Επίλογος κι εισαγωγή

Επίλογος-2012: Ένας χρόνος στρογγυλός, επίπονος απ’ τις πρώτες κιόλας μέρες του. Γεμάτος δάκρυα, θλίψη, αγωνία, άγχος, αποχωρισμούς και κάπου κάπου λάμψεις χαράς, ελπίδας κι αισιοδοξίας. Χρονιά ανακατατάξεων αναμφισβήτητα και ριζικών αλλαγών, πολλών, πολλών, πολλών. Χρονιά ατέλειωτης ενδοσκόπησης όπου τα όρια τεντώθηκαν κι οι σκέψεις αρμένισαν πότε με νοτιάδες και πότε με βοριάδες. Χρονιά δοκιμασιών εξωγενών κι ενδογενών. Χρονιά-ναρκοθετημένο πεδίο που στο ένα πόδι αναζητώντας την χαμένη μας ισορροπία πασχίζαμε να διαπεράσουμε σώοι. Χρονιά αμφισβήτησης και συνεχούς αναπροσδιορισμού. Χρονιά μεγάλη, ατελείωτη. Χρονιά που πήρε πολλά δίνοντας λίγα. Κάτι σαν χειμερία νάρκη, λήθαργο και ύπνωση μαζί. Το 2012 σαν να κυνηγούσαμε τη ζωή αντί να μας κυνηγά εκείνη.

Εισαγωγή-2013: Να ξαποστάσουμε. Αυτό εύχομαι για το 2013. Να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε. Να είναι ανεξάντλητα τα αποθέματα της ελπίδας μας και κυρίως να παραμείνουμε για μια ακόμη χρονιά άνθρωποι.

Advertisements

Το μικρό μου ελάττωμα…

Έχω κάτι. Ναι, μικρό ελάττωμα θα το έλεγα. Δεν μπορώ την πίεση. Ασφυκτιώ, πνίγομαι κάθε φορά που πρέπει να συνυπάρξω με ένα περιοριστικό, πάντα διαφορετικό πρέπει. Ό,τι και να ‘ναι αυτό, όπως κι αν το λένε. Απλά δεν το αντέχω να με κλείσεις, σαν άλλο κατοικίδιο, σε μια γυάλα και να μου πεις πως από εδώ και μπρος η «ελεύθερη» θάλασσα που θα κολυμπάς θα είναι ετούτη εδώ με τα γύρω γύρω τζάμια. Γι’ αυτό σου λέω. Αν με ζορίσεις πολύ να προχωρήσω δεξιά, εγώ θα κάνω αριστερά. Αν προσπαθήσεις έστω και κατά διάνοια να περιορίσεις την αυτονομία μου,θα κάνω πρώτα ένα βήμα πίσω, θα πάρω μια βαθιά ανάσα, θα σου γυρίσω τη πλάτη και θα εξαφανιστώ χωρίς καν να σου εξηγήσω το πως και το γιατί, το τι λάθος έκανες, αν είναι λάθος. Αυτοκαταστροφικός μηχανισμός, το ξέρω. Ανώριμος; Ενδεχομένως κι αυτό.

Σου ορκίζομαι, όμως.Προσπάθησα. Προσπάθησα πολύ στο παρελθόν να το αλλάξω, αλλά μάταια. Και μετά κουράστηκα, τα παράτησα, το αποδέχθηκα και πια ζω μαζί με το ελάττωμα μου. Έτσι είμαι. Κι αν δεν μπόρεσα εγώ να με αλλάξω, δεν υπάρχει καμία απολύτως πιθανότητα να το κάνεις εσύ. Πίστεψε με.

Μόνο και να γινόταν

Μόνο και να γινόταν ο αέρας που λυσσομανά στο μπαλκόνι μου να τα έπαιρνε όλα για όλα μαζί του. Οι ραγισμένες αστοκάριστες χαραμάδες των κουφωμάτων να έπαυαν να τρίζουν αλλά να πετούσαν μια και καλή για άλλες πολιτείες. Βαλς με τους βοριάδες να στήναμε κι ο Δεκέμβρης να χειροκροτούσε απ’ το κέντρο του κύκλου, καθώς θα καμάρωνε τα ανάλαφρα αν και διστακτικά σούρτα-φέρτα μας. Κι η «πολιτεία» θα μεταμορφώνονταν σε «πολυτεία». Και τα μαλλιά μας, μαζί με τα μυαλά μας, κόκκινοι καταρράκτες κινάμενοι για τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Και το άλλοτε επιβεβλημένο νυχτερινό μας σιωπητήριο θα λούφαζε τρομοκρατημένο. Θα ‘κανε το τέρας μέσα μας να χάσκει έκπληκτο με το στόμα διάπλατα ανοιχτό, δείχνοντας μας τα σφραγισμένα, μπεταρισμένα (κι αυτά) δόντια του. Και το λακκάκι στο δεξί ροδαλό μάγουλο της ύπαρξη μας θα ξανασχηματίζονταν, καθώς θα μας χαμογελάγαμε μεθυσμένα. Κι οι χρόνοι, οι μέρες, οι ώρες θα κατέρρεαν ξέπνοα μπρος τη νέα ριζοσπαστική συνθήκη πραγμάτων. Κι εσύ θα μ’ έπαιρνες αγκαλιά κι ο ουρανός σαν και θα μου χάριζε λίγο απ’ τ’ αστρικό φως του. Και τα παλιά σκοτεινά στενά της γειτονιάς μας θα σπινθήριζαν κάτω απ΄την ξανα(ανα)μμένη λάμπα. Κι ο κόσμος ολάκερος, αυτός που ξέρουμε, αυτός που υποπτευόμαστε κι αυτός που δεν φανταζόμαστε θα ήταν εκεί. Ανάμεσα στις ζεστές κοφτές λάμψεις της ζωής, θα ‘παιρνε,  επιτέλους, το σύμπαν ξανά μορφή και η ψυχή μας ανάσα.

Περίεργο όνειρο

Τον είδα μπροστά μου ολοζώντανο εν μέσω του χθεσινοβραδινού μου ύπνου. Ήμουν κάπου, σε κάτι σαν εξοχή. Κοίταζα, λέει, κατά τ’ άστρα, χαζεύοντας ένα σπάνιο ουράνιο φαινόμενο κι εκεί, ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά μου κοιτάζοντας με κατάματα. Κι είχε τη μορφή ενός γλυκύτατου μικρού αγοριού με πρόσωπο τόσο ήρεμο και βλέμμα τόσο γαληνεμένο. Και μου είπε «εγώ είμαι ο Θεός. Απόψε πρέπει κάποιος να έρθει μαζί μου» και κοιτάζοντας κατά τον ουρανό μου έδειξε ένα ιπτάμενο αυτοκίνητο. Κι εγώ προσφέρθηκα από μόνη μου να τον ακολουθήσω. Μα το παιδί εκείνο με κοίταξε δύσπιστα και μου είπε: «δε ξέρω αν μπορείς εσύ. Πρέπει να αποδείξεις οτι το θες, οτι είσαι έτοιμη κι άξια να ‘ρθεις μαζί μου». Κι εγώ τον κοίταγα με μάτια ικετευτικά και προσπαθώντας να τον πείσω του έλεγα «είμαι! Είμαι άξια!». Μέχρι που στο τέλος πείστηκε. Και μου ‘πε «εντάξει, λοιπόν. Απόψε, εσύ θα έρθεις μαζί μου». Κι έφυγε με την υπόσχεση να ξαναγυρίσει πιο μετά για να φύγουμε. Κι εγώ που μέχρι τότε ήμουν ήρεμη κι αποζητούσα το ταξίδι άρχισα να φοβάμαι. Καθισμένη σε ένα παγκάκι, έτρεμα μπρος το άγνωστο. Στεναχωριόμουν κι έκλαιγα λέγοντας στην μαμά μου, που ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου, «μαμά, δεν θέλω να φύγω, δεν θέλω να πεθάνω».

Και ξύπνησα…