Σαν ανδριάντας της πόλης των Αθηνών

Ήταν στη Σοφοκλέους, μπροστά απ’ τον «Νείλο». Περίμενε στη στάση με τα χέρια κρυμμένα ανάμεσα στο τρύπιο, ξεφτισμένο καφέ (μαύρο πρέπει να ‘ταν κάποτε μα τώρα είχε εκείνη την απόχρωση του καφέ που φέρνει η πολυκαιρία) παλτό της. Κι έκανε κρύο. Κι ο αέρας που ξετίναζε τα λευκά μαλλιά της λες και σαν να είχε στήσει χορό ανάμεσα στα τσουλούφια, έτσι καθώς διέσχιζε τον κατηφορικό δρόμο  παίρνοντας μαζί του ό,τι μπορούσε. Μια γυναίκα ερείπιο στα 7ο κάτι της. Λες και κουβαλούσε την ιστορία αυτού του δρόμου πάνω της. Λες κι ήταν πάντα εκεί, σαν ανδριάντας της ένδοξης πόλης των Αθηνών. Ανάμεσα στα μπαχάρια και τα φαλάφελ βάσταγε καμπουριασμένη, χαμένη στον χρόνο να παρακολουθεί με μάτια στυλωμένα τα 2 περιστέρια που κορδωτά-κορδωτά σουλατσάριζαν στην άκρη του σπασμένου πεζοδρομίου, το ένα ακριβώς πίσω απ’ το άλλο σαν ανεπίσημη πασαρέλα.

Μια ακόμη μοναχική άστεγη, ξεχασμένη στη «πόλη των τρελών» κατά τον στίχο. Μια ψυχή απ’ τις πολλές που ψάχνει απάγκιο και που όσο χειμωνιάζει θα αναρωτιέται πως θα επιζήσει απ’ τη λαίλαπα των βροχών και των χιονιάδων. Μια ακόμη άμορφη σκοτεινή σκιά που θα τριγυρίζει τους κάδους των σκουπιδιών. Που θα στρώνει σε καμιά είσοδο καμιάς ακατοίκητης πολυκατοικίας τις κούτες της προίκας της για να ξαπλώσει (παλιά θα πήγαινε στην Ομόνοια δίπλα στις ράμπες που κλείνουν στις τελευταίες σκάλες. Αλλά πια πού να κοιμηθεί εκεί μια γυναίκα μόνη…).Που θα στριμώχνεται στην ατελείωτη ουρά του δημοτικού συσσιτίου για ένα πλαστικό πιάτο φαΐ κι ένα κομμάτι ψωμί. Που δεν θα σε κοιτάξει ποτέ στα μάτια σαν από ντροπή για τον ίδιο της τον εαυτό.

Έφυγα περαστική για το δυαράκι μου, αλλά εκείνη έμεινε. Πού να πήγαινε, άλλωστε; Λες κι είχε πουθενά να πάει..

Advertisements

3 thoughts on “Σαν ανδριάντας της πόλης των Αθηνών

  1. εικόνες….πολλές εικόνες μιας στιγμής… Όμορφες εικόνες. Όχι ως προς το περιεχόμενο τους αλλά ως προς τον τρόπο που τα έγραψες. Σαν να ήμουν εκεί και τα έβλεπα μαζί σου.

    Καλό μεσημέρι:)

  2. Τον προηγούμενο χειμώνα λίγο πριν τα Χριστούγεννα έτυχε να δω μια ηλικιωμένη γυναίκα σκυμμένη μέσα σε ένα κάδο να προσπαθεί να ξεχωρίσει και να πάρει κάποια από τα σάπια και μαραμένα λαχανικά που είχαν πετάξει οι υπάλληλοι του σούπερ μάρκετ. Είχα κάποια χρήματα για να αγοράσω κάποια πράγματα για εμένα αλλά αγόρασα είδη πρώτης ανάγκης και τα έδωσα σε αυτή τη γυναίκα , η οποία έπεσε στα γόνατα και μου φιλούσε τα χέρια. Το σφίξιμο που ένιωσα τότε στην καρδιά και αυτός ο κόμπος στο στομάχι , ξαναγύρισε μόλις διάβασα το κείμενο σου.
    Καλό βράδυ να έχεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s