ο αέρας μπουκώνει τα ρουθούνια και σου φουσκώνει τα στήθη. Τραγουδούσαν ευτυχισμένα κάθε που στο μενού τους έμπαινε κανένα φρέσκο φρούτο ή λαχανικό. Τις νύχτες, όταν έπεφταν για ύπνο, κούρνιαζαν στη γωνιά του κλουβιού τους κι ονειρεύονταν χρώματα μπερδεμένα κι ουρανούς γαλανούς μ’ άσπρα λαμπερά σύννεφα.

Ήταν η δεδομένη γι’ αυτούς ζωή. Την αγαπούσαν γιατί ήταν πεπεισμένοι πως ζούσαν το απόλυτο, το ιδεώδες. Μέχρι που ήρθε μια άνοιξη, διαφορετική απ’ τις άλλες. Ένα μεσημέρι, στα εντελώς ξαφνικά, κάτι κοριτσάκια φρέσκα και παιχνιδιάρικα ‘φτασαν στη φυτεία. Χαχανίζοντας πλησίασαν τα κλουβιά τους. Τα μάτια των μορφονιών συνάντησαν τα άλλα μάτια και τότε η ζωή έλαμψε από τα πυροτεχνήματα που ένα προς ένα πήραν να εκρήγνυνται στον ουρανό. Ο έρωτας τους βρήκε και τους άλλαξε τη καθημερινότητα. Τώρα πια, ζούσαν για την καθιερωμένη επίσκεψη των φιλενάδων τους. Και κάθε φορά που αυτές έρχονταν και κολλούσαν τις μουσούδες τους ανάμεσα στα κάγκελα η ροή του χρόνου κι η κάθε κίνηση, η οποιαδήποτε κίνηση, σταματούσε. Κι η τροχιά της γης σαν ν’ άλλαζε πορεία. Κι ο παράδεισος σαν να ‘χε ανοίξει για αυτούς από τώρα.

Τα μικρά μου αρσενικά καρδερινάκια αν και σκλαβωμένα αντίκρυσαν μια ανύποπτη μέρα τον έρωτα και του αφέθηκαν. Το ξέρουν κι αυτά, όπως κι οι φίλες τους που σχεδόν έχουν εγκατασταθεί στο μπαλκόνι μου, όπως κι εγώ, πως η ζωή τους δε θα ‘ναι ποτέ πια ίδια. Γιατί, πως να το κάνουμε, έτσι είναι ο έρωτας: Κάνει τα κλουβιά αιθέρες και τη ζωή σαν παραμύθι.