Η ηδονή της εξουσίας

Είναι κάποιοι άνθρωποι τζάμπα μάγκες. Αυτοί οι τύποι οι «γαμάω και δέρνω». Αγροίκοι που βλέπουν τη δουλειά τους, τη πόλη τους, την ίδια τους τη ζωή σαν μια αχανή ζούγκλα. Εκεί ο ισχυρός επικρατεί κι ο αδύναμος πίπτεται ως τροφή στα υπόλοιπα ζώα. Αν τα χαρακτηριστικά του λύκου τα ‘χεις μέσα σου, φαντάσου τι γίνεται, όταν κάποιος σου βάλει ένα στέμμα, ένα γαλόνι ή μια στολή και σου πει πως σε κάνει ελεγκτή, αστυνόμο ή security. Τότε, το ζώο παίρνει προαγωγή κι από απλό ζώο γίνεται ζώο με περικεφαλαία. Ακόμα δε χειρότερα κι από λύκο, ο εξουσιαστής δικτατορεύει απόλυτα της αγέλης μην υπολογίζοντας την και πράττοντας αποκλειστικά υπέρ ιδίου.

Ιδού, λοιπόν, κύριοι, ολόγυρα μας η μεγίστη ζούγκλα της Αθήνας με τα ουκ ολίγα άγρια και «φτιαγμένα» όρνια της: Ομόνοια, 5′ Μαρινόπουλος, απόγεμα. Ένας τύπος έχει μπει στο μαγαζί βιαστικά. Δεν παίρνει καλάθι. Προχωρά από ράφι σε ράφι κοιτάζοντας και μετά κατευθύνεται στο βάθος.  Ο σεκιουριτάς, που εντωμεταξύ χαζολογά με μια συνάδελφο του, ξαφνικά σταματά το χαζολόι. Στυλώνει τα μάτια στον τύπο κι αρχίζει να δουλεύει παρακολουθώντας τον.  Μετά από λίγο, ο τύπος κάνει να βγει απ’ το μαγαζί κι ο σεκιουριτάς τον αρπάζει απ’ το πέτο. Τον τραβάει πίσω από ένα ράφι και βρίζοντας τον ζητά 1)τα στοιχεία του(!) και 2)να βγάλει το μπουφάν για να φανερωθούν τα κλεμμένα δήθεν προϊόντα.  Ο τύπος αντιδρά αμφισβητώντας την εξουσία του σεκιουριτά («Τι λες ρε μαλάκα, ποιός είσαι εσύ να σου δώσω τα στοιχεία μου;  Γιατί να ξεκουμπωθώ, με είδες να κλέβω; Άσε με ρε να φύγω, ψευτοκολόμπατσε. Και πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, μην σου φέρω τα δημητριακά στο κεφάλι») κι η μάχη ξεκινά. Ύστερα από έναν πολύωρο, πλούσιο σε κοσμητικά κι εποικοδομητικό για όλους διάλογο ο τύπος τελικά ανοίγει το μπουφάν, που δεν έκρυβε τίποτα, κι ο σεκιουριτάς του επιτρέπει την έξοδο.

Συμπέρασμα:Η ηδονή της εξουσίας δεν έχει τέλος σ’ ένα τελειωμένο από σεβασμό και μέτρο ον μιας από καιρό σαθρής και φιλοβίαιης κοινωνίας.

Advertisements

Ο επαναστάτης της βροχής

Πλατεία Κοτζιά, ώρα 20:00, βροχή.

Αν ήμουν δυο ή τριών χρονών θα μπορούσα σίγουρα να τον ερωτευθώ μετά απ’ αυτό. Μισό, με το στανιό, μέτρο άνθρωπος ανάμεσα σ’ ένα κόσμο ψηλών και μεγάλων. Τον κράταγε η μαμά απ΄το χέρι προσπαθώντας ταυτόχρονα ν’ ανοίξει την ομπρέλα της. Εκεί, κάτω απ΄το υπόστεγο στην έξοδο του παζαριού. Τα μάτια του άγρυπνα. Βλέμμα γατίσιο προ επίθεσης, να παρακολουθούν πότε τα ρυάκια της βροχής στη πλατεία και πότε τη μαμά-αφέντρα. Και σε μια απειροελάχιστη στιγμή της αφήνει το χέρι. Θαρρείς και τόση ώρα παραμόνευε γι’ αυτό. Σα ριπή αστραπής πετάγεται στη βροχή. Χαμογελά στη βροχή. Χορεύει στη βροχή. Μ’ ανοιχτό το στόμα πίνει τη βροχή. Τσαλαβουτά και πλατσουρίζει στα μικρά ποταμάκια που κυλάν ανέμελα, ευτυχισμένα θαρρείς κι αυτά, ανάμεσα στα παπουτσάκια του. Και στα μονά του ακόμη χρόνια βιώνει μια πρώτη, αλλόκοτη αίσθηση υγρής ελευθερίας. Κι η μαμά του συνειδητοποιώντας αναστατώνεται. Και με ένα χέρι-χατζάρα τον γραπώνει απ’ το μπουφάν: «έλα παιδί μου εδώ, θα βραχείς!«. Και το μικρό του ακόμη σώμα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη δύναμη της ενήλικης γυναίκας. Κι οπισθοχωρεί. Κι αφήνεται να συρθεί στο κέλευσμα της. Αλλά, καθώς τραβιέται πίσω κατά το υπόστεγο, γελάει. Κι είναι το γέλιο του καθαρό και γάργαρο. Λες και βγάζει γλώσσα. Λες και κλείνει το μάτι σε μένα και στους υπόλοιπους υπό ομπρέλα, ζαχαρένιους τάχατες, μεγάλους. Ένας μικρός δάσκαλος, το δίχως άλλο. Ένας λιλιπούτειος μαχητής της ελευθερίας. Ένας  αληθινός επαναστάτης της βροχής.

Τα σημάδια που αγνοήσαμε

Τα σημάδια που αγνοήσαμε, ενώ την ίδια στιγμή ζητούσαμε να μας φανερωθούν, λένε κάτι για τις αποχρώσεις που η ζωή μας θα μπορούσε να πάρει έναντι της συνήθους μονοχρωμίας. Τα σημάδια που προσπεράσαμε, ενώ την ίδια στιγμή τα ψιλιαζόμασταν ως τέτοια, μας γνέφουν απ’ την απέναντι όχθη. Εκεί, που θα μπορούσαμε να ‘μασταν τώρα κι εμείς. Τα σημάδια που αρνηθήκαμε ίσως και να ‘ταν για να μας ξεκολλήσουν από τούτη εδώ την κινούμενη άμμο που όλο και πιο κάτω μας τραβάει και που όλο και πιο δύσκολο γίνεται να κρατηθούμε στην επιφάνεια της.

Τα σημάδια που ακόμα μας δείχνουν το δρόμο ίσως και να μπορούμε να ξανά-ερμηνεύσουμε. Να τους φανερώσουμε τα κρυμμένα μας μυστικά και να τους ζητήσουμε απάγκιο και συγχώρεση. Να τους επιτρέψουμε να μας βγάλουν απ’ τον στενό παράδρομο που η ζωή μας σαν να ‘χει ξεστρατίσει. Να τα ακολουθήσουμε πιστά και να ελπίσουμε πως θα μας οδηγήσουν στις φωτεινές, μεγάλες λεωφόρους.

Μετρώντας αστέρια…

stars wallpaper light landscape white backgroundΧαράματα και δε λέει να με κολλήσει ο ύπνος. Και θυμάμαι κάποτε, πριν κάποια χρόνια, ένα άλλο βράδυ σαν κι αυτό να επαναλαμβάνεται.

Τότε, όπως και τώρα, μυαλό και σώμα σ’ έναν απόλυτο συγχρονισμό να περιμένουν ένα ξέφωτο που δεν έλεγε να φανεί υπακούοντας υπομονετικά στο τικ-τακ ενός σάματις στατικά τρεχάμενου ρολογιού. Πότε μπρούμυτα και πότε ανάσκελα, τα μάτια, όπως και τώρα, σαν να πήγαιναν να γλαρώσουν αλλά αμέσως ξανάνοιγαν. Κι οι κόρες τους διαπερνούσαν το σκοτάδι του μικρού δωματίου και χάνονταν ανάμεσα στα φωτεινά αστέρια που σκέπαζαν τον ουρανό τον καταπάνω μου. «Δε μπορώ να κοιμηθώ«, απόκαμα στο τέλος. Κι εκείνος, ο πάντα αγαπημένος μου, εκεί, δίπλα μου, απηυδισμένος μα ευγενής να μου λέει: «Λοιπόν, άκου να δεις τι θα κάνουμε. Θα μετρήσεις όλα τα αστέρια στο ταβάνι και μόλις τελειώσεις θα μου πεις πόσα είναι, εντάξει;«. «Εντάξει!«, του απάντησα με παιδικό ενθουσιασμό γιατί ήταν τόσο ανεκτικός και γλυκός μαζί μου αλλά και γιατί είχα επιτέλους με κάτι να ασχοληθώ. Κι αμέσως άρχισα να μετράω τα φωτεινά σημεία, ένα προς ένα. Μα κάπου-κάπου μπερδευόμουν και σταματούσα. Και τα ξανάπιανα απ’ την αρχή. Μέχρι, που στο τέλος, τα κατάφερα και περήφανα του ανακοίνωσα: «Χα!Τα μέτρησα, είναι 27«. «Τσου», μου κάνει νυσταγμένα. «Δεν είναι τόσα. Ξαναμέτρα τα!«. Απογοητευμένη άρχισα ξανά το μέτρημα. Μα εκείνος και πάλι να μου λέει πως είναι λάθος. Κι εγώ πάλι απ’ την αρχή. Μέχρι που τα μάτια μου έβλεπαν τα φωτεινά σημεία πια θολά και βάρυναν τόσο πολύ απ’ το μέτρημα που όταν ξανάνοιξαν έβλεπαν το φως του ήλιου αντί για των άστρων. Τότε, τον ρώτησα: «Τελικά, πόσα είναι τα αστέρια στο ταβάνι σου;» Κι εκείνος μου απάντησε χαμογελώντας: «Δεν έχω ιδέα«.

Ζούμε;

tumblr_mgh3vynTA51qee77no1_500Ζούμε σε μια πόλη που μας έκρυψαν τον ουρανό.

Για να δεις λίγα σύννεφα πρέπει να βάλεις προσεκτικά το κεφάλι σου ανάμεσα σε τρύπες κτιρίων κι ακάλυπτους πολυκατοικιών.  Χάσαμε και το μπλε, μας έχασε κι εκείνο. Μόνο γκρι για να ταιριάζει και στις ζωές μας. Ιδανική μονοχρωμία μιας ιδανικής εξέλιξης. Μια γη ακόμα υπνωτισμένη, ντοπαρισμένη,νυσταγμένη που δε λέει να ξυπνήσει. Ένας άδικος ύπνος δικαίου. Να πέφτεις χαράματα και να σηκώνεσαι μεσημέρι. Πίσω απ’ τα μπεταρισμένα τοιχιά των λιγοστών σου τετραγωνικών ένας κόσμος  σε σμίκρυνση. Κι ένας ήλιος με αχτίνες ανάπηρες. Αδύναμες να σε βρουν, να σε ποτίσουν λιγάκι, να ζεστάνουν την παγωμένη ύπαρξη σου. Μια νιότη σε slow motion κι ένα μοντάζ εικόνων ξένων και πειραγμένων. Ένα έργο χωρίς σενάριο και πρωταγωνιστή πάντα εσένα.

Ζούμε σε μια γη που μας έκρυψαν την ελευθερία. Αλήθεια, ζούμε;

Λευκό μαντήλι αποχαιρετισμού

10147308Τ’ αεροπλάνα, τα καράβια, τα λεωφορεία και τα τραίνα που φεύγουνε κάθε μέρα κι από ένα, λες και σα να παίζουν κυνηγητό μεταξύ τους. Σε κάθε στροφή της ζωής μας όσοι συμμετάσχουν κερδίζουν κι από κάτι. Τί, μη με ρωτάς. Ποτέ δεν έμαθα κι ακόμα ψάχνω, μ’ ακούω να λένε διάφορα. Κι εμείς που μένουμε πίσω, στην αγκυροβολημένη μας ύπαρξη, μόνη μας έγνοια να κουνάμε το λευκό μαντήλι του αποχαιρετισμού. Περιπαθείς της δειλίας μας και διερωτόμενοι της αναποφασιστικότητας μας. Τα άλλα ταξίδια ίσως και να μην είναι τελικά γραφτά για εμάς. Γεννηθήκαμε με έναν τέτοιο δειλό εαυτό κι αν δεν μπορέσουμε να τον αλλάξουμε θα ‘μαστε για πάντα κολλημένοι σ’ αυτήν τη γη, να βλέπουμε μονίμως την πλάτη αυτών που τολμούν.

Για όσο κρατήσει…

– Είναι ώρες τώρα το κύμα αυτό απλωμένο στην άμμο μας, σου λέω. Απροσκάλεστο ήρθε (-λες και πότε υπάκουσε σε δελτία τύπων, λειτανίες και προσκλητήρια) αλλά φριχτά καλοδεχούμενο. Και μοιάζει μ’ αυτήν την ακατανίκητη έλξη του ενθουσιασμού που προσπερνά τις ράθυμες, τεμπέλικες ησυχίες του μυαλού και χτυπά μ’ αστραπή τα άκρα των νεύρων σαν άλλος στατικός ηλεκτρισμός. Αυτή η μεγαλειώδης δύναμη που απ’ το τίποτα ξεπετάγεται και κυριαρχεί με το πρώτο της μόλις δειλό και τρεμάμενο βήμα. Η αίσθηση πως όλα, η ζωή σου ολάκερη, είναι στη δική σου φούχτα. Σαν το λευκό ακόνι, εκείνο που τον Αύγουστο είχες αρπάξει απ’ το γιαλό, να μαλακώνει ανάμεσα στα όρη της παλάμης σου κι εσύ με μια σου μόλις γροθιά να το στύβεις. Μέχρι που σαν λεμονόκουπα αποκαμωμένη και άδεια θα πέσει στις ρίζες σου. Και θα γίνει λίπασμα στο δέντρο της ζωής σου. Είναι σαν αυτή την ώρα να είσαι τόσο απόλυτα, αδιάλειπτα σίγουρος πως μπορείς να το κάνεις. Πως τίποτα δεν μπορεί να σε κρατήσει απ’ το να μην. Ο πόθος για ζωή και δημιουργία. Η έξαψη μιας σπινθιρίζουσας ακόμη νιότης που όλα τ’ αντέχει, όλα τα θέλει κι όλα τα μπορεί. Που όσο κι αν τυλίγεται από μαβιές ή πολύχρωμες στάχτες  με ένα, τόσο δα, ανυπόστατο, πυρωμένο «φου» καθαρίζει μεμιάς και ξανανάβει. Αυτή η παλμική δόνηση, που έρχεται απ’ τα πιο βαθιά, βραχώδη έγκατα του είναι μας σαν άλλος ύμνος ξωτικών γυρεύοντας το φως. Αυτή η Ποσειδώνια τρίαινα που ταράζει τα στάσιμα νερά και κάνει την ευθεία καμπύλες. Και να ‘ταν λέει να μην ξαναρχόταν εκείνη η πρότερη βαρετή, ίδια κι ίδια, ανυπόφορη μπουνάτσα.

– Μη σκας. Και μη νοιάζεσαι για το παρακάτω. Για όσο κρατήσει. Μόνο, τώρα, υποσχέσου μου πως μέχρι κι η τελευταία μπουρμπουλήθρα του λευκού αφρού γλυστρίσει απ΄τα δάχτυλα σου, αυτό τ’ αλμυρό ύδωρ της ζωής, τ’ αγίασμα της προσωπικής μας ύπαρξης, θα το κρατήσεις για όσο μπορείς, κουρελιάρη δίδυμε εαυτέ μου. Τα δάχτυλα σου θα πλεχτούν σ’ έναν κόμπο τόσο στέρεο και συμπαγή (να,έτσι δα! Βλέπεις;) που αν μη τι άλλο δεν θα επιτρέψει σε κανέναν αύριο μεθαύριο να μας πει πως παραδοθήκαμε αμαχητί. Φίλα μου σταυρό!Για τώρα, εντάξει; Και για όσο κρατήσει.

Τι να σημαίνει αυτή η ενδόμυχη άρνηση;

Όχι, δεν είμαι ριψοκίνδυνη ή τολμηρή προ μιας κατάφασης. Τουλάχιστον όχι όσο θα ‘θελα κι όσο ίσως θα άρμοζε στην περίσταση. Απεναντίας, φοβάμαι. Κι είναι ο φόβος αυτός που με καρφώνει επί τάπητος και δεν μπορώ να σηκώσω το ρίσκο. Καμιά φορά, δε,παγώνω από μια πιθανή μελλοντική εικόνα άγονη κι άνυδρη, απόρροια μιας επικείμενης άρνησης. Πια, αγωνία μου τείνει να γίνει μην κι εστιάζοντας στο δέντρο χάσω την εικόνα και την αίσθηση του δάσους.

Όμως πέρα και πάνω από αυτό, πώς να θέλω, πως να μπορώ και πώς να μου επιτρέψω τον συμβιβασμό; Αν ήθελα να αποδομήσω την τελειότητα της ζωής στα πλαίσια μιας σύμβασης θα το είχα κάνει καιρό πριν. Όσο κι αν με φοβίζει το τι ενδεχομένως δεν θα έρθει, άλλο τόσο, κι ακόμα περισσότερο, με τρομάζει το να συγκαταθέσω στο αταίριαστο και το παράταιρο. Πώς να στριμώξω το όλον, αυτό που ποθεί και λαχταρά η ξωτικιά ψυχή, στο μερικό; Πώς να περιορίσω τον ίδιο μου τον εαυτό, που τον κουβαλώ τόσα και τόσα χρόνια και που ό,τι και να ‘ναι είναι δικός μου και τον αγαπώ; Πώς να ρισκάρω ένα πεπρωμένο σε μια ζαριά της τύχης και σ’ ένα «δε βαριέσαι»; Πώς να καλύψω αυτήν την αλλόκοτη αίσθηση του λάθους και να πάψω να την ονοματίζω δισταγμό;

Τί στ’ αλήθεια να σημαίνει αυτή η ενδόμυχη αίσθηση της άρνησης, τελικά; Και που είναι να μας πάει, ασυμβίβαστε εαυτέ μου;Για πιο καλό ή για πιο κακό να γεννήθηκε εντός μας;

Αν με ήξερες…

Είπες το διάβασες το βιβλίο που σου ‘χα δανείσει. Δε το πιστεύω. Είμαι, δε, απόλυτα σίγουρη πως το ζήτησες απλά για να ‘χεις κάτι να επιστρέψεις. Μια αφορμή συνάντησης. Αλλά δεν είπα τίποτα άλλο, παρά σε ρώτησα αν σου άρεσε. «Να τα πούμε μόλις μπορέσεις«. «ΟΚ«, είπα και προχώρησα. Και μετά με πήρες τηλέφωνο, «έχω να σου φέρω το βιβλίο σου. Σου έχω πάρει κι ένα δωράκι. Κάτι μικρό, το είδα, μου άρεσε και είπα θα το πάρω για σένα«. Κι εγώ,χάνος για μια ακόμη φορά. Να προσπαθώ να ισορροπήσω μεταξύ των τύψεων και της ευγένειας. Και σου απάντησα οτι δεν χρειαζόταν να μου πάρεις δώρο, ενώ αυτό που πραγματικά εννοούσα ήταν οτι ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ να μου πάρεις δώρο. Ούτε τώρα, ούτε χθες, ούτε αύριο.

Αν με ήξερες, θα ήξερες οτι δεν με κερδίζουν τα δώρα, τα τηλέφωνα, οι συνεχείς και πολύωρες επισκέψεις. Αντιθέτως, με κουράζουν, με πνίγουν φέρνοντας στην επιφάνεια τον πιο ανώριμο εαυτό μου. Αν με ήξερες, θα ήξερες οτι θέλω χώρο. Να με καταλαβαίνουν χωρίς να χρειάζεται να εξηγώ. Ότι το ‘θα δούμε’ μου δεν υποδηλώνει κατάφαση αλλά υπόθεση. Αν με ήξερες θα ήξερες πως για να με μάθεις πρέπει εγώ να σ’ αφήσω.

«Where is the best?»

Ένας πολύ καλός μου φίλος, πριν πολύ πολύ καιρό, όταν δεν ήταν και στην πιο αισιόδοξη φάση της ζωής του, έθετε στον εαυτό του και σε ‘μένα το ακανθώδες όσο και ρητορικό ερώτημα «where is the best?». Τότε του απαντούσα πως θα ‘ρθει, πως κάπου παρακάτω παραμονεύει και πως την κατάλληλη στιγμή θα τον εκπλήξει.

Σε νέες βάσεις πια, σε μια σημερινή Γιαννιώτικη Δευτέρα και βλέποντας τις πρώτες αχτίδες μιας μέρας καινούριας, φωτεινής μα και παγωμένης ξαναθυμήθηκα την ερωτηματική εκείνη φράση. Ο ρεαλισμός του Γενάρη θέτει από μόνος του, όμως, άλλη διάσταση, πιο πραγματιστική, στην τωρινή πια ενδεχόμενη απάντηση μου. Λοιπόν, καλέ μου φίλε-αδερφούλη, εαυτέ μου, I have no fucking idea where the best is. Δεν ξέρω τι μας επιφυλάσσει το αύριο, ούτε καν το τώρα. Δε ξέρω που μας οδηγεί το ποτάμι, ούτε σε ποιους ωκεανούς τελικά θα μας ξεβράσει. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να μείνουμε στον αφρό, χωρίς να βυθιστούμε. Δε ξέρω αν θα βρεθεί στεριά ή κανένα ναυαγοσωστικό να μας μαζέψει. Το μόνο που ξέρω είναι αυτό που θέλω. Κι αυτό που θέλω είναι τα «best» να είναι όσο πιο κοντά γίνεται. Έτσι όπως ο καθένας μας ορίζει βαθιά μέσα του το «best» και με ό,τι συμπεριλαμβάνουμε σε αυτό.