Το παζλ

«Όλα τα κομμάτια του παζλ είναι μπροστά σου» μου είπε σήμερα κάποιος  και η φράση αυτή σουλατσάρει μες το γαμημένο χάος του μυαλού μου. Ξέρω, ξέρω…όλα στο χέρι μου, όλα θέμα αντίληψης, όλα ζήτημα ευκαιρίας, όλα αυτό, όλα εκείνο..όλα τίποτα!

Κουράστηκα με τις θεωρίες, τα ωραία δήθεν ενθαρρυντικά λόγια. Τα εκτιμώ αλλά δεν μου προσφέρουν τίποτα πια. Το πνεύμα μου δεν καλοπιάνεται πλέον από όμορφες φρασεολογίες και προσποιητά λόγια υποστήριξης. Τα ξέρω αυτά πολύ καλά, τα έχω πει προ πολλού εγώ η ίδια στους άλλους και τον εαυτό μου, εγώ έφτιαξα πολλά απ’ αυτά, αλλά δεν με πείθουν πια. Και όχι μόνο αυτό αλλά με κουράζουν περισσότερο.Όλες αυτές οι συμβουλές, οι παραινέσεις, οι λύσεις, οι προτάσεις…Παρατήστε με πια!

Ώρες-ώρες νοιώθω πως το μυαλό μου θα εκραγεί..Ίσως τα κομμάτια να ‘ναι μπροστά μου αλλά πως να τα ξεχωρίσω; Τί κούραση θεέ μου! Τι ασφυκτικά που είναι εδώ χάμω λες και τ’ οξυγόνο τελειώνει κι αρχίζει ο πνιγμός. Πώς να το φτιάξω αυτό το ηλίθιο ατελείωτο παζλ; Πώς να ουρλιάξω και να συντρίψω τα πάντα με το τύμπανο της φωνής μου; Πώς, με τί τρόπο;

Advertisements

Με λένε Ονειρομάζεμα και είμαι Ελληνίδα, στην ταυτότητα τουλάχιστον.

Με λένε Ονειρομάζεμα και είμαι Ελληνίδα, στην ταυτότητα τουλάχιστον. Καμιά φορά όταν ακούω τον εθνικό ύμνο ή όταν ακουμπάω την ίδια πέτρα που πριν αιώνες ίσως ένα άλλο εγώ να άγγιξε ή να λόξευσε, ή όταν ακούω κλαρίνο, γκάιντα ή βιολί, ή όταν ανακαλύπτω μια ωραία ελληνική λέξη ανατριχιάζω. Δεν θεωρώ ευατόν επουδενί εθνικίστρια με τον πολιτικό χαρακτήρα της λέξης.  Αλλά μου αρέσει η ιδέα της ιδιαιτερότητας και της διαφορετικότητας των εθνών του κόσμου. Τα όσα πέτυχαν(ή πετυχαίνουν) ή στα όσα εντρύφησαν(ή εντρυφούν) με συγκινεί και μ’ εξιτάρει.

Η ανθρωπολογική διάσταση του «έθνους» που τόσο κακοποιήθηκε από την πολιτική σημαίνει κατ’ εμέ την συνύπαρξη ανθρώπων με κοινά πολιτισμικά και συνεπώς ηθολογικά χαρακτηριστικά, όπως πχ το θάρρος ή η δειλία, η τόλμη ή η ατολμία, η ειλικρίνεια ή η ψευδολογία που διατηρούνται εν τη χρονική εξελίξει.

Αναρωτιόμουν, λοιπόν, στη βάση των παραπάνω και στην βάση της πληθυσμιακής/πολιτογραφικής πλειοψηφίας αυτού του τόπου τι ορίζεται ως «Έλληνας»; Αν, δηλαδή, το έθνος φέρει κοινών ηθολογικών χαρακτηριστικών που μεταφέρονται χρονολογικά στοιχειωθετώντας εν μέρει την εθνική ταυτότητα και συνεπώς, ο αυτοαποκαλούμενος «Έλληνας» έχει κοινά τέτοια στοιχεία με τους προγόνους του, τους αυτοαποκαλούμενος ως «Έλληνες» των αλλοτινών εποχών, αν λοιπόν ισχύουν όλα αυτά τότε είναι ο σύγχρονος, αυτοαποκαλούμενος «Έλληνας»ο θαραλλέος, τολμηρός, ειλικρινής με τους άλλους και με τον εαυτό του πρωτίστως (όπως είθιστε να θεωρούμε τους προγόνους μας);Ή μήπως τελικά «Έλληνας» είναι αυτός που κατά τον ποιητή:

«Στη σκοτεινή ταβέρνα πίνει πάντα σκυφτός.Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου τον εύρει τον πατεί.Δειλός, μοιραίος κι άβουλος αντάμα, προσμένει, ίσως, κάποιο θαύμα«

«Έλα να σε φιλήσω και να φύγω»

Η κυρά-Θοδώρα μένει ακριβώς δίπλα μου, εκ δεξιών του σπιτιού μου. Είναι Ποντία, όπως λέει, και πολύ μικρή άφησε το χωριό της  στη Μακεδονία για να έρθει στην Πρωτεύουσα. Άλλο δεν ήξερε, παρά να βόσκει την αγελάδα της. Ωστόσο, δουλεύοντας από νύχτα σε νύχτα και σφουγγαρίζοντας γονατιστή σκάλες και πατώματα μπόρεσε , «δώξα σοι ο Θεός» , να στρώσει τη ζωή της και των παιδιών της.

Είναι μια γιαγιά γλυκύτατη, τσαούσα και σοφή. Με μάτια σπινθιροβόλα και πανέξυπνα, μαλλιά χιονάτα ολόισια, που συχνά σκεπάζει με μαντήλι, και με μια καρδιά ολόρθα ανοιχτή σαν την αγκαλιά της. Κάθε που φτιάχνει λουκουμάδες φέρνει κι ένα πιάτο κατά ‘δω και συνέχεια παρηγορεί «μη στεναχωριέσαι για τίποτα φουσκίτσα μου, η μάνα η Παναΐα θα δώσει κι όλα θα γίνουν» και συμβουλεύει «όταν θα τσακώνεσαι με τον άντρα σου και το βράδυ θα πέφτεις να κοιμηθείς μαζί του, εκεί που θα είστε ξαπλωμένοι, χάιδεψε με το πόδι σου το δικό του.Πάει ο θυμός τότε» λέει και συνεχίζει κρυφογελώντας. Η κυρά-Θοδώρα, πάντα ξυπόλητη, ακόμα και με τον χιονιά, με ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού της δρασκελίζει την μικρή μας απόσταση, μου χτυπάει και φωνάζει «Κοκώνα μου να σου ψήσω ένα καφέ;» ή πάλι όταν είναι βιαστική «έλα να σε φιλήσω και να φύγω«.

Προς τι όλα αυτά ε; Το λοιπόν, μόλις συνειδητοποίησα πως στη πόλη αυτή είναι τόσο τρομερά δύσκολο να ανακαλύψεις τους ανθρώπους ανάμεσα στα κτίρια και να κάνεις τον άγνωστο οικείο. Είναι σαν να τα έχει όλα κρύψει το τσιμέντο. Όταν, λοιπόν, βρίσκεις θέλει προσπάθεια να μην χάσεις. Γατί όταν το κακό γίνει, τί, στ’ αλήθεια, ξεχωρίζει την ανθρώπινη σου υπόσταση απ’ το επίπεδο μπετόν της απέναντι ταράτσας;

Απόψε ‘αδυνατώ’

Απόψε, που η πόλη φλέγεται από την κάψα του Ιούνη και ψάχνει η φούντωση να’ βρει ψηλό μπαλκόνι ν’ αεριστεί. Απόψε, που ο ιδρώτας τρέχει στις κλειδώσεις κι ο Νοτιάς ίσα που φτάνει μέχρι εδωνά. Απόψε, παραμονές των αποφάσεων και των προσδοκιών. Απόψε, που τα μάτια δεν κλείνουν και τ’ αστέρια δεν λένε να σβήσουν.

Απόψε το σύμπαν σιγομουρμουρίζει σε μια άνεργη συνείδηση για το μέλλον που δεν του είναι παρά μόνο δανεικό. Και τα πενήντα αργύρια χαράτσι σε λογαριασμό του super market. ‘Όταν σε χρειαζόμουν, πού ήσουν;’ θα ρωτήσει το αύριο μα οι φθόγγοι και τα άρθρα θα σωπαίνουν. Μόν’ ένα άνυδρο ρήμα θα στέκει μετέωρο πάνω απ’ την ζωή μας που θα χάσκει. ‘Αδυνατώ’ να στηρίξω τ’ όνειρο, ‘αδυνατώ’ να σιγοντάρω την ελπίδα, ‘αδυνατώ’ ν’ ασκήσω το καθήκον μου, ‘αδυνατώ’ να φωνάξω τ’ οραμά μου, ‘αδυνατώ’ να είμαι εγώ.

Απόψε η βραχνή φωνή θα κρυφτεί πίσω από παραπετάσματα και δάχτυλα κομμένα. Απόψε η φωτιά θα σπινθηρίσει καλώντας την συγχώρεση. Απόψε που όλη η πλάση μοιάζει να προσμένει έναν δροσερό δούρειο άνεμο η ταυτότητα θα τυλιχτεί με σελοφάν και θα μπει στην κατάψυξη. Απόψε που όλα παίζονται, είθε το ανέκδοτο εισιτήριο του ΚΤΕΛ να είναι αύριο απλό χαρτάκι μηδαμινής αξίας  σε χέρια παιδικά.

Σγντουπ και να’σου ο πάτος!

Σγντουπ.. και η φθαρμένη τριχιά κόπηκε. Σγντουπ και η πτώση βροντερή. Σγντουπ και να σου ο πάτος.

Αυτό που αναρωτιέσαι εδώ και καιρό, η περιέργεια για το βάθος του χάους και    το όριο του πυθμένα. Όλα λύθηκαν και η τάξη αποκαταστάθηκε πλήρως. Τώρα η αναρχία του μυαλού νίκησε, μπορείς πια να ηρεμήσεις. Επιτέλους νίκησε το τίποτα!Τουλάχιστον υπήρξε και κάποιος νικητής γιατί είναι εξουθενωτικό να βλέπεις μόνο ηττημένους στους καθρέπτες σου τριγύρω, δεν είναι;

Σγντουπ και τα πόδια μας πατάνε κάπου, έστω κι έτσι καλύτερα απ’ το να αιωρείσαι στο κενό χωρίς καμιά ελπίδα ανάβασης. Τουλάχιστον, ξέρεις οτι δεν έχεις τίποτα, σωστά; Κι απ’ αυτό, το απόλυτο τίποτα, πρέπει να ξαναρχίσεις. Μια φορά που σε γέννησε η μάνα σου και μια εσύ. Ανασκουμπώσου, πάρε βαθιά ανάσα και κάνε κάτι που να πάρει ο διάολος! Δώσε πνοή όχι στον νεκρό παλιό εαυτό σου (άστον αυτόν, πάει, τέλειωσε, πάπαλα) αλλά σ’ αυτόν που κρατάς στις χούφτες σου τις γεμάτες λάσπη και χρυσόσκονη, αυτόν που σπαρταρά προσπαθώντας να σου ψελλίσει την πρώτη του λεξούλα. Σγντουπ κι όλα απ’ την αρχή χωρίς πυθμένες και σκοτάδια, παρά μόνο φως κι απέραντους,  ανοιχτούς ορίζοντες.

Ψάχνοντας ένα σημάδι…

Ψάχνοντας ένα σημάδι η νύχτα προχωρά κι η κάψα του καλοκαιριού δεν λέει να σβήσει. Τα φώτα στα στοιβαγμένα διαμερίσματα σβήνουν το ένα μετά το άλλο μα οι δρόμοι συνεχίζουν να κινούνται. Κάποιος πέταξε νερά. Κάποιος σταμάτησε ένα ταξί. Ένα αεροπλάνο προσπερνά τα αστέρια και τα φώτα ενός προβολέα αγκαλιάζουν την απέναντι πολυκατοικία. Κι οι ώρες περνούν ξεχασμένες κι αυτές μαζί με τα παλιά μας πλάνα.

Το ατέλειωτο κλωθογύρισμα των σκέψεων χάος δίχως τέλος. Κι αυτό το Βόρειο Σέλας ακόμα να φανεί, λες και ξεχάστηκε σ’ άλλον ουρανό. Κι αυτό το επίμονο φεγγάρι να σε κοιτάει και να ψάχνει απαντήσεις. Κι αυτό το παιδί να αναζητά μια κατεύθυνση. Μόνο ένας βέλος προς μια πορεία θα ήταν αρκετό. Αλλά πού…

Κι η νύχτα προχωρά, δυστυχώς όχι όπως και η ζωή μας. Δεν υπήρξε θαύμα, ούτε κι απόψε κι αναρωτιέμαι μπας και του πρέπει κανα τάμα. Το σύμπαν δεν συνωμότησε  ή πάλι ίσως ο μεταμφιεσμένος μας εαυτός να προδόθηκε. Μόνη ελπίδα ο ήλιος του ξημερώματος και η πίστη πως μια μέρα ή μια νύχτα, κάποια ανύποπτη στιγμή, το σημάδι θα φανεί και η σταματημένη καιρό τώρα πυξίδα θα δείξει ξανά το δρόμο.

Σαν απλοί άνθρωποι…

Η πολυκατοικία απέναντι λες και χωράει ολόκληρη την υφήλιο. Μοιρασμένη από κάτω προς τα πάνω με Κινέζους, Πακιστανούς (κατά πάσα πιθανότητα) και Άραβες (επίσης κατά πάσα πιθανότητα). Άλλοι από αυτούς χαζεύουν τηλεόραση, άλλοι έχουν στρώσει τραπέζι και τρώνε, άλλοι παίζουν χαρτιά, άλλοι προσεύχονται, άλλοι απλώνουν ρούχα, άλλοι σφουγγαρίζουν, άλλοι είναι μπρος τον υπολογιστή τους, άλλοι…, άλλοι…κοκ

Ο κάθε γείτονας μου με το μπαλκόνι ανοιχτό να δροσίσει η κάμαρη του, ζει σαν ένας απλός άνθρωπος, χαλαρώνει όπως ένας απλός άνθρωπος, γελά και κλαίει όπως ένας απλός άνθρωπος, πονάει όπως ένας απλός άνθρωπος,  ονειρεύεται όπως ένας απλός άνθρωπος, ελπίζει όπως ένας απλός άνθρωπος, φοβάται όπως ένας απλός άνθρωπος.

Στη πόλη αυτή την τόση και την τίποτα, άγνωστοι παρακολουθούν τη ζωή αγνώστων με συντροφιά ένα ολόγιομο φεγγάρι και μερικά αστράκια στο ταβάνι. Τι του επιφυλάσσει το παρακάτω του καθενός άγνωστο σε όλους μας. Τελικά, σαν απλοί άνθρωποι βρεθήκαμε όλοι μαζί ξένοι σε έναν τόπο άγνωστο και τον κάναμε δικό μας και τον νοιώθουμε σαν τέτοιο. Ψάχνουμε όμως όλοι τον τρόπο να την κάνουμε κάποια μέρα..άλλοι ίσως τα καταφέρουμε, άλλοι ίσως μείνουμε εδώ να χαζεύουμε τους εαυτούς μας στον καθρέπτη των πολυκατοικιών μας. Πάντα σαν απλοί άνθρωποι…

«Λευτεριά στα όνειρα»

Με μεταξωτή κλωστή, λεπτή κι εύθραυστη δεμένα στην άκρη παλιάς και πεταμένης ψάθινης καρέκλας πλάι σε μισοκαμμένο σκουπιδοτενεκέ της ανακύκλωσης. Ένα γιγάντιο, πολύχρωμο, διασπασμένο, μπαλονένιο αερόστατο που δέρνει τους χαμηλούς αιθέρες και κάνει να κινήσει κάθε που φυσάει. Που γιορτάζει την πρωτομηνιά, την πρωτοχρονιά και την πρωτομαγιά με αυτήν ακριβώς τη σειρά.

Τα όνειρα μας, το δίχως άλλο, αγοραπωλησία του παζαριού και του τσίρκου. Μπορείς, αν έχεις φράγκα περισευούμενα, με μόλις 5 ευρώ να τα αποκτήσεις. Και μη γνοιαστείς αν θα σου φύγουν ή θα σπάσουν, πέρασε τα με κόμπο τριγύρω στον καρπό και θα τα ‘χεις μια χαρά φυλακισμένα στον αιώνα των αιώνων. Μόν’ πρόσεχε τις ώρες του βοριά να χαμηλώνεις το σκοινί για να μην τυχόν και τα ζηλέψει και σ’ τα αρπάξει. Κι άντε μετά να τα βάλεις εσύ, φουκαρά, με τους βοριάδες…

Κατάντια κι ελπίδα..στον τοίχο της Πειραιώς εκεί δίπλα, τον κατουρημένο και σκονισμένο, λιγοστό απομεινάρι μιας πάλαι ποτέ όμορφης και δοξασμένης πόλης, 3 μικρούλες λέξεις χαραγμένες με μαύρο ανεξίτηλο σπρέι στα χωρίς γκράφιτι ντουβάρια της ύπαρξης σου: «Λευτεριά στα Όνειρα». Σύνθημα κατά της συνήθους συνθηκολόγησης, προτροπή ενάντια στον ευνουχισμένο και σιχαμερό συμβιβασμό, ψαλίδι το δίχως άλλο, στο σκοινί το γύρω γύρω απ’ τον καρπό και την πλάτη της καρέκλας.