Ο λουκουμαδένιος άνθρωπος της Αιόλου

Αρχή Αιόλου. Κόσμος πάει κι έρχεται, με σακούλες, με παλτά και κασκόλ τυλιγμένος. Άλλοι χαμογελαστοί, άλλοι σκυθρωποί οι άνθρωποι αυτού του δρόμου αν τους δώσεις λίγη προσοχή έχουν πάντα κάτι να σου πουν. Γκριζόλευκες πλάκες και πάνω τους μυρμήγκια πολύχρωμα να δίνουν το ρυθμό. Αυτό θα πρέπει να αντικρίζει αν κάποιος κοιτάξει απ’ την ταράτσα κανενός εκατέρωθεν, παλιού ή καινούριου κτιρίου. Διασχίζω τα πρώτα μέτρα κατά τον Παράδεισο και μερικά απ’ τα ριμαγμένα απ’ τον λυσσαλέο αέρα χρυσοκίτρινα φύλλα κολλάνε πάνω στα μαύρα πόδια μου. Τα καημένα θα πεθύμησαν κι αυτά λίγη λαχτάρα.

Και μαζί τους περνάω την πύλη του. Ο αέρας εκεί μοσχοβολά μέλι και κανέλα. Προσπερνώ τα γεροντάκια που κάθονται πίνοντας τον ελληνικό καφέ τους στα στρογυλλά κι άσπρα μαρμαρένια τραπεζάκια (τι ομορφιά εικόνας απερίγραπτη, θεέ μου) και πάω κατά τον Ύψιστο απευθείας. Κι εκεί, ουρά για ένα αυτόγραφο Του. Και μπροστά από εμένα περιμένει εκείνος. Ένας άνθρωπος πολύ γλυκός, με καθαρά ευγενικά μάτια κι ένα μεγάλο ειλικρινές χαμόγελο. Είναι δεν είναι 25 και (για την ιστορία) σίγουρα γκέι. «Τί θα πάρετε εσείς, με ρωτά» κι είναι η γκριμάτσα του τόσο τρυφερή και όμορφη που δεν μπορώ να μη του χαμογελάσω απαντώντας «λουκουμάδες, κλασσικά». «Α ναι, κι εγώ. Είναι πολύ ωραίοι τώρα με το κρύο, δε συμφωνείται;» συνεχίζει και μοιάζει να ενσωματώνεται τόσο απόλυτα στο μέλι και το σιρόπι του ταψιού μπροστά στον πάγκο. Αναρωτιέμαι, φευγαλέα, αν είναι όντως πελάτης ή κάτι σαν την μασκότ του μαγαζιού, ένας λουκουμαδένιος άνθρωπος, που τον έχουν βάλει εκεί για να μιλάει στο κόσμο και να γλυκαίνει τη ψυχή τους πριν οι λουκουμάδες γλυκάνουν τον ουρανίσκο τους. Η σκέψη μου διαλύεται όταν βγάζει τα κέρματα απ’ τη τσέπη του να πληρώσει τον ταμία. Με περιμένει να πληρώσω με τη σειρά του, χαιρετιόμαστε.  «Καλή όρεξη», του λέω. «Καλή όρεξη», μου απαντάει, και χωρίζουμε προς αντίθετες, άγνωστες κατευθύνσεις αφήνοντας ο ένας τον άλλον να απολαύσει τους ζεστούς, τραγανούς, μελένιους και κανελοαχνισμένους λουκουμάδες του.

Advertisements

Ένα δίχτυ παντού..

Αυτό το δίχτυ λες κι είναι παντού. Σαν να ‘χει καλύψει όλα μου τα παράθυρα και τις πόρτες και τις επιφάνειες. Σαν τα πλάνα των εγκαταλελειμμένων, στοιχειωμένων ενίοτε, σπιτιών στα χολιγουντιανά φιλμ με τα λευκά, σκονισμένα σεντόνια στα έπιπλα και τους καθρέπτες. Σαν να ‘χει φασκιώσει το σώμα, απ’ την κορυφή ως τα νύχια μετατρέποντας τον άλλοτε σφριγηλό δρομέα σε μούμια. Σαν να φράζει τ’ οξυγόνο και να περιορίζει τον ουρανό. Σαν τα μπαλόνια του μυαλού να εγκλωβίζονται από κάτω του, σαν εκείνα τα γεμάτα από ήλιον στις διακοσμήσεις των βαπτίσεων και των πάρτυ. Σαν τα όνειρα να σπάνε ένα προς ένα, έτσι όπως μπλέκονται στα τετραγωνάκια τα πλεγμένα από μισινέζα. Μέχρι πόσα μπαμ να μπορούν να  βροντάν συνεχόμενα στα τύμπανα των αυτιών πριν αυτά κουφαθούν; Μέχρι πόσα βήματα μπορεί να περπατήσει η φαντασία με τα πόδια δεμένα στους αστράγαλους; Και μέχρι πόσα μίλια αντέχει η πνοή πριν να εκπνεύσει μέχρι την κορυφή εκείνη στον ορίζοντα που σαν θα φτάσεις τα μάγια μεμιάς λύνονται;

Πόσο θα ‘θελα, στην ρηχή εδώ λίμνη να σηκωθεί μια παλίρροια ξαφνική. Να παφλάσσει το κύμα, να βροντομανίξει και να με πάρει μαζί του. Κι έτσι, όπως θα ξεβράσει στα βράχια της γης μου, να με πετάξει μ’ ορμή. Και να γραπωθώ πάνω στα μυτερά βράχια. Να δώσω μια, να δώσω δυο και να ξεσκίσω αυτό το δίχτυ που με πνίγει, που με παραμορφώνει και με πεθαίνει μέρα τη μέρα. Να λευτερωθώ, να αναπνεύσω οξυγόνο ποτισμένο με ιώδιο κι αλισφακιά. Να πατήσω φιλώντας μ’ ευγνωμοσύνη απελπισμένου και ταλαιπωρημένου προσκυνητή την αλμυρή, βρεγμένη άμμο. Και να ξέρω πως του ξέφυγα μια για πάντα. Και να τρέξω,με τα δάχτυλα των ποδιών μου να χάσκουν απ’ τη τριμμένη δερματίνη των παππουτσιών μου, πότε τρικλίζοντας και πότε πέφτοντας μέχρι εκείνη την κορφή όπου θα γίνω αέρας στον αέρα και χρυσός στους αιθέρες.

Επιστολή στον Πλάστη

Να με συγχωράς κιόλας Πλάστη Μου,

Αλλά, να, με κάτι τέτοια θυμώνω κι εξοργίζομαι. Και σιχαίνομαι την ράτσα μου. Κάποιοι με ξεχωρίζουν απ’ τα υπόλοιπα ζώα επειδή -και καλά- έχω μυαλό και νου που τα υπόλοιπα στερούνται. Εντάξει, καλοί μου εις τους αιώνας των αιώνων (αυτό)κόλακες.Είμαι ξεχωριστός, να το δεχτώ. Κι ανώτερος από τα ζώα και τα φυτά, το χώμα και τον αέρα, άντε κι αυτό να το δεχτώ. Είμαι το ανώτερο Ον. ΟΚ..ΟΚ μη φωνάζετε. Το δέχομαι, είμαι. Τότε, όμως, γιατί θέλω να ρουφήξω τον Άλλο ό,τι κι αν αυτό/ός αντιπροσωπεύει; Γιατί, αφού είμαι τόσο πετυχημένο, γαμάτο δημιούργημα, τελοσπάντων, βρίζω, βιάζω, ισοπεδώνω, εξευτελίζω, προσβάλλω, βασανίζω, σκοτώνω; Γιατί τόση παράνοια, ρε Συ Πλάστη Μου; Γιατί τόσο μίσος; Γιατί τόσα αλμυρά δάκρυα από γωνιά σε γωνιά αυτού του ρημαδεμένου του πλανήτη Σου; Τι παμφάγο, αδυσώπητο, κανιβαλιστικό Ον είμαι τελοσπάντων; Σκατά δημιούργημα είμαι. Έχω νου..ναι και; Καρδιά έχω;

Σύμπαν, Θεέ ή Οτιδήποτε Άλλο Εσύ, μ΄έφτιαξες…θα Σου είμαι απόλυτα ειλικρινής. Δεν με νοιάζει πως Σε λένε, πώς είσαι, που μένεις, πώς ήρθες και πως έφτιαξες εμένα, ή τον σύμπαν που κατοικώ. Με όλο το σεβασμό, χέστηκα για όλα αυτά. Αλλά, αφού τελοσπάντων ασχολήθηκες που ασχολήθηκες, γιατί δεν τα ‘κανες μια στάλα διαφορετικά τα πράγματα; Γιατί δεν έκανες εμένα και τους ομοίους μου πανηλίθιους; Θα το προτιμούσα. Χωρίς κουκούτσι μυαλό και το σώμα μου να ‘ταν μια απ’ άκρη εις άκρη καρδιά κι ένας χτύπος. Και να βάραγε το κάθε νεύρο των ιστών μου και το κάθε μου οστό στο ρυθμό μιας υπέρμετρης κι αστείρευτης αγάπης. Θα ήταν ο κόσμος Σου πολύ καλύτερος και δικαιότερος τότε, πίστεψε με. Ή, μάλλον, για να ακριβολογώ, τότε θα ήταν κόσμος. Σκέψου το Σε παρακαλώ και με την πρώτη ευκαιρία, διόρθωσε λίγο το έργο Σου.

Με εκτίμηση,

Το ταπεινό Σου δημιούργημα

Προς το παρόν βλακειούλες και..οψόμεθα

Μιας και το έκτακτο ανακοινωθέν του βρόχινου καιρού διέκοψε τη συνήθη ροή του προγράμματος στο κεφάλι μου, ξεκίνησα σουπερμανική δράση. Κι ως δια μαγείας τα χειμωνιάτικα κατέβηκαν, τα καλοκαιρινά ανέβηκαν. Σκούπισμα. Σφουγγάρισμα. Ξεσκόνισμα. Τα χαλιά στρώθηκαν.Τα δε τζάμια, λαμποκοπάνε τόσο πολύ που είναι σαν να μην υπάρχουν-κυριολεκτικά αόρατα. Τώρα μπορώ να απολαμβάνω το αχνιστό μου μελένιο μελισσόχορτο και να κάνω συντροφιά στην παγωμένη μου μύτη (που δεν λέει με τίποτα να ζεσταθεί τις τελευταίες μέρες) πάνω στο μάλλινο λαχανοκυπαρισσί, πια,  καναπέ μου. Λέω και να στολίσω σε λίγες μέρες, χριστουγεννιάτικα, δεντράκι και τα σχετικά. Λέω να πάω και στα Jumbo μια βόλτα, όχι για να ψωνίσω αλλά για να χαζέψω, να χορτάσουν τα μάτια μου χρώμα και να ξεγνοιαστώ σ’ αυτήν την ιδιαίτερη ευτυχία που ο καταναλωτισμός μπορεί να σου προσφέρει και που, τόσο εξοργιστικά επιτυχημένα, λειτουργεί ενίοτε ως βάλσαμο. Λέω να γράψω και κανένα καινούριο σιντάκι να το ακούω, γιατί βαρέθηκα τα παλιά και με κούρασε το youtube. Έχω κι ένα κουρελό-χαλάκι από πέρυσι που προσπαθώ να φτιάξω, λέω να το συνεχίσω μπας και το τελειώσω καμιά φορά. Α ναι, κάπου έχω καταχωνιασμένη και μια παλιά εγγραφή στο γυμναστήριο.

Δε βαριέσαι..έτσι βλακείες, για να περνάει ο ελεύθερος χρόνος. Έτσι, για ν’ απασχολείται ο εγκέφαλος και να μην στροφάρει πολύ. Μικρές, καθημερινές, βλακειούλες, ναι (πες το, δεν με πειράζει),  για τις ατελείωτες στιγμές της προσμονής και τις ακανθώδεις ώρες της αναμονής. Γιατί είμαι αποφασισμένη. Μέχρι να ‘ρθει το «πολύ», έστω και με βλακειούλες, θα μαζέψω όλα τα πολλά μου «λίγα» και θα κάνω ένα καθ’ εικόνα, δανεικό «πολύ». Κι έτσι με την ψευδαίσθηση του θα απολαμβάνω τα μικρά και λίγα μου. Κι ίσως, αν με θέλει, να απολαύσω κάποια στιγμή και το κανονικό, αυθεντικό «πολύ». Οπότε, προς το παρόν βλακειούλες (γιατί όχι, άλλωστε) και…οψόμεθα.

Ο χειμώνας φεύγει {γιατί μαζί με} τον χειμώνα που έρχεται, λέω να πετάξω το παλτό, το φαντάζεσαι;

Ο χειμώνας έρχεται

Λυσσομανά έξω ένας Νοέμβρινος χειμώνας, με χέρια παγωμένα και μ’ ανάσα καυτή. Πυρώνει τα σωθικά σχεδιάζοντας με το δάχτυλο στην τζαμαρία της ζωής σου ένα όνομα. Κι εσύ, στις λεωφόρους που τρέχεις με τα μαλλιά ανακατεμένα και τα πόδια ντυμένα μ’ εμπριμέ σοσόνια, τι να σου πρέπει για προστασία, άρα; Και καλά τα πόδια σου δεν κρυώνουν-μαθημένα στις θερμοκρασίες της ασφάλτου-, αλλά η πλάτη σου, η καρδιά σου, μωρέ, που κρυώνει; Πώς θα τη ντύσεις; Πάλι μ’ εκείνο το παλτό;

Λέω να πετάξω το παλτό

Eκείνο το μάλλινο παλτό με τους τσούμπες και τους κόμπους, το τριμμένο στους αγκώνες και με κουμπιά κρεμάμενα που σε ζέσταινε τόσα χρόνια, το θυμάσαι ε; Νομίζω θα το πετάξω φέτος. Μάλλον τέλειωσε η ζωή του, ότι ήταν να σε ζεστάνει σε ζέστανε. Πια, δεν είχε μείνει ίχνος ζεστασιάς. Μάλλον πιο πολύ θα σε κρυώνει.  Ήταν σαν να σε εκβίαζε, κατά κάποιο τρόπο, το βλέπεις πια; Κι εσύ, το απολάμβανες. Δεν σε ζέσταινε, αλλά συνέχιζες να το φοράς μη μπορώντας να το αποχωριστείς. Μάλλον το αποφάσισα:Ήρθε νομίζω η ώρα του. Θα το πετάξω. Δεν σου πάει πια άλλο. Δεν σου κάνει.

Ο χειμώνας φεύγει.

Φαντάσου, λέει, κι ο χειμώνας πολτοποιείται μαζί με το παλτό σου στο μεσανυχτιάτικο σκουπιδιάρικο.Πλάκα δεν θα ‘χε; Έτσι δε θα χρειαζόσουν μια και καλή το φθαρμένο αλλοτινό παλτό σου. Δεν θα ξαναθυμόσουν καν την ύπαρξη του κι εκείνο δεν θα σε ξαναεκβίαζε κάθε που θα ‘πιανε κρύο.

Το φαντάζεσαι;

Αναζητώντας έναν Πολικό Αστέρα

Στο νου μου, από χθες, κυριαρχεί αυτή η ανάμνηση, εικόνα φτιαγμένη κάπου στα 15 μου.Κι είναι τόσο ολοζώντανη, που σαν να τη ξαναζώ τώρα δα, στη παραμικρή της λεπτομέρεια.

Είμαι στη Ξυνόβρυση. Στο χωράφι εκείνο στην πλαγιά, ακριβώς απέναντι απ’ το χωριό. Εκεί έχει φτιάξει ο μπαμπάς μου με τα χέρια του ένα πρόχειρο, φτωχικό αλλά με όλα τα κομφόρ, ειδικού σκοπού προσωρινό καλύβι. Κι ήρθα για μερικές μέρες. Είναι βραδάκι, περασμένες 10 σίγουρα. Αύγουστος μεστός, με μπόλικη ζέστη και υγρασία αλλά, καθόλου κουνούπια. Είμαι ξαπλωμένη, ανάμεσα στους γονείς μου πάνω σε ένα κομμάτι νάιλον που λειτουργεί σαν υπόστρωμα- άβολο λίγο, βέβαια, αφού στη πλάτη όλο και νοιώθω καμιά ατίθαση πετρούλα. Δεν ακούγεται κιχ,  παρά μόνο τα τριζόνια κι οι μπάκακοι απ΄το ρέμα. Ε, και καμιά φορά, στα φευγαλέα, μουσικές και κουβεντολόι απ’ το καφενείο του χωριού που περνούν τροχάδην από πάνω μας καθώς τα παρασέρνει τ’ απόι. Τ’ ανάσκελα,το λοιπόν, με τα χέρια κάτω απ’ το κεφάλι για μαξιλάρι χαζεύω έναν καταπάνω μου ουρανό απέραντο, απόλυτο, ολόμαυρο στο βάθος, μα μ’ εκατομμύρια διάσπαρτα σκορπισμένα μικρά-μικρά αστράκια. Χαμένη ανάμεσα στα μικροσκοπικά φωτάκια, βλέπω άξαφνα τον μπαμπά μου ν’απλώνει το δεξί του χέρι προς τα πάνω, να ενώνει με τον δείκτη του 7 πιο φωτεινά απ’ τ’ άλλα αστέρια και να μας λέει: ‘Να, αυτή είναι η Μεγάλη Άρκτος«.  Κάνοντας λίγο πιο δίπλα, ενώνει άλλα 7 σημεία, «κι εκεί η Μικρή Άρκτος. Και το τελευταίο άστρο στην ουρά είναι ο Πολικός Αστέρας. Δείχνει πάντοτε το Βορρά. Μ’ οδηγό τ’ Άστρο του Βορρά ποτέ δε χάνεις το δρόμο σου«. Και μιμούμενη σηκώνω κι εγώ το χέρι, και με τον δείκτη ενώνω με νοητές γραμμές τ’ αστέρια και ζωγραφίζω το σχήμα των δυο Άρκτων, σαν να προσπαθώ να αποτυπώσω μια για πάντα το μοτίβο τους στο μυαλό μου.

Και μετά η εικόνα διαλύεται. Δε ξέρω πως με ξαναθυμήθηκε μετά από τόσα χρόνια. Ίσως, επειδή ψάχνοντας μια κατεύθυνση, οι ασυνείδητες δυνάμεις μου να την φώναξαν για βοήθεια. Ίσως κι αυτές μαζί μου να αναζητούν τον Πολικό Αστέρα, την άλλη πυξίδα της ζωής μου. Αυτήν που θα μου δείξει ξανά την πορεία.Ίσως, ποιος ξέρει…

Σαν ανδριάντας της πόλης των Αθηνών

Ήταν στη Σοφοκλέους, μπροστά απ’ τον «Νείλο». Περίμενε στη στάση με τα χέρια κρυμμένα ανάμεσα στο τρύπιο, ξεφτισμένο καφέ (μαύρο πρέπει να ‘ταν κάποτε μα τώρα είχε εκείνη την απόχρωση του καφέ που φέρνει η πολυκαιρία) παλτό της. Κι έκανε κρύο. Κι ο αέρας που ξετίναζε τα λευκά μαλλιά της λες και σαν να είχε στήσει χορό ανάμεσα στα τσουλούφια, έτσι καθώς διέσχιζε τον κατηφορικό δρόμο  παίρνοντας μαζί του ό,τι μπορούσε. Μια γυναίκα ερείπιο στα 7ο κάτι της. Λες και κουβαλούσε την ιστορία αυτού του δρόμου πάνω της. Λες κι ήταν πάντα εκεί, σαν ανδριάντας της ένδοξης πόλης των Αθηνών. Ανάμεσα στα μπαχάρια και τα φαλάφελ βάσταγε καμπουριασμένη, χαμένη στον χρόνο να παρακολουθεί με μάτια στυλωμένα τα 2 περιστέρια που κορδωτά-κορδωτά σουλατσάριζαν στην άκρη του σπασμένου πεζοδρομίου, το ένα ακριβώς πίσω απ’ το άλλο σαν ανεπίσημη πασαρέλα.

Μια ακόμη μοναχική άστεγη, ξεχασμένη στη «πόλη των τρελών» κατά τον στίχο. Μια ψυχή απ’ τις πολλές που ψάχνει απάγκιο και που όσο χειμωνιάζει θα αναρωτιέται πως θα επιζήσει απ’ τη λαίλαπα των βροχών και των χιονιάδων. Μια ακόμη άμορφη σκοτεινή σκιά που θα τριγυρίζει τους κάδους των σκουπιδιών. Που θα στρώνει σε καμιά είσοδο καμιάς ακατοίκητης πολυκατοικίας τις κούτες της προίκας της για να ξαπλώσει (παλιά θα πήγαινε στην Ομόνοια δίπλα στις ράμπες που κλείνουν στις τελευταίες σκάλες. Αλλά πια πού να κοιμηθεί εκεί μια γυναίκα μόνη…).Που θα στριμώχνεται στην ατελείωτη ουρά του δημοτικού συσσιτίου για ένα πλαστικό πιάτο φαΐ κι ένα κομμάτι ψωμί. Που δεν θα σε κοιτάξει ποτέ στα μάτια σαν από ντροπή για τον ίδιο της τον εαυτό.

Έφυγα περαστική για το δυαράκι μου, αλλά εκείνη έμεινε. Πού να πήγαινε, άλλωστε; Λες κι είχε πουθενά να πάει..

Ομολογώ…

Στα 28 μου χρόνια υπήρξα ουκ ολίγες φορές πρόβατο, υπήρξα ανθρωπάκος, υπήρξα καλοπερασάκιας, υπήρξα ζόμπυ, υπήρξα μαλάκας, Ομολογώ. Μπήκα κι εγώ στο παρελθόν στην χρυσοσκονισμένη γυάλα του ωχαδερφισμού, του «έλα μωρέ» και του «δε βαριέσαι», Ομολογώ. Σκέφτηκα κι εγώ, ουκ ολίγες φορές, να συμπλεύσω με τις νουθεσίες των δικών μου και των γνωστών μου περί μιας δουλίτσας κι όλα καλά, Ομολογώ. Και φταίω, το παραδέχομαι. Αν εγώ – κι ο καθένας στο πρόσωπο μου- είχαμε ξυπνήσει νωρίτερα ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Ίσως, ίσως πάλι και όχι. Φταίμε ναι, Ομολογώ. Βολευτήκαμε ουκ ολίγες φορές στην κατάσταση, οι περισσότεροι δεν φανταζόμασταν τι θα μας ξημέρωνε. Αρκεί που είχαμε την δουλίτσα μας, το σπιτάκι μας, το αυτοκινητάκι μας, ένα κομμάτι ψωμί να φάμε, την ησυχία μας. Υπολείμματα κατοχικών βιωμάτων των παππούδων και των γονιών μας πάνω μας πεσμένα, μια γενιά σκατά γαλουχημένη με ποπάκια και σουξεδάκια του κώλου, μια γενιά που το παρελθόν μας ήταν τόσο μακρινό, τόσο άνευ σημασίας. Τι πόλεμοι και τι αντίσταση και τι, και τι..Ομολογώ.

Κι ύστερα η ιστορία μας πρόλαβε και μας έφερε τα πάνω κάτω. Η ζωή μας έκανε τούμπα και κάπου εκεί πρέπει να πάθαμε και την διάσειση. Εμείς, με τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά μας, τις ξένες γλώσσες μας, τα ECDL και τα συνέδρια μας να μην έχουμε δουλειά, όνειρα, στον ήλιο μοίρα; Και χάσαμε τη μπάλα. Και ρίξαμε το φταίξιμο στις προηγούμενες γενιές γιατί δεν ήταν πιο ξύπνιοι, γιατί τα ‘φάγαν, γιατί βολευτήκαν, γιατί λάδωσαν, γιατί μπήκαν γλείφοντας στο δημόσιο.

Μέσα στη γενική σύγχυση ξεχάσαμε να κοιταχτούμε στον καθρέπτη, όμως. Εμείς τί κάναμε, τί κάνουμε και τί θα κάνουμε; Λοιπόν..Μπορούμε να σφαλίσουμε τα μάτια και τ’ αυτιά μας. Μπορούμε να κλειστούμε στο σαλονάκι μας  για να προστατεύσουμε τις ευαίσθητες μυτούλες μας απ’ τη κάψα των δακρυγόνων. Μπορούμε να την κάνουμε για άλλα δειλινά κι ακρογιαλιές. Μπορούμε να γράψουμε από τώρα το παραμυθάκι που θα σερβίρουμε σε μερικά χρόνια στα δικά μας παιδιά για το τι κάναμε όταν μπορούσαμε. Μπορούμε να σκύψουμε το κεφάλι και να προσκυνήσουμε στο εικόνισμα μπας και γίνει κάτι εκ θαύματος και βάλει ο Θεός το χεράκι του και σωθούμε. Μπορούμε αυτά κι ακόμα περισσότερα ή μπορούμε απλά..να σκάσουμε και να κολυμπήσουμε. Στις λαοθάλασσες των δρόμων και της πλατείας να κάνουμε «ελεύθερο» γιατί μπορούμε, γιατί το οφείλουμε σε μας, στους πριν από μας και τους μετά από εμάς. Γιατί ουκ ολίγες φορές είμασταν δειλοί, τ’ ομολογώ,  αλλά επιτέλους ξυπνάμε, μουρμουρίζουμε  και κάποια στιγμή- σίγουρα- θα ουρλιάξουμε κι η κραυγή μας σαν άλλη σειρήνα θα σπάσει τύμπανα και κάγκελα.

Μην με παρεξηγήσεις, δεν το παίζω επαναστάτρια ούτε ηρωίδα. Ανεξαρτήτως των πολιτικών μου πεποιθήσεων, είμαι άνθρωπος φοβητσιάρης όχι με το τι θα έρθει παρακάτω, αλλά με το τι δεν θα έρθει. Θέλω, να, να έχω την συνείδηση μου καθαρή.Αυτό. Και θέλω να με αποκαλώ άνθρωπο, ρε πούστη μου, κι όχι ζώο (πρόβατο ή σκυλί δεν κάνει διαφορά). Άντε, λοιπόν..Δωσ’ μου το χέρι σου, ν’ αγγιχτούμε , να συστηθούμε και ν’ αγωνιστούμε δίπλα-δίπλα. Πώς το ‘πε κάποτε ο Μίκης;

«πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα ‘μαστε παρέα. Τακ τακ εσύ, τακ τακ κι εγώ«

Θα το δεις…

Να, βλέπεις τον ήλιο που διαπερνά τα γκρίζα σύννεφα; Να εκεί ψηλά..βλέπεις το  σμήνος απ’ τα πουλιά που κάνουν κύκλους πάνω απ’ τις πολυκατοικίες; Να εκεί κάτω στο νωπό χώμα του παρτεριού ένα κυκλάμινο φυτρώνει δίπλα στα διερχόμενα αμάξια, το βλέπεις;. Κοίτα κάτω, στον πεζόδρομο, βλέπεις το Ελληνόπουλο που παίζει κυνηγητό με το Κινεζάκι δίπλα στη Huada; Κι εκεί, να εκεί, βλέπεις το γεροντάκι με το μπαστούνι που περπατάει κούτσα κούτσα; Κι εδώ δίπλα, ο τζιτζιφρίγκος μου που κοιτάζει τον ουρανό, ανοίγει το στόμα και τραγουδάει, το βλέπεις; Βλέπεις εμένα που σου χαμογελώ, που σου φωνάζω καλημέρα με τα μαλλιά ανεμοδαρμένα;

Έλα, μη σταματάς τη κούνια και πες μου..Τα βλέπεις όλα αυτά; Ναι; Κι εγώ. Και ξέρεις πως τα λέω; Ελπίδα τα λέω. Και πίστη. Θα αλλάξουν οι καιροί. Θα ‘ρθουν καλύτερες μέρες και, το πρόσεξες;, δε σου λέω  ίδιες με τις παλιές αλλά καλύτερες. Σίγουρα. Έχε μου εμπιστοσύνη. Θα το δεις…

Η πιο όμορφη έκπληξη

Μου χτύπησες την πόρτα, έτσι στα ξαφνικά. Και δεν θα σου άνοιγα γιατί νόμιζα πως ήταν η γειτόνισσα και δεν είχα όρεξη για πολύ μπλα μπλα. Αλλά είπα να το κάνω γιατί επέμενες κι ενοχλούσες την ησυχία και την βαρεμάρα  μου με το ντριν-ντριν. Κι άνοιξα την πόρτα..»Καλησπέρα» μου είπες και σου απάντησα κι εγώ. Κι εκεί, στο τέλος της δικής μου καλησπέρας, συνειδητοποίησα τι έβλεπαν τα μάτια μου. Κι ήταν σαν ψέμα, γιατί ένοιωθα οτι κάποιος μου κάνει πλάκα, δεν μπορεί. Οτι δεν γίνεται να είσαι εσύ. Κι ήταν σαν να σ’ έβλεπα σε μια τρισδιάστατη εκδοχή του skype μέχρι τα χέρια μου και η αγκαλιά μου να μου φωνάξουν οτι δεν ήταν πλάκα, οτι πράγματι ήσουν εσύ. Οτι σε είχα και πάλι μπροστά μου.

Έτσι είναι οι καλοί φίλοι, μάτια μου. Χωρίζονται, ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους, χάνονται, ασχολούνται με τα δικά τους προβλήματα και τις δικές τους χαρές αλλά μια στιγμή, μια μικρούλα στιγμή αρκεί για να ξαναενωθούν. Κι όταν ξαναβρίσκονται είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Σαν η κοινή ζωή να συνεχίζεται από εκεί που την άφησαν πριν καιρό. Σαν τίποτα και κανείς τους να μην έχει αλλάξει. Έτσι είναι οι δικοί σου άνθρωποι, μικρό μου. Πάντα δίπλα σου όσο μακρυά και να ΄σαι. Πάντα επάνω σου σφιχταγκαλιασμένοι όση απόσταση και να σας χωρίζει. Πάντα αγαπημένοι και πάντα χαμογελαστοί στη θέαση του προσώπου σου. Πες μου, υπάρχει, άραγε, πιο όμορφη έκπληξη απ’ το να κοιτάζουν τα μάτια σου τα μάτια μου;