Πασχαλιά στο χωριό

Όταν ήμουν παιδί περίμενα πως και πως το τέλος της βουβής βδομάδας που τα σχολεία θα ‘κλείναν και το χωριό θα γιόρταζε. Κι ήταν τόσο έντονη η αίσθηση της γιορτής στο χωριό. Εκείνη η πρωτόγνωρη κινητικότητα της αναμονής. Θυμάμαι τα παραθύρια των σπιτιών ολόρθα ανοιχτά με τις κουβέρτες, τα ριχτάρια και τις φλοκάτες να λιάζονται. Θυμάμαι τη γιαγιά και τη μαμά ν’ ανοίγουν τη στοιβαστή και να παίρνουν τα καλά τραπεζομάντηλα και μαξιλάρια. Τα κατώφλια κι οι πεζούλες ν’ ασβεστώνονται υποχρεωτικά και μένα τόσο πολύ να μου αρέσει να παρακολουθώ αυτές τις μεγάλες και καλλιτέχνιδες στα μάτια μου γυναίκες καθώς σχεδίαζαν με περισσή τέχνη τα φρύδια στο πρωτόσκαλο. Όταν δε, από μια ηλικία και μετά, μ’ άφηναν να γαλαχτίσω κι εγώ, πόσο διασκέδαζα να τσαλαβουτάω τα χέρια μου στο λευκό, δροσερό, σα γάλα υγρό του κουβά. Και μετά που φούσκωναν τα δάχτυλα κι οι πιτσιλιές δε λέγαν να φύγουν θυμάμαι να γαργαλιέμαι καθώς η μαμά μου προσπαθούσε αγανακτισμένη να τρίψει τις ασπρίλες ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών. Κάθε Πασχαλιά θυμάμαι τη γιαγιά μου με το φουρκάλι να γυρίζει όλη την αυλή και τους χωμάτινους δρόμους γύρω απ’ αυτή, να μαζεύει τα κόπρια και να ξεχορταριάζει όσα ζαραφλίκια πρασίνιζαν ανάμεσα στις πλάκες. Θυμάμαι να σπάμε καρύδια για το μπακλαβά ή το καταίφι κι εμένα να βουτάω πότε στα κρυφά και πότε στα φανερά κανένα μεγάλο και καθαρό. Κι εκείνη η μυρωδιά του ξυδιού κάθε Μεγάλη Πέμπτη. Τα αυγά τα τυλιγμένα με καλσόν για να μη φύγει το φύλο της τριανταφυλιάς ή του τριφυλιού. Θυμάμαι τις καμπάνες της εκκλησιάς που κάθε απόγεμα πλημμύριζαν την ησυχία του χωριού. Τα απογέματα της Μεγάλης Παρασκευής να πηγαίνουμε στο νεκροταφείο για τα τρισάγια. Θυμάμαι τις κρεμασμένες λαμπάδες που με λαχτάρα περιμέναμε να ξεκρεμαστούν το Μέγα Σάββα για να κρατηθούν από τα μικρά μας χέρια στην Ανάσταση και που καμιά φοράν ‘σπάγαν απ’ την ένταση της δύναμης μας και καταλήγαμε με μια λαμπάδα ερείπιο. Και μετά ο αγώνας για το ποιός απ’ την οικογένεια θα καταφέρει να κρατήσει τη φλόγα αναμμένη ως το σπίτι. Κι ο μπαμπάς να σχηματίζει το σταυρό στο μάρμαρο πάνω απ’ τη πόρτα, καθ΄υπόδειξη και παρακολούθηση. Και τη μαμά πρώτα ν’ ανάβει το καντήλι με το Άγιο Φως και μετά να μας επιτρέπει να στρώσουμε για φαΐ παρά τη γκρίνια του παππού και του μπαμπά.

Όλες οι στιγμές που δε το προκαλείς αλλά που πρωταγωνιστούν στις αναμνήσεις και τις προσδοκίες. Χρόνο το χρόνο, με τις όποιες ενδιάμεσες απώλειες, οι αναμνήσεις εκείνες ξανασχηματίζονται. Και τώρα, μια δρασκελιά χρόνου μέχρι την αγκαλιά της μάνας και τη θαλπωρή των παλιών εκείνων αναμνήσεων. Μια Μεγαλοβδομάδα στο χωριό αυθεντική, ουσιώδης κι ακατανίκητη στις από παιδί αισθήσεις. Μια Πασχαλιά στο χωριό φωτεινή και τόσο τρυφερή μας περιμένει με το καλό και φέτος.

Advertisements

Φωτιά

Φωτιά μέσα μας. Φωτιά πότε άγρια και πότε ήρεμη. Αυτή, που μάνικες χίλιες δυο προσπαθούν μάταια να κατασβήσουν, δεκαετία τη δεκαετία, χρόνο το χρόνο, μέρα τη μέρα. Αυτή που αντιστέκεται. Που ουρλιάζει δαιμονισμένα για ελευθερία κι όνειρα. Αυτή που ενίοτε σιωπά τραντάζοντας τα θεμέλια της ύπαρξης μας με την βουβαμάρα της.Και μας πανικοβάλει με την απουσία της. Η φωτιά που τρεμοπαίζει. Που πάει να σβήσει αλλά με το που φτάνει στο τέλος της ως δια μαγείας ανασταίνεται. Ένα κάρβουνο πυρακτωμένο που περιμένει κρυμμένο κάτω από στάχτες. Που σπινθηρίζει στο σκοτάδι και καρτερεί. Προστατεύει εαυτόν, σώμα και πνεύμα. Μέχρι που τ’ αποφασίζει. Με σύμμαχο το πρώτο δούρειο αεράκι λαμπυρίζει. Και παίρνει βάθος κι ύψος. Και μεστώνει και φουντώνει.  Και γιγαντώνεται. Και πυρώνει το πάγο και τον κάνει να σέρνεται.

Μια φωτιά η ψυχή. Μια φωτιά και το μυαλό μας. Φύσα τη και το θαύμα έρχεται.

Όλα καλά

Ναι, εντάξει…Τα ξέρω όλα αυτά. Τα έχω εμπεδώσει, μην ανησυχείς. Δε χρειάζεται να τα ξαναπείς. Ο εγκέφαλος μου τα έχει ήδη πρωτοκολλήσει. Μόνο να… Είναι αυτός ο πονοκέφαλος. Υποχθόνια τρυπάει τα νεύρα κάτω απ’ τα φρύδια μου. Και το σβέρκο μου σαν να μουδιάζει. Είναι κι αυτή η αίσθηση που έρχεται ώρες ώρες. Ζάλη κι αναγούλα μαζί.

Καλά είμαι, μην ανησυχείς. Δε βλέπεις; Αφού σου χαμογελάω. Πώς γίνεται να μην είμαι καλά και να χαμογελάω;Θα πάρω ένα ντεπόν κι όλα θα γίνουν όπως πριν. Θα περάσει η μέρα, σωστά;

Τέλειωσαν τα χαρτομάντηλα. Απόψε πρέπει να ποτιστούν και τα λουλούδια, πριν ξεραθούν. Για φαΐ; Δε ξέρω. Φτιάξε καμιά σαλάτα.

Όλα καλά, σου είπα. Θα πάρω ντεπόν. Θα περάσει κι η μέρα…σωστά;

Τώρα είναι ο καιρός

Τώρα είναι ο καιρός της φρέσκια ρίγανης και του ανθισμένου χαμομηλιού. Που οι φτέρες ψηλώνουν τις χνουδωτές κορφές τους και τα αμπελόφυλλα πρωτοπρασινίζουν στα ξερά καμπυλωτά κλαδιά. Είναι ο καιρός για τον πρώτο φραπέ  κι ο καιρός που το πρώτο μπουκάλι νερό μπαίνει στο ψυγείο. Ο καιρός που τα περβόλια γεμίζουν παπαρούνες και μάηδες και μαργαρίτες. Που τα γυμνά μπρατσάκια ξεπροβάλλουν δειλά δειλά, σα ντροπαλό παιδί που κρύβεται  πίσω απ’ το φουστάνι της μάνας του σαν θα του απευθύνεις το λόγο. Τώρα είναι  ο καιρός που τα βράδια μοσχοβολάνε ανθό λεμονιάς και κιτριάς. Και που τα τριζόνια προβάρουν το ρεπερτόριο τους. Οι πασχαλιές ανθίζουν δίπλα στις κουτσικιές. Κι οι γήινες χάντρες της ματιάς μας χάνονται ανάμεσα στο ολούθε ουρανίσιο ροζ, μοβ και λιλά. Τώρα είναι ο καιρός που οι κουβέρτες αρχίζουν να σε βαραίνουν όταν πέφτεις για ύπνο τις νύχτες. Που θες μπουρμπουλήθρες στη λεμονάδα ή τη πορτοκαλάδα σου και τετράγωνα κυβάκια στη βυσσινάδα ή την σουμάδα σου. Τώρα είναι ο καιρός που λαχταράς με τον ελληνικό σου το απογευματάκι κι ένα υποβρύχιο βανίλια ή μαστίχα.

Τώρα είναι ο καιρός που θες να τ’ αλλάξεις όλα κι ας μην αλλάζεις τελικά τίποτα. Αρκεί που το θες. Ο καιρός της μετάβασης, της μεταμόρφωσης και της ανάστασης. Της προσδοκίας, της αναγέννησης και της ελπίδας. Στα μέσα του Απρίλη ζυγίζεις τη ζωή σου και της δίνεις έναυσμα για πυρ. Κι ανασαίνεις τις ευωδιές της γης και νoιώθεις σε κάθε σου βήμα, κάτω απ΄τις γυμνές πατούσες σου, τη καρδιά του σύμπαντος να πάλλεται. Μόνο για σένα. Κι η πλάση ριγεί στο άγγιγμα σου. Σου κλείνει το μάτι καθώς της χαμογελάς και ξέρεις πως αυτό το αθώο φλερτ μαζί της είναι ό,τι καλύτερο σου ‘χει συμβεί εδώ και πολύ καιρό. Τώρα είναι ο καιρός που αρχίζεις να νοιώθεις το εσύ. Που χαρίζεις τη ψυχή σου στο δροσερό αεράκι του δειλινού και που εκείνο στην επιστρέφει με το πρώτο φως του ήλιου. Τώρα είναι ο καιρός να στρέψεις εαυτόν κατά φως. Όχι πριν, ούτε μετά. Μα τώρα.

Ο κόσμος που τρέχει

Μεσημέρι. Κάθε, πια, μεσημέρι στο κέντρο. Θέατρο του δρόμου και του παραλόγου. Λαμαρίνες η μια πίσω απ’ την άλλη, με καπό σκονισμένα κι αχνισμένα να σφηνώνονται στις λεωφόρους και στα πίσω στενά. Κι άνθρωποι τσιτωμένοι, βιαστικοί, ανήσυχοι, τρελαμένοι. Ήλιος να βαράει ντάλα τα μυαλά και τα νεύρα. Της ξανθιάς (εννοείται, βαμμένης) κυρίας (στοίχημα δικηγόρος!) με το λαχανί ταγέρ, τη μαύρη γόβα και το μέικ απ που πήρε να τρέχει σε ρυάκια στο κούτελο λιώνοντας την καθ’ όλα εντυπωσιακή μάσκα της. Του κυρίου με το κουμπωμένο σαγονάτα γκρι -με τις πιο γκρι στάμπες ιδρώτα- πουκάμισο κι εκείνη τη σφιχτή μπλε γραβάτα που ολοφάνερα τον πνίγει και που θες τόσο πολύ να του φωνάξεις: «βγάλ’ τη, χριστιανέ μου, πριν πάθεις κανά έμφραγμα!«. Της φοιτήτριας που με τη φίλη της ψάχνει εκείνο το αναθεματισμένο βιβλιοπωλείο για τη διανομή των συγγραμάτων («ρε, μαλάκα, να ρωτήσουμε κανέναν»). Του κυρίου με την ασημένια λαμαρίνα που γκαζώνει αν και πορτοκαλί, για να προλάβει (τι, μόνο αυτός ξέρει-αν, δηλαδή). Του άλλου κυρίου με την άλλη λαμαρίνα, τη κόκκινη, που πριν καλά καλά ανάψει το πράσινο, μπιιιιιιιιιπ! Του ποδηλάτη με το ράστα μαλλί και το πράσινο κοντομάνικο φούτερ που επειδή του την «διβώνει» ο από πίσω (κι ο Καμίνης, βεβαίως, που δε φτιάχνει ποδηλατοδρόμους)  ξεπεζεύει επιτόπου, κραυγάζει ένα λυσσασμένο και παρατεταμένο συνδυασμό  «ε» και «α», παίρνει το ποδήλατο στον ώμο και μη λογαριάζοντας κόρνες και φανάρια προχωρά αργά κι επιδεικτικά, ανενόχλητος, σουλατσαριστός κι άνετος.

Γι’ αυτό σου λέω. Το ‘χεις προσέξει; Με το που ξεκινήσουν οι ζέστες ο κόσμος της ημέρας γίνεται κάτι άλλο. Λες και το χάος, τρέχοντας με τις βαριές τσάντες του πλασιέ ανά χείρας, περνώντας πότε ξυστά και πότε από πάνω του, τον παρασέρνει μαζί του. Ένας ακράτητος ίλιγγος που κορνάρει συνεχόμενα, σπαστικά κι επίμονα έτσι καθώς στριμώχνει άγρια τη ζωή ανάμεσα σε πολυκατοικίες και γκαράζ για καμιά ξεπέτα. Μια εποχή και μια πόλη στο γκάζι, με ανθρώπους που ξεχνάνε μονίμως το φρένο. Ένας κόσμος ξαναμμένος, άκοσμος, θηριώδης κι άγριος. Αυτός που σαν παλαβός τρέχει και τρέχει κι όλο τρέχει.

Η νομολογία του σύμπαντος

Πριν να πάω, σκεφτόμουν συνέχεια να μην πάω. «Τι θέλω εγώ εκεί και που να τρέχω τώρα«. Αλλά η λογική μου με χαστούκισε. «Σήκω«, μου είπε. Και σηκώθηκα. Και ντύθηκα. Και βάφτηκα. Και το σύμπαν ξαναμπήκε μπρος μου: «Είσαι σίγουρη;». Κι η απόφαση μου άλλαξε και πάλι. Για λίγο. Η λογική μου ξανακέρδισε. Κι έκλεισα πίσω μου τη πόρτα του διαμερίσματος. Πάτησα το ασανσέρ, διάβηκα την εξώπορτα. Περπάτησα ως τη στάση.

Το λεωφορείο καθυστέρησε παραπάνω απ’ το κανονικό. «Έπρεπε να ‘χει περάσει. Θ’ αργήσω«. Το σύμπαν παραδίπλα, να χαμογελά αυτάρεσκα. «Επιτέλους!«, ήρθε. Το πήρα κι έβγαλα τη γλώσσα στο σύμπαν. Και πήγα…και πήγα. Και κατέβηκα. «Μάλιστα. Λάθος κατέβηκα«. Το σύμπαν εκεί και πάλι. Μα η λογική μου, αδιόρθωτη, του γύρισε τη πλάτη και πήρε να φτιάχνει εναλλακτικές διαδρομές. «Αν περιμένεις το επόμενο θ’ αργήσεις. Πάρ’ το με τα πόδια, καλύτερα«. Υπακούω και ξεκινάω. Μόνο που δεν ήταν και τόσο κοντά. Μετά από 3 στάσεις και μπόλικο ιδρώτα, ξέκαμα. «Θα περιμένω το λεωφορείο«. Και περίμενα. Πολύ περίμενα. Μέχρι που περνάει. Ξεκινάει. Μετά από λίγο βλέπω -σχεδόν βλέπω- πίσω απ’ τα κεφάλια των όρθιων, στριμωγμένων συνεπιβατών μου τον προορισμό μου. Και πατάω το stop. Το κουδούνι πάνω απ’ τη πόρτα κοκκινίζει. Το λεωφορείο σταματά κι η πόρτα ανοίγει. Κατεβαίνω. Κοιτάω καλύτερα κατά τον προορισμό μου. «Όχι, ρε πούστη!Πάλι λάθος κατέβηκα«. Μα πίσω μου το λεωφορείο έχει ήδη φύγει.

Τότε το συνειδητοποίησα. Όσο κι αν προσπαθώ για το αντίθετο, δεν πρόκειται ποτέ, ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος,να το παραβγεί. Το σύμπαν θα είναι εδώ-εκεί-παντού για να κάνει το δικό του. Για να προστατέψει, για να διδάξει, για να προσφέρει…δε ξέρω κι εγώ για τι άλλο. Αλλά, δεν γίνεται διαφορετικά. Η κάθε κίνηση, η κόρη του ματιού που σχηματίζει τη γωνία, το χέρι που σηκώνεται ή το πόδι που σχηματίζει στον αέρα ένα βήμα πριν το πατήσει στη γη θα πρέπει για κάποιο λόγο να γίνεται ή να μην γίνεται. Τα σημάδια που λέγαμε, προ ημερών. Η ανίκητη, απόλυτη κι άγνωστη- με άλλα λόγια – νομολογία του σύμπαντος.

Πόλεμος στον ορίζοντα

Πέρα στον ορίζοντα η νύχτα παλεύει ακόμη με τη μέρα εκτοξεύοντας ρανίδες χρώματος. Το χρυσό βυθίζεται στο μαύρο και γίνεται μωβ. Και το κόκκινο βυθίζεται στο μωβ και γίνεται λιλά και φλόγα. Και το γαλάζιο σύμμαχος κι αυτός με τους δυνατούς.

Σ’ ένα πρωινό που τα πουλιά από νωρίς πήραν ν’ αναγγέλλουν, έσβησε και το τελευταίο φωτισμένο μάρμαρο. Τετάρτη ή Πέμπτη, τι διαφορά να κάνει. Όλες οι μέρες κι όλες οι μάχες ίδιες για τον ήλιο. Μόνο αυτό το κεχριμπάρι στο τέρμα των ματιών μπορεί να πει πως είναι αλλιώς. Ποτέ, ό,τι βλέπεις τώρα δα. Πάντα, σε άλλη απόχρωση και διάθεση.

Κι η Ονειρούπολη που αποχωρεί φιλώντας μας σταυρωτά κατά εκεί κι αυτή τραβάει. Πέρα απ’ την ελιά της Πνύκας, θαρρείς, και μαζεύονται όλες οι αποχωρίζουσες Ονειρουπόλεις μας. Προς θυσία μάρτυρες κι αυτές ενός εκ των προτέρων καθορισμένου ξημερώματος. Μια δρασκελιά δρόμος ο χρόνος. Κι η απόσταση σαν πήρε ήδη να χάνεται. Μένει να ηχήσουν μόνο οι σάλπιγγες. Περιμένει, θαρρείς, η πόλη ολάκερη να ηχήσουν οι σάλπιγγες. Και μαζί της κι η ύπαρξη μας.

Μυρίζει η ζωή μας Απρίλη

Ξύπνησα κι ήταν σκοτάδι ακόμα. Δεν κοίταξα το ρολόι του κινητού μου, μηχανική πρωινή κίνηση, αλλά τη πλατεία. «Εντάξει, τουλάχιστον ξεκίνησαν τα λεωφορεία«, με καθησύχασα.  Έκατσα για λίγο ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου μέχρι ο Απρίλης να κολλήσει την ύπαρξη του στο παραθύρι μου χτυπώντας μου, θαρρείς, το τζάμι. Και τότε σηκώθηκα. Βγαίνω στο μπαλκόνι μου ν’ αναπνεύσω μια Αθήνα που ξημερώνει. Και τα άσπρα σπιτάκια πέρα στον ορίζοντα έχουν βαφτεί ένα αχνό μωβ, που λεπτό το λεπτό λες και διατρέχει το φάσμα διασχίζοντας εν τάχει τις αποχρώσεις της ίριδας. Μέχρι που καταλήγει στο κίτρινο. Το απαλό, φωτεινό εκείνο κίτρινο που το σύμπαν παίρνει όταν το χτυπήσουν οι πρώτες, αδύναμες ακόμα, ακτίνες του ήλιου. Κι ένα, χαμηλόφωνο αεράκι, αυτό της αυγής, παίρνει για λίγο να φυσάει τις πεταχτές, κοιμάμενες ακόμη, μπούκλες μου.

Κι είναι, λες και, το πρώτο αυτό φως να ξυπνάει τη φύση ολάκερη. Το κίτρινο του ορίζοντα ξεχύνεται γλείφοντας τους γκρι τοίχους και τις πράσινες τέντες-μα καλά ποιος αφήνει τη τέντα κατεβασμένη μ’ έναν τέτοιο καταγάλανο και διαμπερή Απρίλη; Κόσμος στη στάση και μερικοί βιαστικοί στο πεζοδρόμιο. Σε λίγο θα βγουν απ’  το φούρνο στο μαγαζάκι αποκάτω κι οι κουρού. Τα μικρά μου καρδερινάκια και τα υπόλοιπα στα δέντρα της πλατείας ξεκίνησαν το τραγούδι. Οι ήρες μου πήραν να μοσχοβολάνε κι ο κίτρινος ιβίσκος μου πέταξε το πιο μεγάλο και πιο όμορφο λουλούδι που έχει ποτέ του κάνει. Η πλάση υποδέχεται τη καινούρια της ζωή, μουρμουρίζοντας μια ψιθυριστή καλημέρα. Κι εγώ, με τον ζεστό καφέ μου ανά χείρας, να βλέπω τη ποίηση να γράφεται και το κόσμο ν’ ανθίζει μπρος τα μάτια μου. Μυρίζει η μέρα γλυκό βούτυρο κι ελληνικό χαρμάνι. Μυρίζει η Δευτέρα άνοιξη κι η ζωή μας, θαρρείς, Απρίλη.