Ένας τόπος και μια κουβέντα

Ένα πράσινο, νοικιασμένο panda. Σούρουπο, σχεδόν, Σεπτέμβρη. Φρέσκο απόβροχο και δροσερή πια ζεστούλα. Κι ο πρωταγωνιστής της εικόνας:Γέρακας, Αλόννησος. Τοπίο ιδιόμορφο στο βορινότερο λιμανάκι του νησιού. Άγριο, μυσταγωγικό, αρχέγονο κι αυθεντικό. Από πάνω, επιβλητικοί, κοφτοί, ατελείωτοι βράχοι να ζώνουν το σύνολο κι αγριοκάτσικα, καφέ και σβέλτα, να κλέβουν τη ματιά μια στο τόσο. Μπρος, ένα στενό άνοιγμα στο εκεί έξω κυματιστό, βαθύ μπλε Αιγαίο. Κι από κάτω, ένα εγκαταλελειμμένο, πια, κτίριο (κλασσικής αρχιτεκτονικής του ’60-’70) και μια μικροσκοπική, βοτσαλωτή παραλία. Λιγοστές πολύχρωμες βάρκες να πλατσουρίζουν βαριεστημένα. Κίτρινα δίχτυα μαζεμένα σε μπάλες πάνω στο γκρίζο βρεγμένο μπετόν και στο κέντρο, η ρετρό καντίνα με την άσπρη τέντα. Δύο κουτάκια Amstel πάνω στο λευκό, τρεμάμενο τραπεζάκι, λαϊκά απ’ το ανοιχτό ράδιο, ο Γιάννης κι εγώ βυθισμένοι στις πλαστικές καρέκλες να χανόμαστε στο τριγύρω. Μελαγχολική ηρεμία, αδιασάλευτη ησυχία. Το τώρα ενός τόπου βγαλμένο κατευθείαν απ’ το χθες.

Κι ο δευτεραγωνιστής: ο καντινιέρης (αν θυμάμαι καλά, κυρ-Κώστας). Τύπος κλασικού νησιώτη με δέρμα σταρένιο, ηλιοκαμένο, μάτια φωτεινά και χαμόγελο αληθινό. «Από που είστε παιδιά«, ξεκίνησε τη κουβεντούλα. Και το ένα έφερε το άλλο. Και το άλλο το παρά-άλλο και το παρά-άλλο τη σοφία της ζωής: «Είμαι πολύ ευτυχισμένος, παιδιά μου. Αληθινά ευτυχισμένος. Σηκώνομαι και βλέπω τη θάλασσα. Κοιμάμαι κι ακούω τα βράδια τα μελτέμια. Έχω ήλιο, ελευθερία, ησυχία, ένα πιάτο φαΐ και τη κυρά μου να με περιμένει. Ε, καμιά φορά κατεβαίνω και στο χωριό και πίνουμε και κανένα ουζάκι με τα φιλαράκια μου. Έζησα και στην Αθήνα κι αλλού. Αλλά τούτο εδώ το μέρος δε τ’ αλλάζω με τίποτα. Είναι το λημέρι της ψυχής μου. Όλα τα ‘χω. Τίποτα δε μου λείπει. Τί άλλο να θέλει ο άνθρωπος για να ‘ναι ευτυχισμένος;«

Ένας τόπος και μια κουβέντα στο τέλος ενός καλοκαιριού. Μια εμπειρία πολύχρωμη, ζωντανή, πολύτιμη καλά φυλαγμένη, έκτοτε, εντός μου. Και μια αέναη, ρητορική απορία «‘Άντε ντε, τι άλλο να θέλει ένας άνθρωπος;»

Μυστήρια ταξίδια

Τα ταξίδια αυτού του κόσμου, τα γινωμένα και τ’ άγουρα ακόμη, κάτι πάντα θα ‘χουν να μας πούνε για το ποιόν. Το δικό μας και των άλλων. Φεύγοντας κι επιστρέφοντας σα να σαμποτάρεις σκόπιμα την ύπαρξη σου ολάκερη ηλεκτρίζοντας την με πυρωμένη σπίθα. Να τη γεύεσαι ως και το στερνό παραπεταμένο της ψίχουλο. Να την αναζητάς ωσάν απελπισμένος στην τελευταία μικρή, μυστική κι απόμακρη γωνιά του κατά τ’ άλλα συνοροκρατούμενου πλανήτη σου. Στα ταξίδια μας, τα μικρότερα ή μεγαλύτερα, φεύγουμε πάντα σαν νομάδες και γυρνάμε σαν γυφτάκια. Ψάχνοντας συνέχεια την πατρίδα των πατρίδων, την ουσία της ύλης και την ψυχή της ίδιας της αίσθησης. Τα σωθικά μας γυρεύουν πάντα τη φυγή ίσως επειδή απ’ αυτό ‘ναι φτιαγμένα. Και τα λογικά μας σκόνη  εις τους θεόπνευστους ανέμους. Τα ταξίδια μας, ξύλινες χάντρες κομπολογιού σε  τρεμάμενα χέρια γέρου προσκυνητή κρατούν το ρυθμό της αρμονίας και της συμπαντικής νιρβάνα δείχνοντας το δρόμο για το μέσα μας κέντρο. Τα ταξίδια μας χέρια ανοιχτά, στόματα σφραγισμένα και μάτια διψασμένα. Τα μυστήρια ταξίδια μας από χθες, από σήμερα κι από αύριο όλα μαζί ταξίδια δια, επί και υπέρ ενός πάντα.

Κλωστή για τους κύκλους σου

Untitled23

Φαντάσου τον εαυτό σου στο κέντρο της ζωής σου. Και γύρω απ’ αυτό να ξετυλίγονται ίσα κατανεμημένοι ομόκεντροι κύκλοι. Οι ζωές που έχεις ή που θα ήθελες να έχεις. Πόσοι οι κύκλοι σου; Λίγοι, πολλοί ή αμέτρητοι αν είναι, εξαρτάται. Από εσένα και τον καθέναν. Όταν όμως τελειώνουν οι κύκλοι. Οι πραγματικοί, οι φανταστικοί ή οι ιδεατοί. Φαντάζεσαι τι μπορεί να υπάρχει στον πέραν τους; Ώστε μια σύντμηση, ε; Αυτό που είσαι, κι αυτό που επιθυμείς να είσαι μπορεί να μην συναντηθούν ποτέ, ξέρεις. Ενδεχομένως και να μην πάψουν ποτέ το γύρω-γύρω. Και τότε, θα ζαλιστείς και θα χαθείς ως άλλος χρυσός στον αιθέρα.

Μια κόκκινη κλωστή θαρρώ πως σου χρειάζεται. Να τη ξηλώνεις απ’ τα χέρια μιας Αριάδνης καθώς θα προχωράς άφοβα και γενναία στους λαβύρινθους και τους ωκεανούς της ύπαρξης σου.  Να δέσεις αυτά που ξέρεις, τα κοινά η τα σχεδόν κοινά των κύκλων σου. Να οριοθετείς κάπως το σχήμα. Να θέτεις σταθερές στην εξίσωση. Να μικραίνεις το χάος. Να αδρανοποιείς τις φυγόκεντρες δυνάμεις, αυτές που απειλούν να σε τινάξουν στον αέρα. Κι εσύ κι οι κύκλοι σου να ‘χεις συνέχεια τη κλωστή τυλιγμένη στον αντίχειρα. Και την εικόνα των χεριών που σου την προσέφεραν στα μάτια σου. Για να μπορείς να συνεχίζεις όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο μακρυά. Μέχρι ν’ ανακαλύψεις το κέντρο του κέντρου σου.

Υπενθύμιση

Αν μου ‘λεγες οτι ξύπνησα στη Θεσσαλία δίπλα στις κοίτες του Πηνειού θα σε πίστευα το δίχως άλλο κοιτώντας απ’ το παράθυρο μου και μόνο. Μια ορμητική βοή να κατηφορίζει απ’ την Ομόνοια ψάχνοντας τα παλιά ρέματα, που μπαζώθηκαν για την κατασκευή της σύγχρονης πρωτεύουσας. Η θάλασσα,κάτω στον Πειραιά, σαν να περιμένει να φουσκώσει σήμερα απ’ τα λήμματα της πόλης. Κι η Πειραιώς στα πλαϊνά της αληθινός χείμαρρος. Καφέ, ορμητικός,αδυσώπητος κυρίως για τους έρμους τους λιγοστούς πεζούς.

Αστραποβρόντια, μπουμπουνητά, χαλασμός Κυρίου!Για να θυμόμαστε οτι δεν είμαστε παρά φιλοξενούμενοι σ’ αυτό το σύμπαν κι ότι κάνει-κάνει υπομονή αλλά άμα του τη βιδώσει,ανά πάσα στιγμή, μπορεί να μας πάρει και να μας σηκώσει. Με την κυριολεκτική έννοια.

Μα αφού δεν είμαι καλά, σε λέω…

sick-girlΝομίζω πως έχω καταντήσει λίγο γραφική με την όλη ιστορία. Ένα κρύωμα που δεν λέει με τίποτα να περάσει κι ένα μόνιμο σπαστικό παράπονο (ή καλύτερα -α, πολλΆ σπαστικΆ παράπονΑ) σε συγγενείς, γνωστούς και φίλους με κάθε ευκαιρία, σε κάθε μέρος και κάθε στιγμή.

Είναι όλα αυτά που με τρώνε δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, 9 μέρες τώρα. Αυτό το εκνευριστικό γκούχου-γκούχου που έρχεται κάθε τόσο απ’ τα σωθικά των πνευμόνων μου και με ταρακουνά συθέμελα. Ο γεμάτος αγκάθια λαιμός που γρατσουνάει και γδέρνει σε κάθε τροφή και σε κάθε υγρό. Ο πονοκέφαλος που, σαν και βράχος, έχει αράξει στο κρανίο μου. Τα βουλωμένα ρουθούνια που με τη καμία δε λένε ν’ ανοίξουν μπας και κυκλοφορήσει μέσα μου λίγο φρέσκο οξυγόνο. Και το κορυφαίο, τώρα τελευταία, ένα αριστερό αυτί σχεδόν σφραγισμένο που κάνει τον κάθε ήχο τρισδιάστατο και που στο κάθε βήμα μου σαν να ‘χει μια δική του καρδιά που χτυπάει ντάκα-ντούκα, ντάκα-ντούκα όλη την ώρα.

Γίνομαι κουραστική, το ξέρω, αλλά εγώ η ίδια κι αν έχω κουραστεί απ’ τον απρόσκλητο φιλαράκο μου που έχει κολλήσει πάνω μου και δε λέει να του δίνει. Είμαι γλυκιά και φιλόξενη, κι αυτό το ξέρω, αλλά δεν μπορώ και το τόσο κολλητιλίκι. Ουφφ…Είμαι και γκρινιάρα, ναι. Αλλά, αφού σε λέω…δεν είμαι καλά!

Η ζωή που σου δόθηκε

babyub

29 χρόνια. Κι ένας ακόμη, ο τελευταίος πριν τα πρώτα -άντα να ξεκινά μόλις. Και ναι, είναι πολύ ωραίο το συναίσθημα να είσαι το κέντρο της προσοχής για μια ολόκληρη μέρα. Να παίρνεις χαμόγελα, ευχές, δώρα, λουλούδια κλπ. Ναι, όμορφη πολύ η εγωπάθεια. Επιτέλους, η εγωιστική, εγωκεντρική, ναρκισσιστική πλευρά του εαυτού σου σήμερα αποθεώνεται.

Κι αφού περάσεις την φάση, ξεκόλλα. Δεν είσαι ο μόνος που γεννήθηκε σαν σήμερα. Σ’ ολόκληρο τον πλανήτη θα υπάρχουν πάμπολλοι. Σαν σήμερα πριν χρόνια ξεκίνησες, πράγματι. Κι απ’ το άγνωστο υπερπέραν του χάοντος κάποιος αποφάσισε να σ΄ονομάσει άνθρωπο. Σου ‘δωσε σώμα,πνοή κι αφετηρία. Κι εσύ κολύμπησες σε μια μήτρα μέχρι που βρέθηκες στο χάος αυτού του κόσμου. Μετά κάποιοι σου προσέφεραν γάλα να θηλάσεις και χέρι να στηριχθείς για να περπατήσεις. Σου δόθηκε, με λίγα λόγια, ζωή. Εσύ όμως, εδώ είν’ το θέμα, τί κάνεις μ’ αυτήν; Και σε τι τnν μετράς, σε κεράκια;

Άνοιγμα στον ‘Άλλον’

Είναι ωραία να μιλάς με αγνώστους. Με ανθρώπους που δεν ξέρεις και δεν σε ξέρουν. Ανθρώπους με διαφορετικές θρησκείες, γλώσσες, υπηκοότητες, χρώματα,πεποιθήσεις και γνώμες ακόμη ακόμη. Είναι θέμα αλχημικό αν το αναλογιστείς. Έτσι στα ξαφνικά οι γραμμές της ζωής των ανθρώπων να τέμνονται σε ένα κοινό,ανύπαρκτο μέχρι πρότινος και μη αναμενόμενο σημείο. Αυτή η επαφή με έναν άγνωστο, τυχαίο κόσμο, τον κόσμο του άλλου, του κάθε φορά διαφορετικού και γι’ αυτό μοναδικού. Το ν’ ανοίξεις τον κλειστό εαυτό σου στο έξω από εσένα είναι μια μορφή ύψιστης τέχνης, που θέλει δουλειά για να τελειοποιηθεί. Αντανάκλαση ενός πλήρους πανανθρωπισμού και μιας μεγαλειώδους, ιδεώδους οικομενικότητας. Μια τυχαία συνάντηση, μια συζήτηση, ένας καφές, μια βόλτα, μια καλημέρα, ένα άνοιγμα στον «Άλλο» πόση επάρκεια και πόση πληρότητα μπορεί να δώσει, αλήθεια. Προτείνω, το λοιπόν, να ιδωθεί ως ηθικό δίδαγμα και πρακτική άσκηση μαζί:Μια καλημέρα, κάθε μέρα σε έναν άγνωστο. Και, φευ, πιο πολύς κόσμος θα αρχίσει να χαμογελάει.

Αίμα απ’ το αίμα μου

Canon EF 135mm f2.0 L USMΤην ξέρω 29, παρά κάτι μέρες, χρόνια. Μαζί της μεγάλωσα, έπαιξα,θύμωσα,γέλασα,έκλαψα. Είναι τόσο διαφορετική από εμένα. Παλιά, μοιάζαμε περισσότερο, νομίζω. Λίγο που μεγαλώσαμε, λίγο που είχαμε κάποιες διαφορετικές εμπειρίες, αλλάξαμε. Της έχω πει πως υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα μπορούσα να κάνω παρέα μαζί της. Εννοώντας όχι πως δεν θα ‘θελα, αλλά πως δεν θα μπορούσα. Απ’ την άλλη, ίσως, στην πραγματικότητα, να είμαστε τόσο ίδιες γι’ αυτό και δεν αντέχει για πολύ η μία την άλλη. Μερικές φορές με εξοργίζει. ναι. Και θέλω να την τραβήξω απ’ το μαλλί, πράγματι. Ενίοτε οι φωνές μας δίνουν το παρόν μας στους γείτονες. Αλλά, απέναντι σε όλες αυτές τις φορές, είναι όλες οι άλλες τόσες που αγαπιόμαστε βαθιά κι ουσιαστικά. Που λείπει η μια στην άλλη όταν βρισκόμαστε μακριά. Που πιάνω τον εαυτό μου να μιλά, να κινείται και να αντιδρά όπως εκείνη. Που με κατακλύζουν οι τύψεις όταν γίνομαι απότομη και στρίγκλα απέναντι της, ή που απαθέστατη στον κόσμο μου δεν ασχολούμαι λίγο με τον δικό της κόσμο όταν το έχει ανάγκη. Που φροντίζει η μια την άλλη όταν είναι άρρωστη, όταν έχει πυρετό ή στομαχόπονο. Όλες αυτές οι φορές που σε ρωτάει ξανά και ξανά πως είσαι ή που σε ζαλίζει να ντυθείς καλά γιατί θα κρυώσεις, που μάλιστα σε κυνηγάει μ’ ένα μπουφάν ή ένα κασκόλ κάθε που βγαίνεις στο μπαλκόνι και φυσάει. Όλες εκείνες οι φορές που η φωνή της, το χάδι της κι η παρουσία της σου υπενθυμίζουν πως δεν είσαι μόνη και πως είναι εκεί για σένα. Την αγαπώ πολύ, κι ας μην της το λέω, κι ας μην της το δείχνω με τον τυπικό τρόπο συχνά. Η αλήθεια είναι πως δε ξέρω τι θα ΄κανα χωρίς εκείνη, την μεγάλη μου αδερφούλα, το αίμα απ’ το αίμα μου.