Η ιστορία του ερημίτη Βασιλάτου

Ήταν πριν πολλά χρόνια..σ΄ έναν τόπο ευλογημένο, χαμένο ανάμεσα στα σπάρτα,τ’ αρηάδια και τις κουτσικιές. Σ΄ έναν τόπο που ο ήλιος μόλις ανατείλει ξεχύνεται από γωνιά σε γωνιά κι από ίσκιο σε ίσκιο κι όταν έρθει η ώρα αποσύρεται αθόρυβα πίσω απ’ τις ψηλές πράσινες ράχες. Σ’ έναν τόπο κρυμμένο απ’ τα μάτια των πολλών που σαν να μην τον πατεί ανθρώπου πόδι παρά μόνο θεών και μισαλόγων χνάρι που η ζωή κυλούσε για δυο-τρία όλα κι όλα σπίτια.

Τον τόπο αυτό επέλεξε ο Βασιλάτος να ζήσει τα 10 περίπου τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο Βασιλάτος (ή κατά κόσμον Βασίλης) ήταν ένα ανθρωπάκι κοντό, στεγνό, ξερακιασμένο και ψημμένο από τον ήλιο με γεννειάδα και μακρύ γκριζόμαυρο μαλλί πιασμένο μονίμως σε κόσα. Κυκλοφορούσε χειμώνα-καλοκαίρι με ένα σορτς και κάτι φθαρμένα δερμάτινα σανδάλια, σαν μην τον άγκιζαν τα απόια του ρέματος, τα κουκοσάλια κι οι βοριάδες της κορφής.

Μορφή ασκητική που η θέαση του γεννούσε δέος, είχε κάνει καλόγερος στο Όρος κι από εκεί έφυγε (ή τον έδιωξαν, άγνωστη η αλήθεια) και ήρθε προς τα εδώ. Αγόρασε ένα μικρό κομμάτι γης στην κορυφή του βουνού κι έχτισε εκεί μόνος του με μερικά τσιμεντόλιθα το λιτό σπιτικό του. Ζούσε με πολύ λίγα, το λάδι που πατούσε μαζεύοντας τις μερικές λιγοστές ελιές του, μακαρόνια που αγόραζε απ’ το μοναδικό μαγαζί του κοντινού οικισμού και με ό,τι τον φύλευαν οι απομακρυσμένοι γείτονες του (ψωμί, τυρί, ζαρζαβατικά και κρασί). Στο πίσω μέρος του σπιτιού του είχε μάλιστα φυτέψει μια συκιά που σε πείσμα των χρόνων και των πυρκαγιών στέκει ακόμη ολόρθη. Για ρεύμα στου Βασιλάτου ούτε λόγος και το νερό το κουβαλούσε ο δόλιος με μπιτόνια τραβώντας την ανηφόρα από το ρέμα στο φτωχικό του μιας και που χρήματα για αντλίες και λειπούς αρδευτικούς εξοπλισμούς. Όταν δεν φρόντιζε το κτηματάκι του ή δεν έκανε μπουγάδα απλώνοντας τα λιγοστά του λινά πάνω στις λαδανιές για να στεγνώσουν, διάβαζε και προσεύχονταν. Ο Βασιλάτος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Πάντα καλοσυνάτος δεν πείραζε, δεν έκλεβε και δεν έκανε κακό. Έδειχνε με κάθε τρόπο την ευγνωμοσύνη του σε όσουν τον βοηθούσαν. Παρόλα αυτά η μορφή του τρομοκρατούσε εμάς τα παιδιά και οι μεγάλοι διαβάζοντας τον φόβο μας τον εκμεταλλεύονταν ώστε να φάμε όλο το φαί μας ή να κάνουμε ησυχία τα μεσημέρια που κοιμόντουσαν («Αν δεν κάτσετε ήσυχα θα φωνάξουμε τον Βασιλάτο να έρθει«).

Μια μέρα ο Βασιλάτος έφυγε για την Αγχίαλο να επισκεφτεί την μονάκριβη αδερφή του και δεν ξαναγύρισε. Τον βρήκαν, λέει, πνιγμένο σε μια παραλία εκεί γύρω. Κανείς δεν ξέρει τι έγινε, λες και σαν και τη ζωή του με τα όποια μυστικά της να τα πήρε μαζί του φεύγοντας. Αυτό που πλέον απέμεινε από εκείνον είναι οι τείχοι του σπιτιού του που στέκουν έρμα κουφάρια στην κορυφή, η ιστορία του και η ξεθωριασμένη πια ανάμνηση του.

Είναι κάτι μεσημέρια στον Σκοίνο…

Είναι αυτά τα καλοκαιριάτικα απομεσήμερα τα ποτισμένα με αρώματα σκίνων, θυμαριού κι αλησφακιάς. Που ο ήλιος ζεματά τα βάτα και τα ζωντανά αποκοιμούνται ξέγνοιαστα κάτω από κάποιον ίσκιο. Οι λεπτοδείκτες που σαν να μοιάζουν κολλημένοι σ’ ένα επί τόπου συνεχόμενο τικ-τακ και το χώμα που σηκώνεται σύννεφο ακολουθώντας τα ξεδιάντροπα χνάρια μιας βενζινοκίνητης μηχανής που κάπου κάπου σχίζει την ησυχία του ρέματος. Η κοφτή κουρτίνα που κρεμασμένη σαν σκουλαρίκι από ξύλινες κρικέλες κόβει την αντηλιά κι ο δροσερός πλαστικοβαμμένος εκρού τοίχος που σαν τύχει κι ακουμπήσει η παλάμη ξεγνοιάζεται κι αφήνεται.

Είναι κάτι αυγουστιάτικα μεσημέρια που σαν να κρατάνε για πάντα. Αρνούμενα τη λήθη δεν λένε να παραδοθούν στη λησμονιά παρά μένουν εκεί, ολόρθα και ζωντανά, στήλες επιτύμβιες μιας ζωής ήρεμης, νωχελικής κι αρμονικής.Σαν ξερό φύλλο καρυάς που δε λέει να πέσει και βροντομανά και σύεται με το παραμικρό ελάχιστο αεράκι. Τώρα και πριν και αύριο, αυτά τα προσπερασμένα μεσημέρια είναι που αποχαιρετούν τα πρωινά προϋπαντώντας τα καινούρια απογέματα, τα πολλά και διαφορετικά.

Η ώρα του αποχαιρετισμού

Σήμερα επέστρεψα, απλά «εδώ». «Στο σπίτι μου» θέλω να πω αλλά δεν είμαι σίγουρη και για αυτό δεν το κάνω. Μετά από τόσα χρόνια στην Αθήνα πια δεν ξέρω ποιό από τα δυο να αποκαλέσω «σπίτι μου», εκείνο στο χωριουδάκι μου ή αυτό εδώ.

Ευτυχώς το πράσινο λεωφορείο του ΚΤΕΛ δεν έχει τέτοια πράγματα να σκεφτεί. Απλά κουβαλά από κάπου για κάπου ψυχές και μπαγκάζια κορνάροντας για να συντομεύουν οι σκηνές του αποχαιρετισμού. Πόσο αδυσώπητη στιγμή όταν φτάνει το ΚΤΕΛ στο σταθμό του χωριού και κινά να φύγει, κυρίως για αυτόν που μένει πίσω. Αυτή η σκηνή του αποχωρισμού που οι μάνες φιλούν και ξαναφιλούν τα μεγάλα αλλά πάντα για αυτούς παιδάκια τους και σαν να μη θέλουν να τα αφήσουν απ’ την αγκαλιά τους. Αχ αυτά τα υγρά μάτια της μάνας και οι μελένιες ευχές της «στο καλό να πας παιδάκι μου»…»καλή αντάμωση»..»να τρώς»… «να προσέχεις»… «να πάρεις τηλέφωνο όταν φτάσεις».. κλπ.. κλπ ..κλπ.

Για όλα τα μικρά ή μεγάλα παιδιά που σήμερα ή κάθε μέρα μεταναστεύουν, πιο κοντά ή πιο μακριά δεν έχει σημασία και για όλες τις φορές που έχω φύγει στα τόσα χρόνια και για όλες όσες θα ξαναφύγω,θέλω να πω στη μαμά μου, αν και δεν ξέρει από blog, ιντερνετ και τα σχετικά για να το δει, » Σ’ αγαπώ μαμά».

Λίγη δροσιά…

Σαν ο καυτός λίβας να πυρώνει την ανάσα γεννώντας τη φωτιά στα σωθικά. Κι αυτή όλο να υψώνεται σε ομόκεντρους κύκλους πάνω απ’ το κεφάλι. Σαν τα αστεράκια του ζαλισμένου, τα συννεφάκια του χαζού, τα προβατάκια του άυπνου και τις πεταλούδες του ερωτευμένου. Όλη η ύπαρξη κυκλάκια μικρά και μεγαλύτερα, σε απόλυτη γεωμετρική κατανομή, να ψάχνουν κάποιον Αύγουστο το κέντρο, την βάση,την αφετηρία τους. Σταχταρίδες ανέμελες ενός σύμπαντος φλεγόμενου κι εσύ με την τρύπια σου απόχη τι άραγε να κυνηγάς;

Κάπου μες το λιοπύρι το θαύμα της ζωής ξεραίνεται και είναι τότε εκεί που οι κουρασμένες σταγόνες από το δικό σου κλιματιστικοκούτι μπορούν να το ανανεώσουν. Μεγάλο πράγμα η δροσιά στην κάψα. Έτσι για να ξεχνιέται ο αδιάκοπτος ιδρώτας και να παίρνει καινούρια και βαθιά ανάσα ο λαχανιασμένος πνεύμονας. Λατρεία η «αεροσυνθήκη» σου (στο ‘χω πει;), κάνει την έρημο όαση και τον νοτιά βοριά. Κινάει πάντα κατά την δροσερή συστάδα των ενδότερων κυττάρων εμποτίζοντας τα με ζωή και δίνοντας τους κουράγιο να συνεχίσουν. Λίγη δροσιά άλλωστε δεν ψάχνει ο καθένας μας όταν τριγύρω η πλάση αχνίζει; Μια σκιά να ξαποστάσει κι ένα μαντήλι να ρουφήξει τον πυρετό του;

Έστω και για λίγο, καλοδεχούμενη θε να ‘ναι πάντα η δροσερή σου έγνοια…