Να πιστεύεις στα σημάδια

Να πιστεύεις στα σημάδια. Αυτό μου είπε ένα σημάδι. Από κάπου και για κάποιο λόγο έρχονται. Δεν έχει σημασία τίποτα άλλο. Κανένα πως, ποιος, που και γιατί δεν έχει σημασία. Το μόνο που μετράει είναι πως πάντα, κάπου τριγύρω μας, κρύβονται θαμμένα ή μισοσβησμένα τα μονοπάτια μας. Τι κάθεσαι; Ξεκίνα. Πρέπει να τα ιχνηλατήσεις. Να τα χαράξεις. Πρέπει να σκάψεις με τα νύχια σου το χώμα και να τα ανοίξεις απ’ την αρχή, αν χρειαστεί. Αν αυτό είναι που ορίζουν τα σημάδια σου, πρέπει να το κάνεις.

Όσο γι’ αυτά, δε ξέρω πως να τα ορίσω. Αν, δηλαδή, ορίζονται. Πως να τα περιγράψω. Αν, δηλαδή, περιγράφονται. Δε ξέρω αν θα είναι τα αληθινά ή τα μασκαρεμένα, αυτά που κάθε φορά θα σου εμφανίζονται. Δε ξέρω αν κάπου παρακάτω σε μπερδέψουν ακόμα περισσότερο δένοντας τον γόρδιο δεσμό σου ακόμη σφιχτότερα. Τί με ρωτάς; Εννοείται πως θα ‘θελα. Αλλά, δε ξέρω. Και που δε ξέρω, δηλαδή, δε με χαλάει και πολύ. Γιατί είναι αυτή η άγνοια μου που πυροδοτεί το ρίσκο. Κι είναι το ρίσκο, εντέλει, το μεγαλύτερο και το προφανέστερο των όλων σημάδι.

Το πόσο κερδισμένος ή χαμένος θα βγεις απ’ τον λαβύρινθο σου, επίσης δε το ξέρω. Ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος. Στο τοπίο που ενίοτε θολώνει και στην πραγματικότητα που συγχέεται τα σημάδια δείχνουν, ωστόσο, πάντα το φως και τη πορεία. Επιβεβαίωση, όμως, για τη ορθότητα της διαδρομής σου μην περιμένεις. Μόνο όταν δεις το ξέφωτο να προβάλλει από μακρυά, θα καταλάβεις αν τόσο καιρό πήγαινες σωστά. Αν πάλι το ξέφωτο σου δε φαίνεται, συνέχισε να πιστεύεις και να διαβάζεις τα σημάδια κι αυτά θα σου πουν τι να κάνεις.

Η ευχή της γιαγιάς ζητιάνας

Καθόταν στη Μητροπόλεως. Εκεί, λίγο πιο κάτω απ΄ την Αγία Δύναμη και λίγο πιο πάνω απ’ τις πρώτες σκαλωσιές. Χάμω, μπρος στην είσοδο ενός πάλαι ποτέ εν λειτουργία καταστήματος. Μαύρα ρούχα και γκρι μαντήλι να σκεπάζει τα μαλλιά της. Στην δική μου κατηφόρα και την δική της ανηφόρα η στιγμή μας ταυτίστηκε. Κι οι ματιές μας συναντήθηκαν. Για κλάσματα δευτερολέπτου. Το ήξερα αυτό το βλέμμα. Τόσο οικείο, τόσο δυνατό. Το είχα ξαναδεί αυτό το βλέμμα, μόνο που δε θυμάμαι που και πότε.Ίσως σε κάποια άλλη ζωή, αν υπάρχει αυτό το πράγμα. Ή στα μάτια κάποιου άλλου, απ’ τους πολλούς αυτής της πόλης, επαίτη. Κι όταν η επαφή με το παράλληλο σύμπαν χάθηκε, η εκκωφαντική χαμηλόφωνη λαλιά της με επανέφερε στο παρόν. Μόνο τρεις λεξούλες, βγήκαν απ’ το στόμα της. Ξεψυχισμένα, προσπαθώντας, θαρρείς, να κρύψει πίσω απ’ τα ζαρωμένα χείλη τη ντροπή της περήφανης μα τραυματισμένης ψυχής της,  είπε μόνο: «Έχω μεγάλο πρόβλημα«.

Την πίστεψα. Ξέρω οτι έλεγε αλήθεια. Το είδα στα ταπεινά, μεγάλα μάτια της, πριν προλάβει βιαστικά-βιαστικά να τα χαμηλώσει. Πείστηκα αμέσως, πράγμα περίεργο, αν αναλογιστείς την γενική μου επιφυλακτικότητα στους πολλούς εκείνους φριχτούς ηθοποιούς με τον δραματικό κακογραμμένο μονόλογο που εκλιπαρούν καθημερινά για το υστέρημα μου. Δε φταίω. Είναι που έχω δει, στην ευρύτερη γειτονιά μου, «τυφλούς» και «κουτσούς» του ηλεκτρικού να γιάνονται ως δια μαγείας. Και «μπαμπάδες άρρωστων παιδιών» ή «μόλις αποφυλακισμένους» του μετρό, να ζητάνε απ΄το βαποράκι, μπρος τη στάση του λεωφορείου κάτω απ’ το σπίτι μου, κανένα χάπι ή μαύρο. Όμως η γιαγιά της Μητροπόλεως ήταν αληθινή, δυστυχώς. Ήθελα να μάθω περισσότερα για εκείνη. Ήθελα να τη ρωτήσω τι έχει ή τι δεν έχει. Πώς και γιατί έτσι. Αλλά δε το έκανα (δε ξέρω γιατί. Για να προστατέψω εμένα ή εκείνη, μη με ρωτάς, γιατί πραγματικά δε ξέρω). Αντ’ αυτού άνοιξα τη τσάντα μου, ψαχούλεψα το μικρό μου μοβ υφασμάτινο πορτοφόλι, πήρα το μοναδικό μου χρήμα- ένα μονόευρω- και της το έβαλα στη χούφτα. ‘Μακάρι να είχα περισσότερα, γιαγιά«, της είπα μόνο. Και το εννοούσα. «Την ευχή μου κορίτσι μου. Να ‘σε ‘χει ο Θεός πάντα καλά. Πάντα καλά να σε ‘χει«, είπε. Και ξέρω πως κι εκείνη το εννοούσε.

Εκεί έξω

Εκεί έξω, η πόλη των χρωμάτων γεννιέται και απλώνεται κάτω απ’ τα πόδια μας. Η πόλη του καθ’ όλα διαστέλλεται σε κάθε μας βήμα. Με χάντρες, μπαλόνια, κορδέλες και μουλινέδες στήνει ο άστεγος νους μας το τσαντίρι της ζωής του, όχι μακριά από τα δικά μας παραπήγματα. Κάποιοι άνεργοι ζωγράφοι, εκεί έξω, ανακαλύπτουν τον ήλιο απ’ την αρχή. Και δίνουν στη πιρόγα του πινέλα. Κι από παραγκουπόλεις χτίζονται τυρκουάζ ακρογιαλιές  και πράσινες βουνοπλαγιές. Κάποιες πλανόδιες κομπανίες, εκεί έξω, αφουγκράζονται έναν παλμό συνεχόμενο σε κάθε τους κίνηση. Και τον μετουσιώνονται. Και τον κάνουν μελωδία. Ηχόχρωμα μιας σκέψης τρεμάμενης, που πάλλεται κι αυτή μαζί τους.

Στη πόλη, την εκεί έξω, μας περιμένει μια αγκαλιά ανοιχτή κι απαλή. Μια ζωή μας χαρίζεται, εκεί έξω. Κι επαφίεται σε ‘μας να την πλάσουμε στα χέρια μας, σαν άλλη πλαστελίνη, και μ’ αυτή να χτίσουμε τη δική μας ζωή απ’ την αρχή. Μια άλλη ζωή. Μια νέα ζωή. Πιο δροσερή και τρυφερή. Με γερό σκελετό και ονειρένια σκεπή. Η οπτική μας γωνία, σ’ αυτή τη καινούρια ζωή, θα πηδάει τα συρματοπλέγματα και τους φωταγωγούς. Θα τρέχει, θα παίζει, θα χάνεται και θα βρίσκεται σε κάθε στιγμή και σε κάθε δρόμο. Θα διακτινίζεται στο πέραν των αισθήσεων και θα επιστρέφει ξεπροβάλλοντας μέσα απ’ τα σύννεφα, καβάλα σε μια πρασινοκίτρινη πεταλούδα. Θα ακουμπά στα τρελά μαλλιά μας ταρακουνώντας τα λογικά μυαλά μας. Και θα μας δίνει φόρα και σπίθα κι ανάσα και βήμα. Για τα όλα και για το πάντα, όλα και πάντα, μόνο, εκεί έξω.

Με διάθεση περιηγητή

DSCN7817

Μια απόφαση, μια γρήγορη αναζήτηση, ένα ζευγάρι άνετα παπούτσια και μια κόκκινη φωτογραφική μηχανή. Μια δρασκελιά απ’ την συνήθη ροή της επαναληπτικότητας κι ένα πρώτο προ των πολλών ακόλουθων βημάτων. Αναρχική, σχεδόν, εξόρμηση στην, πάντα υπό ανακάλυψη μα πάντα άγνωστη, Αττική. Κι αν η περιγραφή του σημερινού προορισμού έπρεπε να χωρέσει σε μια και μόνο λέξη, αυτή θα ήταν σίγουρα «αυθεντικότητα».

Κερατσίνι και Δραπετσώνα. Προσφυγικά σοκάκια, σπίτια χαμηλά κι εργατικές πολυκατοικίες πολύχρωμες μες τη μονοτονία των κλασσικών σχεδίων τους. Γλάστρες στα στενά δρομάκια με γαριφαλιές και βιολέτες και γεράνια. Αμυγδαλιές και λεμονιές ανθισμένες στις μικρές αυλές. Καρέκλες έξω από κάθε πόρτα και πλαστικά τραπεζάκια ντυμένα με λουλουδάτα, σχεδόν μυρωδάτα, τραπεζομάντιλα. Πόρτες ανοιχτές, μουσικές και μαχαιροπίρουνα πάνω σε πιάτα ν’ ακούγονται από μέσα. Γέλια και κουβεντούλες με τη γειτόνισσα απέναντι. Παιδιά να τρέχουν πάνω κάτω και να παίζουν μπάλα. Μαγκάλια αναμμένα να ψήνουν στο δρόμο και γερόντια να χαζεύουν τους άγνωστους περίεργους περαστικούς. Φτώχεια, μα γέλια και χαμόγελα. Ξεφτισμένοι σοβάδες μα γραμμένη ανεξίτηλα ιστορία στα τοιχιά τους. Άλλος απ’ τη Σμύρνη, άλλος απ’ το Πόντο, άλλος απ’ την Ανατολή, άλλος από παντού και πουθενά. Μυριάδες ταλαιπωρημένων ανθρώπων. Μια ιστορία χιλιοειπωμένη μα πάντα καινούρια. Συνέχεια δίπλα, πίσω κι απέναντι, γιατί έτσι πρέπει να ‘ναι. Εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και βιοτεχνίες, αποθήκες με βαριές μεταλλικές πόρτες, σκουριασμένες σιδηροδρομικές γραμμές. Μια φαντασμαγορική όσο και μελαγχολική εργατομάνα να χάσκει αιωρούμενη μεταξύ ενός χθες κι ενός αύριο.

Μια γειτονιά γνήσια, ειλικρινής, κινηματογραφική και καπνισμένη. Με σχέδια κι όνειρα ανάγλυφα και μοτίβα ζωής που χάνονται στις δεκαετίες. Το ρίγος καθώς αφουγκράζεσαι τη ζωντανή ακόμη ανάσα των πρώτων ενοίκων των προσφυγικών πολυκατοικιών της Δραπετσώνας με τα σπασμένα πια μπαλκόνια, τις μανταλωμένες εξώπορτες με τον σταυρό της Ανάστασης στο κατώφλι και τα κρεμάμενα παντζούρια. Αυτό κι η ζωή που συνεχίζεται απλά και ήσυχα στα προσφυγικά σοκάκια του Κερατσινίου είναι απ’ τα άλμπουμ εκείνα που όσες φωτογραφίες κι αν βγάλεις δεν θα μπορέσεις να γεμίσεις ποτέ εξ’ολοκλήρου. Η τελευταία κενή σελίδα θα ανήκει πάντα στην αίσθηση που είχες καθώς τα περπάταγες και που με κανέναν τρόπο, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορεί να αποτυπωθεί σ’ ένα κομμάτι χαρτί, γυαλιστερό ή μη.

Γη σε περίοδο ανομβρίας

Η ιδεατή μας γη θα ‘ταν μαλακό κι αφράτο χωράφι σε πλαγιά του Νοτίου Πηλίου. Με διάσπαρτα αιωνόβια λιόδεντρα με κλαδιά τεράστια και γυρτά ν’ αγκαλιάζουν το ένα τ’ άλλο. Με τον ήλιο να τρεμοπαίζει κάθε δειλινό ανάμεσα στα στενά, λαμπερά και γυαλισμένα φύλλα τους. Μ’ αγριόχορτα να τη πνίγουν σε κάθε άνοιξη και φθινόπωρο. Με λογής λογής μανιτάρια κι αγριολάχανα κι ανεμώνες και μαργαρίτες και παπαρούνες και λαδανιές ανθισμένες. Μ’ αλογάκια της Παναγίας, μυρμηγκάδες, πεταλούδες και ζούμπερα χίλια δυο να βόσκουν στην επιδερμίδα της. Κι εμείς, οι ιδεατοί γεωργοί της, ν’ αλέθουμε τους κόπους μας.

Η πραγματική μας γη είναι στεγνό, διψασμένο χωράφι σε μακρά περίοδο ανομβρίας κι εμείς τίποτα άλλο παρ’ απελπισμένοι αγρότες. Συνέχεια ιδρωμένο το κορμί μας να ανεβοκατεβάζει το χτύπο του σε κλίμακα Ρίχτερ, ανάλογα τις εποχές. Πάντα, με καύσωνες και με χιονιάδες, απ’ την δύση ως την ανατολή, να οργώνουμε πότε με τα ζα και πότε με τα νύχια μας. Σ’ ένα Γολγοθά που όλο και μακραίνει, ν’ ανηφορίζει η ανάσα με κάθε γκάπ και γκούπ της τσάπας μας. Και κάθε κάλος στις παλάμες μας καρφί στην άνεση μας. Τα καλοκαίρια οι τσουγκράνες χτενίζουν τα πεσμένα λιόφυλλα της ξερής μας ύπαρξης κι ονειρεύονται τους χειμώνες με τα πρωτοβρόχια που οι ποδιές μας θα βάφονται λαδί. Ολημερίς κι ολοχρονίς δοσμένοι αποκλειστικά στο μικρό μας χωραφάκι στεγνώνουμε και σκάμε, μα συνεχίζουμε. Με την ελπίδα να ρίξει ο Θεός καμιά σταγόνα να δέσει και να καρποφορήσει ο καρπός μας, ανάβουμε το φιτίλι τα βράδια μπρος το εικονοστάσι. Κι ας ξέρουμε πολύ καλά, πως καμιά σταγόνα δεν είναι σε καμιάς Αθηνάς ή Δήμητρας το χέρι. Κι ας το ‘χουμε από καιρό, οι έρμοι, καταλάβει πως δε φτάνει να ‘χεις καλό χώμα και γερούς σπόρους για να καρπίσει η γη. Χρειάζεται βροχή. Κι όταν η βροχή δεν έρχεται μια λύση σου απομένει, αφυδατωμένε μου εαυτέ, ηχώντας σαν εμβατήριο στο κεφάλι σου: «Σήκω και γίνε εσύ βροχή. Ποτίσου ιδεατά και μετά πότισε την ιδεατή γη σου».

Μαρτιάτικος ήλιος

Όχι δεν είναι όλα τέλεια. Το αντίθετο. Πολλά δεν είναι όπως θα τα ‘θελαμε. Μας λείπουν πράγματα, ακόμα πιο πολλά. Αλλά, δεν μπορείς να ονοματίσεις το είναι μας μέτριο, λειψό ή ελλιπή. Όχι μ’ αυτόν τον ήλιο. Τον ολοστρόγγυλο, θεριό ήλιο που μας λούζει από πάνω ως κάτω. Είναι αυτή η αίσθηση πως όσο στραβά κι αν είναι τα πράγματα, είμαστε εδώ, είμαστε εμείς κι είμαστε γεροί για να τα κάνουμε ίσια. Στην άνοιξη που σαν να μας πρωταγκαλιάζει χρωστάμε την ευδαιμονία της στιγμής. Στο φως που αντικρίζουν τα νυσταγμένα ακόμη, μισόκλειστα και πρησμένα απ’ τα σκοτάδια και τα γκλομπ μάτια μας κρύβεται το μυστικό της ζωής. Παρ’ όλη την αγκύλωση, τ’ ατροφικά μας πόδια βαστάνε ακόμη καλά τ’ ανάπηρο σώμα μας. Μπορούμε ακόμη, έστω και δειλά, να σηκωνόμαστε στο ύψος μας. Είμαστε όρθιοι κι αγναντεύουμε απ’ το μπόι μας τη γη μας. Μ’ έναν τέτοιο ήλιο όλα είναι δυνατά. Κι εμείς ακόμα πιο πολύ. Θα τ’ αλλάξουμε τα πράγματα, σιγά-σιγά μ’ επιμονή κι ελπίδα. Θα ‘ρθει η στιγμή που τα όνειρα μας δε θα χρειάζονται πια πατερίτσες και πι. Αρκεί να φέγγει αυτός ο ήλιος, να διώχνει τα σκοτάδια που παραμονεύουν στ’ ακατοίκητα ερείπια της μικρής μας γειτονιάς. Μαγικό ξόρκι ή γιατροσόφι, όπως και να τον δεις, αυτός ο Μαρτιάτικος ήλιος είναι ό,τι ελεύθερο, μαζί με την αγάπη, μας έχει απομείνει σ’ αυτό το τόπο και μ’ αυτόν, θα το δεις, θ’ ανθίσουμε μια μέρα πάλι.

Συλλογή από κόλλυβα

Θυμάμαι, μικρή στο χωριό μου, κάτι Παρασκευές απογέματα προ Ψυχοσάββατων. Με πόση λαχτάρα τις περίμενα εκείνες τις Παρασκευές. Με το που άρχιζε να δονείτε το κωδωνοστάσι και πριν καλά-καλά τα νταν του τελειώσουν, εκεί κατά τις 4, πεταγόμουν όρθια, άρπαζα τη μαμά ή τη γιαγιά απ’ το χέρι και κινούσα γοργά-γοργά κατά την εκκλησία. Κι ήταν τόσο ωραία εικόνα να βλέπεις στο δρόμο κάθε ηλικίας γυναίκες, όλες μ’ ένα πιάτο κόλλυβα στο χέρι. Άλλα με ασημένια κουφετάκια, άλλα με σταφίδες και καρύδια, άλλα με ρόδια ή ξηρούς καρπούς (και τι δεν έβλεπες σ’ εκείνα τα πιάτα). Κι εκείνο το  ασταμάτητο κουβεντολόι τους όταν συναντιόντουσαν στο δρόμο, πόσο καθαρά και μελιστάλαχτα ηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Και μετά, μπρος την Ωραία Πύλη, όλα τα πιάτα το ένα δίπλα στ’ άλλο με μια λαμπάδα αναμμένη στο κέντρο να παραβγαίνουν θαρρείς σε ομορφιά και φινέτσα. Κι όταν τελείωνε ο παπάς κι έλεγε επιτέλους αυτό το «Δι’ ευχών», όλα εμείς τα πιτσιρίκια βουρ στην έξοδο. Και βγάζαμε ο καθένας από μια πλαστική σακούλα και σε σειρά περιμέναμε τις γυναίκες να ξεμυτίσουν.  Κι όταν εκείνες έβγαιναν, μέσα στη γλυκιά εκείνη βουή της απόλυσης, τους τείναμε την σακούλα κι εκείνες μας ‘βάζαν πότε μια, πότε δυο ή περισσότερες κουταλιές στάρι. Και υπήρχαν και κάτι γιαγιάδες των οποίων το πιάτο καθόλου δεν μας άρεσε και που σιχαινόμασταν και λίγο αλλά επέμεναν να μας δώσουν. Κι εμείς όλο και προσπαθούσαμε  να τις αποφύγουμε. Και όταν οι γυναίκες άρχιζαν μια-μια να φεύγουν, μαζευόμασταν όλοι μαζί πίσω απ΄την εκκλησία, στη παιδική χαρά, και κοκορευόμασταν για το ποιος μάζεψε το πιο πολύ στάρι. Και μετά κινούσαμε ο καθένας για το σπίτι του, πριν οι μανάδες μας αρχίσουν να μας φωνάζουν απ’ τις αυλές και τα παραθύρια. Και στο σπίτι πια, με θυμάμαι να παίρνω ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας, να βάζω μπροστά μου τη σακούλα με τη συλλογή μου από κόλλυβα και να τρώω και να τρώω.. Μέχρι που η κοιλιά πρηζόταν και το στομάχι πόναγε.

Φέτος, όχι στο χωριό μου κι ούτε εκείνο το παιδάκι αλλά μεγάλη πια, είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που έφτιαξα κι εγώ κόλλυβα. Πολύ πιο πεζά όμως τα πράγματα. Έλειπε η μαγεία, η χρυσόσκονη και το χρώμα εκείνων των παιδικών Παρασκευών. Έγινα, κοίτα να δεις, μια απ’ τις γυναίκες εκείνες με το πιάτο στο χέρι. Μόνο που δεν υπήρχαν παιδιά με σακούλες στην έξοδο της εκκλησίας. Μόνο που δεν υπήρχε η δική μου συλλογή από κόλλυβα.

Θησαυρός στα σκουπίδια

Αν περπατήσεις θα συναντήσεις. Κι αν προσέξεις θα ανακαλύψεις. Περιδιαβαίνοντας στα στενά και τους παράδρομους του κέντρου είναι εκπληκτικό το τι μπορεί αναπάντεχα να θαυμάσεις. Ανάμεσα στους ασημένιους βρώμικους σκουπιδοτενεκέδες και τα σπασμένα πεζοδρόμια, ζωές πεταμένες να περιμένουν έναν κάποιον εξερευνητή, επιβήτορα ή κολλέκτορα. Δε ξέρω, εάν κι αν ναι, σε ποια απ’ τις παραπάνω κατηγορίες ανήκω. Αλλά ξέρω (κι έχω επιβεβαιωθεί πολλάκις περί τούτου) ότι στα σκουπίδια μπορείς να βρεις πραγματικούς θησαυρούς. Κι όχι απαραίτητα σε αξία, αλλά σε κομψότητα,σε αυθεντικότητα, σε γραμμές, ουσία και ζωή. Όλα τα παραπάνω τα έχει ο σημερινός μου θησαυρός, απροσδόκητο δωράκι του Άγνωστου Πρώην Ιδιοκτήτη. Ένα μεγάλο, παλιό, σε φυσικές αποχρώσεις κι  άριστου φινιρίσματος ξύλινο μπαούλο. Κάποτε ήταν κομμάτι της ζωής κάποιου άλλου, μαγαζάτορα υποθέτω. Κι εκείνος, του το αναγνωρίζω, το σεβάστηκε και το πρόσεξε. Κι αυτό όντας υπόχρεο θα του ‘στεκε γεμάτο και περήφανο στο μαγαζάκι του δίπλα σε χίλιων λογιών καλούδια, όσπρια, μπαχαρικά και σπόγγους. Μέχρι που ο Άγνωστος Πρώην Ιδιοκτήτης το βαρέθηκε και το πέταξε στο δρόμο. Ο θησαυρός μου, εγκαταλειμμένος πια, περίμενε ψυχορραγώντας την επόμενη ζωή του. Κι ήταν το πεπρωμένο και των δυο μας να συναντηθούμε σήμερα. Το σύμπαν με οδήγησε σ’ εκείνο. Κι εγώ το ερωτεύθηκα απ’ την πρώτη στιγμή που το αντίκρισα. Τόσο πολύ και τόσο βαθιά που δε λογάριασα όγκο ή βάρος. Το κουβάλησα στην αγκαλιά μου, το εναπόθεσα προσεκτικά στο μικρό μου δυαράκι και τώρα κάθεται εδώ. Σε μια γωνιά του σαλονιού μου, σιωπηλό και ήσυχο πια, να με κοιτάει κατάματα καθώς γράφω αυτό το κείμενο. Και με περιμένει. Να του δώσω το δικό του χώρο στον χώρο. Να συνεχίσουμε τη δικιά μας ιστορία, αυτή που ξεκίνησε μόλις πριν μερικές ώρες.

Ο λαχειοπώλης που άκουγε Κάλλας

Ήταν σήμερα το μεσημέρι στην πλατεία στο Μοναστηράκι, «Πλατεία Αφρικής» όπως χαρακτηριστικά την ανέφερε ο ίδιος. Μαυροντυμένος, με ένα παλιό λαδί καπέλο, χοντρά επίχρυσα και με μεγάλες πολύχρωμες πέτρες δαχτυλίδια στα χέρια του και με βαμμένο κόκκινο το μικρότερο νύχι του δεξιότερου δακτύλου του. Είχε το πιο όμορφο κονταρολαχείο που έχω ποτέ δει. Μ’ ένα μπουκέτο λουλούδια στη κορυφή σαν κινούμενη, ψηλή ανθοδέσμη με φύλλα τα χαρτάκια του λαϊκού. Το θαύμασα έτσι καθώς το έσερνε με το μέτριο μπόι του ντελαλίζοντας τη πραμάτεια του. Και με τα πανέξυπνα μάτια του το πρόσεξε. Και πλησίασε. Κάθισε δίπλα μας. Άναψε το τσιγαράκι του και χωρίς ιδιαίτερη παρακίνηση ξεκίνησε τη δική του ιστορία.

«Εμένα μου αρέσει πολύ η Κάλλας. Και γενικά, δηλαδή, η μουσική να πούμε. Και ξέρεις, είναι και κομμάτι της δουλειάς«, είπε. Και βγάζοντας απ’ την τσέπη του ένα μικρό μαγνητόφωνο με μπαταρίες επαναφορτιζόμενες (του είχαν κρατήσει ήδη ένα χρόνο. «Γερές όχι της πλάκας. Είκοσι ευρώ ‘κάναν«, είπε) εκμυστηρεύτηκε πως σε κάθε περιοχή που πάει, παίζει και την ανάλογη μουσική. Έτσι, στο Μοναστηράκι βάζει λαϊκά, στη Πλάκα ιταλικά, στο Σύνταγμα αμερικάνικα κοκ. «Αλλά, η Κάλλας αδυναμία μου μεγάλη«, λέει. «Μ’ αρέσει, ρε παιδί μου, αυτή η φωνή της. Μια φορά, μάλιστα, περνούσα απ’ έξω απ’ τις ταβέρνες στο Θησείο κι έπαιξα στο γρανάζι Κάλλας. Και μια κυρία, φαινόταν, να πούμε, ματσωμένη, μου κάνει νεύμα να πάω προς το τραπέζι που έτρωγε με τον άντρα της. Κι είχαν, βρε παιδί μου, μπροστά τους ο καθένας από μια ψαρούκλα, να! Και, άκου να δεις, μου αγόρασε 80€ λαχεία! Και μου λέει, άκου να δεις, «ξέρεις γιατί θα τα αγοράσω; Επειδή δεν περίμενα ποτέ κάποιος σαν κι εσένα να ακούει Κάλλας». Άκου, ρε παιδί μου, ο λαχειοπώλης να ακούει Κάλλας, παράξενο της φάνηκε. Τι να πεις, οι ταμπέλες. Από εδώ σου λέει τα πρόβατα κι από ‘κει οι τσομπάνηδες. Κι εγώ, να πούμε, για κάποιους ανήκω στα πρόβατα. Χα!» και σε  υψηλότερο τόνο, κοιτάζει γύρω του τους περαστικούς και με τα χέρια του καλώντας τους, τους κάνει επιδεικτικά κι επιβλητικά «Πρρρ..ελάτε πρόβατα!Κατά ‘δω!«