Οι «σκοτεινές» φιγούρες της ζωής μου..

Απόψε, παραμονή μιας ακόμη πανσελήνου φύτεψα τα καινούρια μου λουλούδια, πότισα τα υπόλοιπα, έπλυνα και συγύρισα,  χάζεψα στο ίντερνετ και βλέπω το ρολόι να ‘χει πάει ήδη σχεδόν 4. Και το Σαββατόδραβο έχει απλώσει στον αέρα τις αναμνήσεις του που τυχαία μ’ αντάμωσαν σήμερα.

Απόψε στη μνήμη μου θέση είχαν οι λιγομίλητες φάτσες της ζωής μου. Εκείνες οι μυστήριες, «σκοτεινές» φιγούρες που κατά καιρούς πότε στοίχειωσαν και πότε έλαμψαν στο μυαλό μου. Τα μάτια και τα πρόσωπα εκείνα που μου είπαν πολλά με την σιωπή τους, που με ξύπνησαν από λήθαργους θαρρείς αιώνιους , που με επανέφεραν στη ζωή όταν εγκεφαλικά είχα πεθάνει και που με αποχαιρέτισαν σφίγγοντας μου στιβαρά το χέρι.  Στα σκοτεινά κύματα των θαλασσών τους έπλευσα, ναυάγησα και σώθηκα βγαίνοντας πάντα στον αφρό τους.

Απόψε, η σιωπή εκείνων των στομάτων μου ξαναμιλά βαθιά ψιθυρίζοντας τα περασμένα. Η επιφυλακτικότητα κι ο φόβος εκείνων των ματιών ξαναζεσταίνει την καρδιά μου. Τα τρεμάμενα εκείνα χέρια ξαναγγίζουν την ύπαρξη μου και πυρώνουν το φως στα σωθικά μου. Και μαζί τους ξεχνάω πως  αύριο είναι Κυριακή και πως ξημερώνοντας όλα θα πάνε ξανά στη θέση τους μέχρι την επόμενη φορά. Και στο μεταξύ οι μέρες μας θα κυλάνε και οι Δευτέρες θα συνεχίσουν δυστυχώς να ‘ρχονται.

Advertisements

Κομπλεξικοί άνθρωποι…

Σκέφτομαι πως αν τα κόμπλεξ ήταν μεταδιδόμενη ασθένεια πολύς κόσμος θα νοσούσε το δίχως άλλο. Άνθρωποι με αδυναμίες που όμως δεν κρατάν για τον εαυτό τους αλλά πετούν σαν χαστούκι με δύναμη μεγατόνων στο μάγουλο του άλλου, του δίπλα, του συναδέλφου, του γείτονα, του συνεπιβάτη κοκ.

Ένας κομπλεξικός άνθρωπος είναι άνθρωπος δυστυχισμένος σίγουρα, μόνο που δεν το ξέρει. Βολεύεται και ίσως αρέσκεται στην αρνητικότητα του, γεγονός από μόνο του λυπηρό. Άνθρωπος περιορισμένος στην ζωοδόχα ενέργεια του σύμπαντος, περιχαρακωμένος πίσω από άτυπα πλαίσια και σφραγισμένος στο απόλυτο σκοτάδι. Φοβισμένος απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, τρομοκρατημένος στην καλά κρυμμένη ασθένεια του. Ανασφαλής αλλά δήθεν άτρωτος, ζητά την επιβεβαίωση κάθε στιγμή και με κάθε αφορμή. Ο κομπλεξικός άνθρωπος λες και τρέφεται απ’ την  ευτυχία, την ηρεμία και την αρμονία των άλλων. Τα θέλει δικά του αλλά βραχυκυκλωμένος στα καλώδια των εμμονών και των σκοτεινών εντολοδόχων του υποσυνειδήτου του δεν ξέρει το πως να τα αποκτήσει. Κι έτσι τ’ αρπάζει απ’ όποιον κι όποτε μπορέσει.

Σε όλους τους κομπλεξικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει τους βγάζω τη γλώσσα μου. Μου είναι πλήρως αδιάφοροι.Δεν με φοβίζουν παρά το οτι ενίοτε με εκνευρίζουν και με θυμώνουν. Λυπάμαι γι’ αυτούς γιατί μέσα τους κουβαλούν ένα τόσο πολύτιμο κι ανεκτίμητης αξίας δώρο, την ανθρωπιά, την αγάπη και την καλοσύνη κι όμως σε κάθε ευκαιρία το πουλάνε πάντα με αντάλλαγμα μια μικρή, παροδική κι ευκαιριακή επιβεβαίωση του άρρωστου, μικρού εαυτού τους. Σε κάθε, το λοιπόν, κομπλεξικό άνθρωπο θα ‘θελα ξεχωριστά να πω: «Καλή λευτεριά, φίλε/φίλη,  αλλά στον κηρυγμένο σου πόλεμο εμένα μην με υπολογίζεις για βόλι«.

Αν μια μέρα γίνω μάνα…

Στο χωριό μου, μικρά, όταν παίρναμε το λεωφορείο για κάπου και τύχαινε να είναι φίσκα και κανένα παππούδι να μην έβρισκε θέση, οι γονείς μου αμέσως μας έλεγαν «σηκωθείτε να κάτσει ο παππούς ή η γιαγιά«. Αυτό συνήθισα κι αυτό μου φαίνεται φυσιολογικό. Όχι απαραίτητα σαν ένδειξη σεβασμού αλλά στα πλαίσια μιας στοιχειώδους ανθρωπιάς, στήριξης του λιγότερο δυνατού, καλοσύνης και αρχών. Αυτό έμαθα απ’ τους γονείς μου κι αυτό πιστεύω ως ηθικό.

Προς τί όλα αυτά; Σήμερα το απόγευμα ήμουν στο Γ18, από Π.Ράλλη για Κουμουνδούρου. Είχε πολύ κόσμο και καμία κενή θέση. Μαζί με μένα, είχε μπει μια κυρία μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά. Κρατιόνταν δυνατά με το ένα χέρι απ΄την κουπαστή δίπλα στην πόρτα και με το άλλο έσφιγγε πάνω της το μερικών μηνών μωρό της. Στην άλλη πλευρά, ένας ηλικιωμένος μετανάστης με το ένα χέρι να κρατά τα ψώνια της εβδομάδας και με το άλλο το τζάμι της πόρτας για στήριγμα. Παραδίπλα, μια παρέα πιτσιρικάδων (λίγο emo, λίγο ροκ, λίγο επανάσταση, λίγο γκομενό-κι-έτσι φάση) καθισμένοι φαρδιά πλατιά πειράζονταν και μαλακο-προσφωνούνταν και χασκογελούσαν και δέρνονταν- ξέρετε αυτό το φιλικό κλωτσό-μπατσό-ματσούκι.Το λοιπόν…Κανείς απ’ αυτούς δεν σηκώθηκε να προσφέρει τη θέση του. Ούτε ένας.

Θύμωσα αλλά καταλαβαίνω. Ξέρω πως δεν φταίνε τα παιδιά. Έτσι έμαθαν κι αυτά, αυτό είναι το φυσιολογικό για ‘κείνα. Πραγματικά καταλαβαίνω. Αλλά παρακαλώ κιόλας κι ελπίζω. Αν η ζωή μου φέρει ποτέ παιδιά, μακάρι να ‘μαι άξια να μπορέσω να τους εντρυφήσω το φιλότιμο, την καλοσύνη, το σεβασμό στο βαθμό που τελοσπάντων τα έχω, αν τα έχω. Αλλιώς, αν δεν μπορέσω, θα ‘μαι ένας αποτυχημένος γονιός. Αν μια μέρα γίνω μάνα και δω τον γιο μου στη θέση ενός από αυτούς τους πιτσιρικάδες θα αχρηστευτώ αυτομάτως από μάνα, μιας και θα έχω παταγωδώς αποτύχει να κάνω το πλάσμα που γέννησα άνθρωπο. Διότι, αν αυτό που γέννησα είναι ζώο τι με κάνει εμένα να ξεχωρίζω απ’ αυτό και να αποκαλούμαι άνθρωπος;

19/09/2010

Σαν και σήμερα, 2 χρόνια πριν, η γιαγιά μου ανάσανε για τελευταία φορά.

Δεν θέλω τίποτα να γράψω… θέλω μόνο, αν γίνεται, η σιωπή μου να μπορέσει να φτάσει ίσαμε τ’ αυτί της και να της ψιθυρίσει ήσυχα έτσι όπως θα κάθεται με τον άντρα, τα αδέρφια, τους γονείς και τα δυο αγέννητα δίδυμα της…»γιαγιά, πες το και στο παππού:σας αγαπώ πολύ».

Η βροχή που δεν έζησα

Θυμάμαι παλιά, στο σχολείο, τι όμορφα που ήταν όταν τύχαινε να βρέχει … Να ‘χεις μάθημα και η βροχή έξω να λυσσομανάει, να χτυπιέται πάνω στα τζάμια των παραθύρων και να μπαίνει απ’ τα ξύλινα κουφώματα και εσύ να νοιώθεις πως ήρθε εκεί για σένα, για να σε σώσει. Σε έψαχνε για να φύγετε χέρι-χέρι. Κι έτσι, άξαφνα, σαν ο πίνακας να πέφτει μαζί με τους τοίχους, κι εσύ, άγνοιας μαθητούδι, να δραπετεύεις και να χάνεσαι στα βρεγμένα χωράφια. Να τρέχεις ξέγνοιαστος,  μούσκεμος ως το μεδούλι αλλά ελεύθερος και πάντα ανυπότακτος. Να βουλιάζουν τα πόδια σου στις λάσπες, να απολαμβάνεις που η μύτη σου σαν να μπουκώνει απ΄τον ψυχρό κι υγρό αέρα και να γεύεσαι τη δροσιά της στις βρεγμένες άκρες των μαλλιών σου που πουπουλίζεις. Η αλαφράδα σου ίδια με του ανέμου να αντιστέκεται σε κάθε νόμο βαρύτητας και η ψυχή σου νοτισμένη, μα ήρεμη κι ευτυχισμένη.

Τί έγινε κι άλλαξε η πεθυμιά της βροχής; Γιατί δεν μας θέλει για παρέα  πια; Σήμερα,μεγάλη, σε ένα άλλο σχολείο, γιατί να μην μπορώ να απολαύσω τη παλιά μου φίλη; Σήμερα, σαν κι ο νους μου να μην μπορούσε, όπως παλιά, να πετάξει. Σαν να τον είχαν με σιδερένιες αλυσίδες αμπαρωμένο. Αυτοί οι τέσσερις τοίχοι πάντα απέναντι στη ζωή μας να μας στερούν.  Και σαν και τα δεσμά να ήταν τόσο σφιχτά που ακόμη νοιώθω τον πόνο να χτυπάει στα μηλίγγια μου και να πιρονικιάζει το αίμα μου.

Δεν την έζησα σήμερα τη βροχή, όχι.  Στην τάξη όλη μέρα, δεν μπόρεσα.  Κι ας το ‘θελα τόσο πολύ να βγω και να πέσω στην αγκαλιά της και νομίζω μάλιστα πως πραγματικά με καλούσε σήμερα. Μόνο στο τέλος της μέρας, όταν σφύριξε το κουδούνι, βρήκε διέξοδο η ακράτητη λαχτάρα μου. Όρμησε σαν διψασμένο ζώο πάνω  στους γεμάτους χειμάρρους της Μεσογείων κι έστω κι έτσι, έστω και για λίγο, ελευθερώθηκε  η ουσία της. Αυτή που όσο κι αν φυλακίζεται, όσο κι αν ζορίζεται, κάθεται στην ακρούλα μιας Αττικής συννεφιάς, χύνοντας ψιχάλα τη ψιχάλα και περιμένοντας πότε θα ξαναγίνει καταιγίδα.

Αλλαγή εποχής

Η πλάση αλλάζει εποχή. Μυρίζει το φθινόπωρο πάνω στο νοτισμένο απ΄τις πρώτες ψιχάλες τσιμέντο. Αν πας λίγο παρακεί ίσαμε να πιάσεις ουρανό μπορείς να το δεις κιόλας. Μέσα στα μαυρισμένα σύννεφα και τις ηλεκτρίζουσες αστραπές που σχίζουν πέρα ως πέρα τον δυτικό ορίζοντα αγρικά μια ψυχή λεχώνα. Αλαλάζοντας είναι σαν να ψελλίζει:  «προετοιμαστείτε άνθρωποι και ζωντανά!«. Ναι, έρχεται για να αλλάξει τον κόσμο μας, αυτόν που ξέραμε μέχρι σήμερα και που είχαμε τόσο πολύ συνηθίσει. Και μαζί με το φθινόπωρο αλλάζει κι η ζωή μας.

Καιρός ήταν. Αυτό το ατέλειωτο καλοκαίρι των 10 μηνών που προηγήθηκε λες κι εξάντλησε την ύπαρξη μας. Έφερε μπόλικη δροσιά και ίσκιο αλλά πήρε κιόλας.  Και τώρα με την νέα εποχή το έργο αλλάζει και μαζί του τα σκηνικά κι ο θίασος – πόσο δύσκολο αυτό το τελευταίο. Κι αν τόλμησε η ψυχή να ονειρευτεί μια τουρνέ σε χώματα άγνωστα κι απάτητα, έμεινε με τ’ όνειρο. Δε βαριέσαι…όλα καλά. Δεν ήταν απλά να γίνει. Σημασία έχει ότι τουλάχιστον αλλάζει το έργο κι αυτή η εποχή.

Έτσι ακριβώς είναι οι κύκλοι της ζωής μας, σαν τις εποχές.Αλλάζουν και μαζί τους καταπίνουν και φτύνουν. Πάντως, μην στεναχωριέσαι και μην αγχώνεσαι. Δεν είναι για κακό. Απαραίτητη κι η βροχή για να ζωντανέψει τα ξερά. Απαραίτητη κι η προσαρμογή σε αυτήν. Απαραίτητη κι η αλλαγή, ηθελημένη ή αθέλητη. Κάτι έχει να μας μάθει, για κάποιο λόγο γίνεται. Ας ζήσουμε λοιπόν στο φθινόπωρο. Να δούμε πως θα ‘ναι, τι θα μας φέρει και τι θα μας πάρει κι αυτό με τη σειρά του φεύγοντας. Γιατί θα φύγει κι αυτό κάποια στιγμή, για άλλες εποχές ανθισμένες. Αλλά ως τότε… Εμπρός! Ας αρχίσουν οι χοροί.Είμαι έτοιμη.

Γυναίκα του ΚΑΤ

Το κείμενο αυτό νιώθω οτι το χρωστάω σε αυτή τη γυναίκα. Την είδα σήμερα, εκεί, έξω απ’ τα Επείγοντα του ΚΑΤ. Περίμενε στη σειρά της για ώρες ολόκληρες πάνω κάτω βαδίζοντας λες και μετρούσε τον διάδρομο σε βήματα. Κάπου κάπου σταμάταγε και ξεφύσαγε κουρασμένη. Κάθονταν στα μεταλλικά καθίσματα και ξανασηκώνονταν και ματακίναγε τις βόλτες.

Ένα αγρίμι λαβωμένο. Μια γυναίκα στα πενήντα κάτι της, που έψαχνε στους τοίχους του διαδρόμου αναμονής να στηριχθεί. Αφού δεν είχε ένα χέρι ή έναν ώμο, να ρίξει όλο της το βάρος, να κλείσει τα μάτια και να ακολουθήσει. Καταδικασμένη απ’ τις επιλογές της να περπατά μόνη, να πονά μόνη, να κλαίει μόνη, να αποφασίζει μόνη, να επιζεί μόνη.

«Να παντρευτείς!, μου λέει, κορίτσι μου. Να το βάλεις πλάνο.Μην σκέφτεσαι τίποτα άλλο παρά μόνο να ‘ναι καλός άνθρωπος, να σ’αγαπάει και να μπαίνει μπροστά για σένα». Αυτά μου είπε και τα χαμηλόφωνα λόγια της χάνονταν στον γεμάτο οξυζενέ και αρρώστια αέρα. Λυπήθηκα τα δακρυσμένα και γεμάτα ντροπή για την λιποταξία της εξομολόγησης μάτια της. Γυναίκα όμορφη, αγέρωχη, δυναμική  που ο πόνος της ψυχής της νίκησε αυτόν του σπασμένου χεριού της. Που ζήτησε στον διπλανό άγνωστο της να χαρίσει ένα κομμάτι της για να λυτρωθεί.

Δεν έχουν σημασία οι λεπτομέρειες, τα πως και τα γιατί, εξάλλου δεν θα μπορούσα να προδώσω την εμπιστοσύνη της. Δε θα τη ξαναδώ τη γυναίκα του ΚΑΤ, αλλά εύχομαι απ΄την καρδιά μου να αλλάξει η ζωή της. Να γίνει ευτυχισμένη και να  βρει έναν άνθρωπο να μοιράζεται τις στιγμές της -καλές και κακές- και να μπαίνει μπροστά για εκείνη…

Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον

Αν γύριζα το χρόνο κάπου μια πενταετία πίσω θα ξαναζούσα τη στιγμή της πρώτης συνάντησης. Θα ξαναέβλεπα τα ίδια μάτια, θα ξανά-άκουγα την ίδια φωνή και θα ξανά-άπλωνα το χέρι μου στον ίδιο άνθρωπο. Μόνο που αυτή τη φορά θα ήταν τα μάτια πιο μεγάλα, η φωνή πιο γλυκιά και το χέρι ακόμα πιο ζεστό απο τότε, την πρώτη χειμωνιάτικη, βροχερή φορά. Γιατί αυτή τη φορά θα ήξερα τι θα σήμαινε ο άνθρωπος αυτός για μένα.

Αν σταματούσα τον χρόνο στο τώρα, δεν θα του έλεγα να μην φύγει, παρά θα τον άκουγα που θα εξομολογούνταν τα άγχη και τις αγωνίες του και από μέσα μου θα παρακάλαγα » Θεέ, μου κάνε να του πάνε όλα καλά!¨». Δεν θα στεναχωριόμουνα που θα έμενα χωρίς βόλτες μαζί του, που δεν θα μαγειρεύαμε και δεν θα τρώγαμε μαζί, που δεν θα μιλούσαμε με τα βλέμματα, που δεν θα τσακωνόμασταν για να ξαναμονιάσουμε πιο αγαπημένοι από πριν. Θα τον αγκάλιαζα και θα έβαζα στην αγκαλιά μου όλη τη δύναμη της αγάπης μου, της έγνοιας μου, της φροντίδας μου για να την νοιώσει βαθιά ως την άκρη της καρδιάς του και να τον ζεσταίνει εκεί στα κρύα.

Αν έτρεχα το χρόνο στο αύριο, θα τον αποχαιρέταγα μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο κι ας δάκρυζα από μέσα μου. Θα του έλεγα να προσέχει κι οτι θα είμαι πάντα εδώ με ανοιχτό το σπίτι και την καρδιά μου για εκείνον. Θα τον αγαπούσα ακόμα πιο πολύ από χτες κι από σήμερα. Κι εκείνος  θα έμπαινε στο αεροπλάνο και θα φεύγαμε προς άλλες κατευθύνσεις ο καθένας, αλλά πάντα δεμένοι στο ίδιο σημείο της κοινής ψυχής μας. Και ελπίζοντας σε μια καλή αντάμωση θα φύλαγα το παρελθόν-το παρόν και το μέλλον για το πιο κάτω απ’ το μέλλον.

Επένδυση, εδώ και τώρα!

Αν έπρεπε να επενδύσω σε κάτι αυτή τη στιγμή, θα  έπρεπε να ανοίξω το πρώτο ταξιδιωτικό site προσφορών και να κλείσω εισιτήρια για Κωνσταντινούπολη για αύριο κιόλας (εγώ Μέχικο ήθελα αλλά θα πάω στα όνειρά μου εκεί οπότε ας δούμε και τίποτα άλλο..).  Η ακόμα καλύτερα…Θα πήγαινα αύριο πρωί πρωί – με τη τσίμπλα στο μάτι- στο κοντινότερο ΑΤΜ, θα τα σήκωνα όλα, θα έκλεινα και τον λογαριασμό (γιατί σιγά μην ξαναμπούν λεφτά εκεί μέσα), θα πήγαινα Κωνσταντινούπολη, θα σταμάταγα στο πρώτο ζαχαροπλαστείο που θα έβρισκα μπροστά μου και θα τα έτρωγα όλα σε μπακλαβάδες! Το πολύ πολύ να πάθαινα ζάχαρο αλλά και τι έγινε!

Τίποτα..τίποτα!Κάτι πρέπει να γίνει με αυτά τα τελευταία που έχουν απομείνει. Όσο κάθονται εκεί, στο ναό του χρήματος, με κολάζουν! Να αυγατίσουν, δεν αυγατίζουν τα γαμημένα. Να χαριστούν, πού να πρωτοχαριστούν! Να πεταχθούν…δε μπορεί, με περνάς για τρελή ε;; Με βασανίζουν, πως το λένε, που ενώ υπάρχουν δεν υπάρχουν όχι μόνο τώρα αλλά και σε μερικές μέρες όταν θα πρέπει να πληρώσω εφορία, λογαριασμούς, ενοίκια, μάρκετ κι ό,τι άλλο απρογραμμάτιστο τυχόν τύχει.

Δε θέλω ντε να τα κρατήσω, πως το λένε!Τί να τα κάνω; Για να λέω ότι έχω δυο λεφτουδάκια στην άκρη; Αφού δυο είναι τα ρημάδια, τι να μου κάνουν; Αφού άλλοι θα μου τα φάνε γιατί να μην τα φάω μονάχη μου; Θέλω μπακλαβά και Κωνσταντινούπολη! Τέλος! Δεν συμβιβάζομαι σε τίποτα άλλο! Άντε καλά…σε καταΐφια ίσως!

1 κερασιά και 4 Διαβόλοι

Κάποτε, λέει, στα πολύ παλιά χρόνια όταν οι δρόμοι ήταν μόνο χωμάτινοι και η ζωή λιτή και χιλιομπαλωμένη ζούσε ένα φτωχό χηράμενο γερόντι σ’ ένα καλύβι χτισμένο μέσα στο χωράφι του, που εκτός από ελιές είχε και λογής λογής πολύχρωμα ζουμερά φρουτένια δέντρα. Είχε και μια μεγάλη κερασιά που την άνοιξη τα κλαδιά της τόσο φορτωμένα απ’ τον καρπό ήταν που λύγιζαν κι έγερναν στα κεραμίδια του σπιτιού.

Μια μαγιάτικη μέρα, το λοιπόν, περνούσαν από ‘κει 4 πιτσιρικάδες που πηγαίνοντας για το σχολειό είπαν να κόψουν δρόμο μπρος απ’ το καλύβι του γέρο-χωρικού. Βλέποντας την γεμάτη κερασιά τα μάτια τους αποσβολώθηκαν. Οι κοιλιές του άρχισαν να γουργουρίζουν και τα στόματα τους να τρέχουν σάλια. Οι ψυχές τους τίποτα άλλο δεν λαχταρούσαν παρά κοφίνια γεμάτα ίσαμε πάνω με τα κατακόκκινα λαχταριστά αυτά κεράσια και αυτοί να τρώνε να τρώνε και αυτά να μην έχουν τελειωμό. Μόνο που ήταν μικροί ακόμα, και το μπόι τους δεν τους βοήθαγε να φτάσουν τους καρπούς. Σκέφτηκαν να ανέβουν στη σκεπή αλλά δεν τ’ αποτολμούσαν μιας κι ο γέρος τριγύριζε ολώθε και με τα σίγουρα θα τους τσάκωνε. Τι να κάνουν…τι να κάνουν…, το λοιπόν, ο πειρασμός βλέπεις μεγάλος, σκαρφίστηκαν ένα κάτι κι έφυγαν με την συνωμοτική τους υπόσχεση να ξαναγυρίσουν μόλις βραδιάσει για να θέσουν σε πράξη το φοβερό, το απίθανο κόλπο τους.

Με τα πολλά πολλά, νύχτωσε καμιά φορά για τα καλά και με το φεγγάρι μισογεμάτο για οδηγό οι πιτσιρικάδες το ‘σκάσαν απ’ τα σπίτια τους. Μια και δυο βρέθηκαν απόξω απ’ την καλύβα του γέρου. Ησυχία τριγύρω, δεν ακουγόνταν κιχ παρά μόνο τριζόνια,γρύλοι και κανένας μπάκακας που και που . Απ’ το παράθυρο ένα αχνό φως έβγαινε, σημάδι πως το λυχνάρι έκαιγε άρα ο γέρος δεν είχε αποκοιμηθεί. Οι πιτσιρικάδες τότε, με τη μια, αρπάζουν από ένα σεντόνι που είχαν ξεστρώσει απ’ τον σελτέ τους, τυλίγονται με αυτό και αρχίζουν το κουβεντολόι δυνατά τόσο ώστε να τους ακούει σίγουρα από μέσα ο γέρος:
Για πες μου εσύ διαβολικέ Κωσταντή τι κακό έκανες σήμερα;, καθοδηγούσε την συζήτηση ο ένας χοντραίνοντας τη φωνή του για να ακούγεται μεγάλη, βραχνή και φθονερή.
Εγώ, αφέντη Σατανά μου, έκλεψα δυο τσουβάλια ξερά σύκα από μια αποθήκη και μετά έσφαξα δέκα γίδια από ένα μαντρί!
Α μπράβο σου! Εσύ Διαβολικέ Γιαννιό;, αποκρίθηκε στον δεύτερο.
Εγώ, Αφέντη Σατανά μου, σήμερα έπνιξα με τα χέρια μου ένα μωρό στη κούνια του!
Πολύ ωραία, μπράβο σου!Εσύ Διαβολικέ Γιώργη;, ρωτάει και τον τρίτο.
Εγώ, Αφέντη Σατανά μου, δεν έκανα καμία κακή πράξη σήμερα, είπε κι ο τρίτος δειλά-δειλά.
Τί!, βρωντοφόνηξε αγριεμένος τάχατις ο Σατανάς. Δεν έκανες καμία; Πώς τόλμησες; Μπρος, πάρε αυτά τα σπίρτα και κάψε τώρα αμέσως τούτη ‘δω την καλύβα!
Μάλιστα αφέντη, αποκρίθηκε ο άλλος και πριν προλάβει να αποσώσει την κουβέντα του ένα γκραπ ακούγεται κι έντρομος πετάγεται με τα σώβρακα έξω ο γέρος κι αρχίζει να τρέχει αλόφρων όσο πιο γρήγορα τον βαστούσαν τα πόδια του για όπου φύγει φύγει.

Οι πιτσιρικάδες αν έφαγαν κεράσια εκείνο το βράδυ. Αραγμένοι στην σκεπή, χαζεύοντας το φεγγάρι και χασκογελώντας από ευχαρίστηση κατάλαβαν πως γίνεται κι ο φόβος σκιάζει τα ήμερα.

σ.σ.: Η ιστορία είναι πραγματική και ανήκει στον μπαμπά μου όπως στο περίπου μου την διηγήθηκε πριν μερικές ημέρες και όπως την είχε κι ο ίδιος πριν πολλά-πολλά χρόνια ακούσει.