Περί «κόστους»…

Αν μου ζητούσε κάποιος να φτιάξω έναν προσωπικό κατάλογο με τις ασχημότερες και πιο άχρηστες λέξεις, μεταξύ άλλων, θα τοποθετούσα σίγουρα τη λέξη «κόστος».  Άψυχη λέξη, στεγνή, άχρωμη, απόλυτη κι άκαμπτη. Δεν σου δίνει τίποτα κι όμως μπορεί να σου πάρει τα πάντα. Είναι από εκείνες τις λέξεις-χειροβομβίδες απασφαλισμένες, που ανίδεος κρατάς στα χέρια σου και που σκέφτεσαι συνέχεια τι θα συμβεί αν την αφήσεις και που, επειδή ακριβώς το σκέφτεσαι συνέχεια, τα χέρια σου τρέμουν και τελικά σου πέφτει.

Μια λέξη έχει φτάσει να ορίζει τις ζωές μας. Το κόστος για όλα, κάθετι κοστίζει, κάθε πράγμα, κάθε απόφαση, κάθε επιλογή. Έχουμε φτάσει να σκεφτόμαστε την αξία του κόστους της ζωής μας πολύ περισσότερο απ’ την ίδια τη ζωή μας. Χαμένοι σε έναν χαώδη κυκεώνα αναζητάμε λύσεις και προσφορές χαμηλότερου «κόστους». «Ψωνίζουμε» σε περιόδους εκπτώσεων όπου το «κόστος» είναι χαμηλό. Κάνουμε παζάρια με την έκβαση της ζωής μας για να μας ¨κοστίσει» το δυνατόν λιγότερο κι ενίοτε ξεπουλιόμαστε προς μηδενικό «κόστος». Κι έτσι, μια SWOT ανάλυση η ζωή μας όλη κι όλη, με πίνακες, κελιά και πλέγματα.

«Προσεκτική εξέταση του κόστους», «επιβίωση», «ένδειξη σώφρονος ενήλικα»..όλα συνώνυμα; Ε, λοιπόν,ξέρετε τί σκέφτομαι; Ότι το μόνο πραγματικό «κόστος» της ζωής μας είναι ο θάνατος μας. Ότι αυτό αξίζει να σκεφτόμαστε και βάσει αυτού μόνο να επιλέγουμε τα μονοπάτια μας. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε αέρας και χώμα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα και πάνω απ’ αυτό. Τίποτα άλλο δεν μπορεί και δεν αξίζει να περιορίσει τη ζωή μας, τις επιλογές και τις αποφάσεις μας.  Το «κόστος» της μοίρας μας δεν «κοστίζει» τίποτα παρά μόνο ζωή. Κι αυτή, ευτυχώς, κυκλοφορεί σε δωρεάν διάθεση.

Advertisements

Αιωνία η μνήμη…

Ο αέρας λυσσομανά όπως και τότε. Το πάει για βροχή και κάνει κρύο, όπως και τότε. Θυμάμαι σαν τώρα το παππού μου να ακουμπάει το πρόσωπο του στην μαγκούρα που πάντα τον συνόδευε σε κάθε του βήμα, να χάνει το βλέμμα του στο άπειρο, να σπάει τη φωνή του και να μιλά για τότε. Κρύο και ψείρες. Αυτά τα δυο τα θυμάμαι ως άξονα της εξιστόρησης του. Πολλές ψείρες που τρυπώναν στις μάλλινες φανέλες  και τις έκαιγαν στη φωτιά. Έλεγε κι έλεγε σαν κι ο πόλεμος αυτός να ‘χε στιγματίσει τη ζωή του μια για πάντα.Ήχοι, χρώματα λες και κατέκλειαν το μυαλό και τον κάναν να κομπιάζει. Ένας άντρας μέχρι εκεί πάνω, γεράκος αλλά αγέρωχος, να δακρύζει.

Ο παππούς μου υπηρέτησε  στον πόλεμο του 1940. Νέος σφρυγηλός, ψηλός, όμορφος, πραγματικό παλικάρι που έστυβε την πέτρα. Βοσκούσε τα γίδια της οικογένειας του, μάζευε τις ελιές του κι αγαπούσε τη γιαγιά μου. Μέχρι που ο πόλεμος ξέσπασε. Κι ήρθε η επιστράτευση.Τ’ άφησε όλα πίσω του και πήγε μαζί μ’ άλλους στα βουνά. Εκεί βρήκε χιόνι, παγωνιά που τρυπούσε τα κόκαλα κι αγκύλωνε χέρια και πόδια. Βρήκε πόνο, καημό, κακουχίες, πείνα, θάνατο, σκοτάδια αλύτρωτα. Αλλά βρήκε και λαχτάρα για λευτεριά.

Ο παππούς μου γύρισε απ΄τα βουνά της Αλβανίας και μαζί του κι ο κουνιάδος του αν και ο δεύτερος με μια σφαίρα στο έντερο που τα σημάδια της τον συνόδευαν μέχρι το τέλος της ζωής του. Όμως πόσοι και πόσοι δεν μπόρεσαν ποτέ να πουν τα όσα έζησαν στα εγγόνια τους. Τα κορμιά τους γίναν κουφάρια των βοριάδων, άταφοι πολλοί χωρίς ένα μνήμα με λουλούδια κι ένα καντήλι να καίει.

Η μέρα αυτή είναι, λοιπόν, μέρα πένθους. Για όλους εκείνους που κάποτε πέθαναν σωματικά ή ψυχικά σε έναν πόλεμο ωδή στην λύτρωση των επόμενων μελλοντικών γενεών.  Αιωνία η μνήμη όλων αυτών που κάποτε πέθαναν για εμάς. Ακόμα και η σημερινή μισή ελευθερία μας θα ήταν ανύπαρκτη χωρίς εκείνους. Και στον παππού μου, ξεχωριστά..»Αιωνία η μνήμη σου παππούλη».

Υπάρχει κάτι που λέγεται «αξιοπρέπεια»

Μπορώ να αντέξω πολλά. Μπορώ να κάνω τιτάνια υπομονή. Μπορώ να ανεχτώ τις κακοκεφιές, τα νεύρα, την παράλογη συμπεριφορά σου. Μπορώ να δώσω στρέμματα ολόκληρα στην οργή. Μπορώ να πω «δε βαριέσαι» ή «δε γαμιέσαι» και να τα γράψω όλα στα παλιά μου τα τριμμένα παπούτσια. Μπορώ να συγκεντρωθώ σ’ αυτό που κάνω και να μην δώσω σημασία σε τίποτα άλλο. Μπορώ να κλείσω τ’ αυτιά μου και τα μάτια μου και να υποδυθώ -με μεγάλη επιτυχία- ότι δεν υπάρχεις. Μπορώ να ανεχτώ πολλά και να κάνω υπομονή για ακόμα περισσότερα. Αλλά υπάρχει κάτι – ένα μόνο- για το οποίο είμαι πλήρως και καθέτως κι ανυπερβλήτως ανυποχώρητη:Η αξιοπρέπεια μου.

Ναι υπάρχει αυτό που λέγεται «αξιοπρέπεια» κι ευτυχώς ή δυστυχώς το έχω ακόμη. Η αξιοπρέπεια αυτή λοιπόν μου προτάσσει πως δεν είμαι δούλα κανενός και καμιάς. Πως απαιτώ σεβασμό κι ευγένεια. Πως προτιμώ να ‘μαι στη ψάθα παρά να με «δέρνεις» σαν το κοπρόσκυλο της γειτονιάς σου. Πως ρε    κα***** δεν αξίζεις καν το φτύσιμο μου! Πως θέλω να σου πω ότι το να βρίσκομαι και μόνο δίπλα σου με κάνει μισάνθρωπο. Πάρε λοιπόν τη μούντζα μου κι «Ως εδώ»! Εύχομαι να ‘σαι το τελευταίο κτήνος που γνωρίζω στη ζωή μου!

Κι όσο για μένα..ξανά στον ωκεανό και ξανά κολύμπι, μέχρι την επόμενη στεριά.

Πρέπει να κοιμηθώ..

Κάποτε ο φίλος μου ο Αντρέας μου ‘χε πει «όταν δεν είσαι καλά, κοιμήσου. Εγώ αυτό κάνω κι όταν ξυπνάω όλα έχουν περάσει«. Μάλλον, το λοιπόν, αυτό μου πρέπει τώρα δα.  Να κοιμηθώ κι όταν ξυπνήσω όλα να ‘χουν φτιάξει, ν’ ανήκουν στα περασμένα και ξεχασμένα. Σαν να μην έγιναν ποτέ, να συνεχίσω την ανηφόρα απ’ το ηλιόλουστο μονοπάτι. Ναι, μάλλον πρέπει να κοιμηθώ, γιατί κουράστηκα τόσο πολύ…

Κουράστηκα να προβληματίζομαι, κουράστηκα να ψάχνομαι, κουράστηκα να πρέπει να παίρνω συνέχεια αποφάσεις επί αποφάσεων για δρόμους και κατευθύνσεις. Πάντα ελιγμοί, πάντα διπλωματία, πάντα υπομονή.. Κουράστηκα να βλέπω τους περισσότερους τριγύρω μου να αυτοεξορίζονται εντός ή εκτός συνόρων. Κουράστηκα να αποστραγγίζω τα αποθέματα ελπίδας μου, να κρατώ τον εαυτό μου ήρεμο. Κουράστηκα να απογοητεύομαι, κάθε μέρα εγκλωβισμένη σε καταστάσεις  στενές, ασφυκτικές. Προς τα που να κάνω; Δε ξέρω, ειλικρινά, και τότε με κυριεύει η απελπισία.

Κουράστηκα και σιχάθηκα τα στραβά, τα μισά, τα ελλειπή, τις μαλακίες του καθενός. Θέλω να κοιμηθώ..κι όταν ξυπνήσω να ‘ναι όλα ίσια. Να μπορώ όχι μόνο να ονειρεύομαι το καλύτερο αλλά να ξέρω οτι το καλύτερο εξαρτάται από εμένα και μόνο. Κι ότι αν εγώ προσπαθήσω αυτό θα έρθει. Πρέπει να κοιμηθώ…είναι η μόνη λύση που μου απέμεινε για αυτό το βράδυ.

Ο κυρ Γιάννης, ο Χιώτης ψαράς

Σε ένα ηλιόλουστο και πάντα με πολλά μποφόρια ακριτικό νησί ζει τα τελευταία 70 χρόνια ένα γλυκύτατο γεροντάκι πια. Ο κυρ Γιάννης είναι μια ζωή ψαράς και μια ζωή τυφλός. Από τα 11 του χρόνια τα μάτια του βλέπουν μόνο σκοτάδι αλλά η ψυχή του μόνο φως και χρώμα. Έχοντας χάσει το ένα χέρι απ’ τον καρπό συνεχίζει να παλεύει, να θεωρεί τη ζωή του δώρο ανεκτίμητο και να ευχαριστεί τον Θεό γι’ αυτή τη δύναμη που απλόχερα του έχει χαρίσει.

Ο κυρ Γιάννης είναι απ’ τους ανθρώπους εκείνους που η σοφία της ζωής είναι γραμμένη στο πρόσωπο και τα χέρια. Είναι ο φάρος που φέγγει τα σκοτάδια των υπολοίπων μιας και το δικό του σκοτάδι είναι ανύπαρκτο. Ένα υπόδειγμα θεϊκής παρουσίας σε ανθρώπινο, έστω και κατακερματισμένο, σώμα.  Εύχομαι μόνο να τον είχα γνωρίσει για να πάρω έστω κι ελάχιστη απ’ την μαγεία της ματιάς του κι απ’ το φως της ψυχής του και να τα κλείσω στη δική μου σαν πολύτιμο δάσκαλο και πνευματικό καθοδηγητή.

Απόψε αποκαλύπτομαι..

Απόψε αποκαλύπτομαι. Γιατί αυτή που είμαι, είμαι εγώ και καμιά άλλη. Γιατί ποιο το νόημα να κρύβεις το πρόσωπο σου όταν έχεις φανερώσει τη ψυχή σου; Και γιατί ποιος ο λόγος να σε εκφράζει ένα καρτούν από την ίδια σου την μούρη;Απόψε κοιτάω κατάματα τον καθρέπτη μου και μου χαμογελώ και δηλώνω ερωτευμένη-καρδιοχτυπημένη- με το είδωλο μου, γιατί αναγνωρίζω σ΄αυτό εμένα. Γιατί με συνοδεύει απ’ την πρώτη στιγμή που τα μάτια μου αντίκρισαν φως και γιατί αλλάζει μαζί μου, χρόνο με το χρόνο, εμπειρία την εμπειρία.

Απόψε με δείχνω γιατί δεν έχω λόγο να με κρύβω. Απόψε γεννιέμαι ξανά και με ξαναβλέπει το φως. Και μου χαμογελά κι εκείνο. Γιατί τα πάμε καλά τα δυο μας και γιατί αν και πολλές φορές το απαρνιέμαι, εκείνο είναι εκεί για να διώχνει μακριά τα σκοτάδια μου. Απόψε φανερώνομαι και γιορτάζω..έτσι..γιατί μ’ εμπνέει το μισοφέγγαρο πάνω απ΄τις ταράτσες των πολυκατοικιών και μου θυμίζει πόσο απάνθρωπο είναι να μην είσαι άνθρωπος παρά καρτούν. Καλώς βρεθήκαμε, λοιπόν εαυτέ μου. Ας φωτίσουμε με τη σειρά μας το σκοτάδι…

Στα καλντερίμια…

Στα καλντερίμια τα λιθόστρωτα το μυαλό μου γλιστρά και κατηφορίζει τώρα δα. Και τραβώντας σέρνει την ύπαρξη του πάνω στις μουσλιασμένες πλάκες των αιώνων. Θροΐζει ανακατέβοντας με τις πατούσες του τα ξερά πλατανόφυλλα και σκύβει να πιάσει το πιο χρυσαφί. Και το κλείνει στις χούφτες του κι αυτό σπάει και γίνεται σκόνη. Ένα ανάλαφρο χρυσό σύννεφο που λιώνει ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού χεριού. Και πέφτει στο χώμα και γίνεται λάσπη.

Στα καλντερίμια, που η ζωή πάντα προχωρούσε με κατεύθυνση πότε το βορά και πότε τον νότο, σαν να βρήκε απόψε ο νους απάγκιο και ξέφωτο να ξαποστάσει. Οι πρώτες παγωμένες ανάσες του Οκτώβρη ακούμπησαν πάνω του και τον ζέσταναν μόλις πήρε να κρυώνει. Κι αυτός πράγμα δεν αποκρίθηκε μον’ χαμήλωσε τα μάτια και κοίταξε κατάματα τον Θεό του κι όλα ξάφνου ησύχασαν κι ο δρόμος ξαναχάραξε την πορεία του.

Επόμενος σταθμός…

Ώρα 18+, Μετρό, συρμός προς Αιγάλεω. Κόσμος πολύς, όρθιος κουρασμένος, άκεφος, ρουφηγμένος από ενέργεια και ζωή. «Επόμενος σταθμός:Αμπελόκηποι». Οι πόρτες ανοίγουν. Κόσμος ξεμπουκάρει και κόσμος μπουκάρει. Και μεταξύ άλλων κι αυτοί, αυτός κι αυτή.

Δυο πρωτάκια, νεοφερμένα στην πρωτεύουσα, σίγουρα, που κάπου μεταξύ των εδράνων και των καφέ συναντήθηκαν. Δυο παιδιά γλυκύτατα,με φρέσκα πρόσωπα, καθαρά μάτια και φωτεινά χαμόγελα. Απόλαυση τους η διαδρομή. Σαν να μην συνωστίζεται τριγύρω τους ψυχή . Ο κόσμος τους είναι για τον έναν τα μάτια του αλλουνού. Κρυφογελάνε καθώς κοιτάζονται κι αγγίζονται κατά λάθος και μιλάνε. Και οι ματιές τους φωτιά αλλά κι αθωότητα μαζί. Και τα μάτια να φεύγουν απ΄τα μάτια του άλλου και να χαζεύουν τα χείλη του. Και να προσπαθούν να τα επαναφέρουν στο αρχικό τους ύψος  άγαρμπα και γρήγορα για να μην -και καλά- το προσέξει. Και τα χείλη να δαγκώνονται για να μην φανεί το χαζό χαμόγελο που είναι καρφωμένο στο πρόσωπο. Και σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο για εκείνη παρά εκείνος και για εκείνον εκείνη.

Κι οι δείκτες λες και σταμάτησαν για λίγο το ρυθμό τους, σαν να κόλλησε η στιγμή στην μυστηριώδη, αδιάλειπτη έλξη αυτών των δυο όντων.Και στο βαγόνι ήταν όλοι οι άλλοι κι αυτοί.  Κι όπου «αυτοί» το πάθος, η νιότη, το σκίρτημα, η σπίθα μιας καρδιάς ερωτευμένης κι η απόλαυση μιας ζωής πρωτοαντικρισμένης, ελεύθερης και ξέγνοιαστης. Κι ο χρόνος που σαν να ‘χε κολλήσει πήρε ξάφνου μπρος κι η πραγματικότητα επαναφέρθηκε. Επόμενος σταθμός: » ζωή» για εκείνους , «Μοναστηράκι» για μένα.

Κάπου σ’ ένα φθινόπωρο…

Κάπου η βροχή ευλογάει το χώμα και κάπου ο ουρανός ακουμπά τον πέρα ορίζοντα. Κάπου αστράφτει και κάπου μπουμπουνίζει. Κάπου η γη πρασινίζει και κάπου καφετιάζει. Κάπου μια σόμπα άρχισε να καίει και κάπου ένα τζάκι να καπνίζει. Κάπου θαμνεύουν και κάπου μαζεύουν ελιές. Κάπου κρεμάν στην αποθήκη τις αρμάθες τα ξερά φασόλια και τις μελιτζάνες του καλοκαιριού. Κάπου τα λάχανα και τα κουνουπίδια σπέρνονται. Κάπου ένα τρακτέρ έβαλε μπρος και κάπου ένα άλογο χλιμιντρίζει μυρίζοντας την μπόρα που έρχεται. Κάπου τα ραδίκια και οι καυκαλίθρες άρχισαν να πετάγονται και κάπου τα φιρίκια πήραν να κοκκινίζουν. Κάπου τα μανιτάρια πήραν να φαίνονται ανάμεσα στα πεσμένα πορτοκαλί φύλα και κάπου τα ροζ κυκλάμινα ν’ ανθίζουν. Κάπου τα αγκαθωτά κάστανα ανοίγουν και σε κάποιο τσουκάλι οι καρποί τους να σιγοβράζουν.

Κάπου τα ξύλα μαζεύονται με γκαπ και γκουπ και κάπου τα παιδιά χοροπηδάνε στα πλακόστρωτα και γλιστερά καλντερίμια με τις σάκες στον ώμο επιστρέφοντας απ’ το σχολειό. Κάπου τα σεντούκια και οι κονσόλες ανοίγουν για να μπουν τα καλοκαιρινά με ναφθαλίνη. Κάπου οι νύχτες κρυώνουν και κάπου τα πρωινά γεμίζουν με πάχνη κι ομίχλη μέχρι να τα δει ο ήλιος. Κάπου τα κοτσύφια καλωσόρισαν και κάπου οι κυνηγοί κατέφθασαν. Κάπου εκεί σ’ ένα φθινόπωρο το χωριό μας  αναπνέει κι οι αναμνήσεις μας μοσχοβολάνε. Κάπου αγαπημένα και κάπου μακρινά …κι εμείς, κάπου εδώ, να παριστάνουμε τί αλήθεια;

Η ελλιπής μας ολοκλήρωσις…

Αυτό που δεν κλείνει το κύκλο είναι αυτό που η καμπύλη όσο τίποτα άλλο λαχταρά.  Αυτό που αγρικά κάποιες βραδιές γρυλίζοντας κι ουρλιάζοντας είναι της κλειστής τελειότητας το απομεινάρι. Αυτό που ψάχνει στο άπειρο την τελεία και στην ολότητα την αρχή και το τέλος είναι αυτό που βάζει στο άπειρο τη τελεία και την αρχή και το τέλος στην ολότητα. Αυτό που το σύμπαν φυλακίζει είναι αυτό που η προσμονή απελευθέρωσε. Κι αυτό που η ψυχή ποθεί είναι αυτό που ποτέ δεν χόρτασε.

Ατέρμονες παράλληλες μιας ευθείας τέμνουσας που αγγίζει το άπειρο και που απ΄αυτό λες κι όλο ν’ απομακρύνεται. Κι εμείς απλοί παρατηρητές μιας αστρικής κινούμενης άμμου που πότε  καταβροχθίζει και πότε ξεβράζει. Για πόσο ακόμα τα αντίθετα θα έλκονται και τα ελλειπή θα συμπληρώνονται, κανείς δε ξέρει. Σαν και όλα ζάρια μιας παρτίδας σε χέρια ξένων να μοιάζουν. Λαθρεπιβάτες στα γρανάζια φορτηγών να κυνηγάμε μιαν Ιθάκη που όλο και ξεφεύγει και χάνεται στον ορίζοντα. Και τα τέσσερα σημεία να μπερδεύονται, να συγχέονται και να παραπαίουν και να καλούμαστε για μια ακόμη πολλοστή φορά να φέρουμε σε τάξη το χάος.

Αυτό, λοιπόν,που δε τολμήσαμε να ονειρευτούμε τη νύχτα μας το χρωστά η μέρα, ενώ αυτό που δεν πράξαμε σαν να το χρωστάμε στην απραξία. Ό,τι λείπει, επομένως, ας συλλεχθεί απ’ τα πέρατα των σώψυχων μας κι ας γίνει οπαδός των πιο φανατισμένων προσωπικών μας οραμάτων. Ας μείνει ανοιχτή μια πόρτα στο σύμπαν κι ίσως, έτσι, κάποτε κι εκείνο μας φιλήσει κι επέλθει η μέχρι τότε ελλιπής μας ολοκλήρωσις.

Αθόρυβη Οκτωβριανή

Μια τέτοια συννεφιασμένη, κρύα και νυσταγμένη μέρα θα ‘θελα όσο τίποτα άλλο να ‘μουν στο κρεβατάκι μου. Χουζουρεύοντας, να μισανοίγω τα μάτια και να τ’ αφήνω να ξανακλείνουν. Να πλημμυρίζουν βρόχινες μουσικές τ’ αυτιά μου και να πλανιέμαι σε υγρά βουνά και σε πρασινισμένες πλαγιές με πρωτανθισμένα ροζ κυκλάμινα. Να ακούω την μικρή μου καρδερίνα να μου κελαηδά σαν απ’ το υπερπέραν και να χαμογελώ στο Θεό μου, που ξύπνησα και σήμερα γερή να αδράξω ήσυχα κι αργά την καινούρια μέρα.

Μια τέτοια μουντή μέρα του Οκτώβρη θα ‘θελα να μοσχομυρίσω τον γαλλικό μου και να χαθώ στην άκρη του καναπέ μου αγκαλιά με μια κούπα από ‘κείνον.  Να μου ζεσταίνει τα χέρια κι ο αχνός του να ανασαίνει στο πρόσωπο μου. Και να αφήσω το σύμπαν μου να πλημμυρίσει ζωή αγουροξυπνημένη και φρέσκια. Κι η μέρα  μου να μπαίνει ήσυχα χωρίς πολύ μπλα-μπλα και φασαρίες, παρά μόνο σαν αθόρυβη  Οκτωβριανή.

Χρόνια λευκά ρόδα


Χρόνια, ρόδα λευκά, που περνάνε, που γερνάνε και που πάνε. Χρόνια παλιά, αλλοτινά,  μακρινά πια κι όμως τόσο κοντινά. Χρόνια που ζήσαμε κι αγαπήσαμε. Που μοιραστήκαμε την φρεσκάδα τους, το άρωμα και την δροσιά τους. Χρόνια πίσω, και παραπέρα και πιο πέρα. Χρόνια αγνά τριαντάφυλλα  πάντα καθαρά και πάντα αθώα. Χρόνια αγαπησιάρικα, ξέγνοιαστα, γεμάτα.

Αυτό το χθες που δε θα ‘ναι ποτέ ίδιο με το αύριο κι εκείνο το πριν που ποτέ δε θα συγκριθεί με το μετά. Κι όσο για το τώρα, δε ξέρω, ειλικρινά.. Τα λευκά ρόδα του χρόνου αφημένα στον άνεμο σαν να παρασύρονται  και να σκορπάν τα πέταλα τους. Κι από εκείνα τα πεσμένα χάμω να μπουμπουκιάζει η νέα ζωή και να γεννιούνται καινούρια ρόδα. Τα έρμα κοτσάνια σαν να ξαναπρασινίζουν και να ανθοφορούν αιωνιότητα.

Αυτό μονάχα, ίσως, για το τώρα. Η ελπίδα, η προσμονή κι η λαχτάρα τα ρόδα  να ξανανθίσουν και με τις πρώτες βροχές να ξαναμουστώσουν ζωή και μοσχοβολιά. Η αψεγάδιαστη ομορφιά τους να γίνει βάλσαμο και μαγικό ματζούνι. Και ίσως τότε παγώσει για λίγο η ροή κι ο χρόνος ξανακαθίσει να πάρει μι’ ανάσα και στο δικό μας κήπο.

The whispering earth…

The whispering earth makes the grass to sing a deep aboriginal song coming from the origins, the first and the last beginning. Letting the creatures of this planet dancing to a mystic rhythm,  it makes life a symbolic kind of transfer to the always whole and to the always nothing. The whispering earth makes the wind stronger so as to take everything away with him and the square minds first of all. It’s giving birth to the new, flirting spontaneously with the unexpected, the kind and the patient. The whispering earth ‘s burbling soft lovesongs to the trees and to the flowers. Hiding beyond the grey clouds, playing with the sun , running among the stars and staring at a full moon. The whispering earth makes the impossible possible and fills the biting hearts with hope. Offering an open invitation to a world undiscovered and a life unknown. Praying for the dreamers, gives all the power to the most passionate. The whispering earth brings the revolution to reality, kicking the habits and blowing away the usual.

The whispering earth rests inside everyone of us. Thus, both simple and difficult to open your soul and listening to its breathing. And you, my dearest me and my dearest you, why don’t just once giving it a chance?Just once, try listening.Just once, unlock yourself.

«Άντε και Γαμήσου!»

Σε σένα που νομίζεις πως είσαι κάποια ενώ στη πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα. Σε σένα που το τουπέ και το υφάκι σου φτάνει στο ταβάνι αλλά η ανθρωπιά  και το φιλότιμο σου στο υπόγειο. Σε σένα που συνέχεια το παίζεις, ζητώντας την επιβεβαίωση με την συντριβή και την προσβολή των άλλων. Σε σένα που κουβαλάς συνέχεια, μέρα-νύχτα τον ποταπό, λίγο,υπανάπτυκτο εαυτό σου. Σε σένα που πιστεύεις σε σένα και σε κανέναν άλλο. Σε σένα που τρέμεις τον άλλο αν και υποκρινόμενη την φιλική κι επικοινωνιακή. Σε σένα που η  απλότητα ψυχής είναι ανύπαρκτη και η «ταπεινοφροσύνη» λέξη άγνωστη. Σε σένα, δύσμοιρη, που βουτηγμένη στη μαυρίλα σου θες να παρασύρεις και τους άλλους. Σε σένα που διψάς για αγάπη, φροντίδα κι έγνοια αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν παίρνεις και που για κάποιους λόγους δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση. Σε σένα που το μέσα σου είναι πιο μαύρο απ’ το έξω σου. Σε σένα που πιστεύεις πως τα έχεις όλα αλλά μάντεψε τι έχεις…Σε σένα που καμιά λέξη δεν μπορεί να σε περιγράψει αφού το «μικρός’ είναι πολύ στεγνό στην περίπτωση σου επίθετο. Σε σένα που κοντά σου και ο πιο ήρεμος άνθρωπος του κόσμου θα μπορούσε εύκολα να γίνει χειροδίκης. Σε σένα που η περίπτωση σου με κάνει να πιστεύω πως μια γυναίκα σκρόφα είναι πολύ χειρότερη από έναν άντρα μαλάκα. Σε σένα, τέλος, που έχεις μαζέψει όλο το γκρι του σύμπαντος και την αρνητικότητα του ..ένα έχω να πω: «Άντε και γαμήσου!»