«Το καλό σεξ δυναμώνει την καρδιά»

Ομόνοια, σήμερα, ώρα 12:10, λεωφορείο ο49.

Τελείωσα με τις δημοσιο-υπηρεσιακές δουλειές μου (ναι πάλι λεφτά του έδωσα του παρτάκια κ.Κράτους) και μιας και βαριέμαι να επιστρέψω με τα πόδια..να’μαι στο λεωφορείο. Κάθομαι αραχτή στις διπλές θέσεις μπρός την μεσαία πόρτα κι εκεί που χαζεύω τους περαστικούς από το τζάμι  και σκέφτομαι «μα πότε θα ξεκινήσει επιτέλους»… να σου τον!

Ένας παππούς (αδυναμία μου τρελή τα γεροντάκια), εβδομηντάρης σίγουρα, κοκκαλιάρικος με μεγάλα καφέ κοκάλινα γυαλιά, καρό γιακαδίστικη μπλουζίτσα, τζιν και πάνινο-ψάθινα παπουτσάκια, με τα άσπρα και βρεγμένα του μαλλιά χτενισμένα σε απίστευτης συμμετρίας χωρίστρα να κουβαλάει ένα καλάθι -απ’ αυτά τα συρόμενα της λαικής- μισοάδειο μεν, αλλά με την κλασσική μυρωδιά της ψαρίλας να αναδύεται δε, ένδειξη πρότερων αγορών.

Κι ενώ, το λοιπόν, υπάρχουν τόσες θέσεις αδειανές στο λεωφορείο ο παππούς δε θέλει καμία άλλη παρά αυτή τη συγκεκριμένη δίπλα μου!Κι εκνευρισμένη (που ξέρετε..όσο να ‘ναι ξεβολεύομαι) του κάνω χώρο να περάσει αλλά πού να χωρέσει το καροτσάκι!Με τα πολλά, καταφέρνει να το στριμώξει και τελικά κάθεται. Και χαλαρώνει και βγάζει την εφημερίδα του από το καροτσάκι -μια metro- και αρχίζει να την ξεφυλίζει. Και δώσε και πάρε και τόσο τα φύλα  να γυρνάνε τρελαμένα ώσπου..σιωπή. Το νωχελικό ξεφύλλισμα σταματά κι ο παππούς μέσα από τους ολοστρόγγυλους χοντρούς γυάλινους φακούς του αρχίζει να διαβάζει ιλιγγιωδώς με αχόρταγα μάτια.

Απορημένη το λοιπόν για το μόνο ενδιαφέρον κατ’ αυτόν πράγμα μέσα σε μια ολόκληρη εφημερίδα κλίνω το κεφάλι μου προς το μέρος του  και διακριτικά με το πλάι του ματιού μου κοιτάζω την εφημερίδα..Κι έκπληξη!Το μοναδικό άρθρο που ήταν ικανό να κάνει έναν μεσόκοπο γεροντάκο να σταθεί και να διαβάσει ήταν αυτό με τον τίτλο «Το καλό σεξ δυναμώνει την καρδιά»!

Άραγε να ‘χει ο παππούλης πρόβλημα με την καρδιά και να αναζητά τρόπους σωτηρίας;Μήπως αρέσκεται στο να  βλέπει τα όμορφα και φρέσκα κουρτσούδια και να τα φαντασιώνεται ή να τα πολιορκεί;Μήπως θέλει να βρει επιχειρήματα ώστε να πείσει τη διστακτική γριά του για ερωτική επανασυνεύρεση; Μήπως έχει κουραστεί από τις τρομοκρατικές ειδήσεις των φυλλάδων και ψάχνει κάτι πιο χαλαρό να ξεκουράσει τα πολύχρονα μάτια του;Μήπως σκάβει για θέματα συζήτησης με τα φιλαράκια του στον απογευματινό καφενέ;Μήπως όλα αυτά κι άλλα τόσα ή μήπως, απλά, ο παππούλης πιστεύει ακόμα στη ζωή, νοιώθει τον εαυτό του νέο και γερό και παντοδύναμο και σφριγηλό, του αρέσει το καλό αναζωογονητικό σεξ, ή σκέτο το σεξ, και μεταμορφώνεται διαβάζοντας το άρθρο σε ένα νεαρό άντρα έτοιμο να κατακτήσει το κόσμο, να ερωτευθεί και να ρουφήξει το μεδούλι της νιότης;

Ας βρέξει επιτέλους!

Έρχεται βροχή,αυτό φωνάζουν τα γκριζομαύρα σύννεφα στον αποπάνω κάμπο. Και οι βροντές που ενίοτε μουγκρίζουν ανάμεσα τους. Και τα πουλιά σαν να την έχουν μυριστεί, έχουν από ώρα σταματήσει να λαλάνε. θαρρείς και καρτερούν το αναμενόμενο. Θαρρείς και το ζωτικό ένστικτο της επιβίωσης να τους δίνει ήδη εικόνα των μελλούμενων.

Το μαρτυρά και το δροσερό αεράκι, το πριν μερικές ώρες παραγκωνισμένο από την φαρδιά-πλατιά λιακάδα, και τα κρεμασμένα καμπανάκια που σαν να δίνουν συναυλία υπό την μαεστρία του. Το νοιώθει και η μεταρρυθμιστική σημαία στο μπαλκόνι το ψηλό κι απέναντι, που κυματίζει γοργά κοιτώντας μια κατά τον βορά και μια κατά τον νότο, αγκαλιάζοντας έτσι όλο τον ντουνιά.

Το σύμπαν ολάκερο μοιάζει να ‘ναι σε απόλυτη ηρεμία, εκείνη την καταιγιστική και ανησυχητική γαλήνη πριν το μεγάλο ξέσπασμα. Και το σώμα ασάλευτο καλεί την μοίρα του να το μυρώσει. Περιμένει κι αυτό με τη σειρά του την μπόρα. Σχεδόν την καλεί για να ποτίσει τα διψασμένα κι άνυδρα κύτταρα του, που τόσο απεγνωσμένα έχουν την ανάγκη μιας μικρής, διαυγούς σταγόνας . Ποθούν μια δροσιά στον πυρετό τους, μια κίνηση στην ακινησία τους, μια αλλαγή στην δυσβάσταχτη ρουτίνα τους.

Ας βρέξει, λοιπόν, να λυτρωθεί η πλάση. Να ξεσπάσει τον καταδυναστευμένο της θυμό, να ουρλιάξει τον κρυμμένο της πόνο και να πήξει το αίμα της πληγωμένης της ύπαρξης. Και μετά να ηρεμήσει, να μουστώσει από ζωή, να χαρεί το ουράνιο τόξο και να ελπίσει στην ζεστασιά ενός νεόφερτου ήλιου.Ας βρέξει επιτέλους!

Μια καινούρια μέρα

Στο πρωινό μου ξύπνημα μεθυσμένα από τον ήλιο γλαροπούλια κόβουν βόλτες πάνω απ’ το μαξιλάρι μου και χαχανίζουν πιτσιλώντας με αλμύρα τις νυσταγμένες κόρες των ματιών μου. Κι ο μισοκοιμισμένος μου εαυτός να επιπλέει στον αφρό μιας γυάλινης κι αστραφτερής θάλασσας και να νοιώθω στα ακροδάκτυλα την δροσιά των κυμάτων που το πρωινό αεράκι στέλνει που και που.

Ένας ήλιος φρέσκος και μεγάλος, πιο μεγάλος απ’ το φως κατά τον ποιητή, να ξεχύνεται στα πέρατα και το νωχελικό μουρμούρισμα των καναρινιών να κατακλύζει το σύμπαν. Και τα κοκόρια να λαλούνε σε κατακόκκινο κεραμίδια ατενίζοντας με το λαρύγγι τους τον Δημιουργό και τα φούξια σκουλαρίκια να ανοίγουν διάπλατα, αποσβολωμένα λες και στην μαγεία της στιγμής, της τόσο σιωπηρής μα και τόσο εκκωφαντικής.

Κι η πλάση να αλλάζει όψη και να τραγουδά με όλη της τη δύναμη για μια ζωή καινούρια που στην πλάτη της την φέρει η ρόδα του χρόνου για να την εναποθέσει στο δείκτη του ρολογιού ενός κάποιου πρασινισμένου καμπαναριού εκκλησιάς. Κι όλα να στροβιλίζονται σε ένα γύρω-γύρω όλοι μιας ξεχασμένης παιδικής χαράς και η νέα μέρα να έχει μόλις μπει.

Παγωτάκι και τσάρκα στην Αθήνα

Καλοκαιράκι στην Αθήνα με τα καλά και τα κακά του.

Με τους καύσωνες που ακόμα ευτυχώς δεν έχουν έρθει, με την κουφόβραση στα γεμάτα τρόλεϊ και λεωφορεία, με τα κορναρίσματα ντάλα μεσημέρι, με τον ιδρώτα να τρέχει και τα πόδια να καίνε αγγίζοντας την ηφαιστειακή άσφαλτο, με την φαντασίωση μιας δροσερής θάλασσας να βουτήξεις και να μείνεις εκεί μέσα για πάντα..

αλλά και…

με τα κοντομάνικα μπλουζάκια και τα πεδιλάκια, με το σορμπέ απ’ του Ψυρρή και το παγωμένο γιαούρτι και τις ατελείωτες τσάρκες, με την αναζωογόνηση του δειλινού με ένα παγωμένο καφεδάκι ανά χείρας, με την δροσιά της νυχτιάς που πέφτει και τον κόσμο που ξεχύνεται στο Μοναστηράκι, την Ερμού και την Ακρόπολη, με τις μπάντες και τους μοναχικούς πλανόδιους καλλιτέχνες, με τα αυτοσχέδια πανηγύρια που στήνονται στις πλατείες και τους πεζόδρομους, με τους τουρίστες να τριγυρίζουν εδώ κι εκεί και με την πολυτέλεια να τους χαζεύεις αντί να τους εξυπηρετείς, με τον γύφτο που κάθε απόγευμα, εκεί κατά τις 5, τσουλατσάρει με το 4×4 στο κέντρο διαλαλώντας τα φρέσκα και με τη βούλα καρπούζια του…με..με…

Το λοιπόν, το παραδέχομαι:Μου ‘χε λείψει η πόλη αυτή, της εποχής αυτής. Κι αν και δεν ξέρω για πόσο θα κρατήσει αυτό, μπορώ να πω ότι ακόμη το διασκεδάζω.

Τί έμαθα από μια καρδερίνα

Στο μπαλκόνι μου εδώ και κάμποσο καιρό φιλοξενώ μια μικρή μαυρο-καφε-κιτρινο-κόκκινη καρδερίνα. Την ποτίζω, την ταίζω, την καθαρίζω κι εκείνη μου τραγουδάει όταν θέλει ό,τι θέλει. Πρόκειται για μια σχέση σχεδόν άνιση, θα μπορούσα να πω.

Η μικρή μου καρδερίνα, άγρια κι ανήσυχη από τη φύση της, δύσκολα ανέχεται τα κάγκελα του κίτρινου κλουβιού της. Με θράσσος και ανέδεια, πετά στα σκουπίδια την έγνοια και την φροντίδα μου διεκδικώντας συνεχώς το πέταγμα. Δεν εφησυχάζει, δεν πλανάται από τα γλικόλογα και το νερό που συνέχεια της ανανεώνω για να ‘ναι πάντα δροσερό. Οι σιδερένιες μπάρες που την περικλείουν δεν την τρομάζουν ούτε σταματάνε το όνειρο και την προσπάθεια. Κάθε που ξημερώνει διαλαλεί με μια φωνή γλυκιά και γαργαριστή τα συνθήματα της, το τραγούδι της ελευθερίας που ποθεί και που της έχω στερήσει. Φέρνει το σεισμό στα εκατοστά χώρου που της αναλογούν. Απαθής μπρος τον δήμιο της δεν δειλιάζει να τον κοιτάξει κατάματα για λίγο και μετά να εξακολουθήσει σε έναν ιλιγγιώδη πάνω-κάτω-δεξιά-αριστερά ρυθμό να παλεύει για διέξοδο, αυθαδιάζοντας στο βλέμμα του και αποδεικνύοντας του έτσι την «μικρότητα» του.

Την κοιτάζω,λοιπόν, με τύψεις κι αγάπη ταυτόχρονα, σαν σοφό δάσκαλο αναγνωρίζοντας τα κοινά μας σημεία κι αναρωτιέμαι: Ποιος τελικά είναι ο δήμιος και ποιος το θύμα; Ποιο το κλουβί του καθενός μας; Ποιος έχει παραιτηθεί από τον αγώνα για ελευθερία και ποιος συνεχίζει ακούραστος κι άφοβος να παλεύει;

 

Αν είσαι εδώ…

Παρασκευή προς Σάββατο βράδυ, ώρα 02:05, πάλι δεν μπορώ να κοιμηθώ.Πάλι κλείνω για λίγο τα μάτια για να τα ξανανοίξω σε λίγο.Και κοιτώ τριγύρω μου.. και ψάχνω για φαντάσματα στο ημίφως του δωματίου και δίνω τη μορφή τους στη σκιά της καρέκλας στο τοίχο ή τη μισάνοιχτη ντουλάπα. Και με κυριεύει κάτι, φόβος μάλλον και πατάω τον διακόπτη να σταματήσει ο εφιάλτης.Και σε σκέφτομαι.

Ξέρεις πάνε μέρες και εβδομάδες χωρίς πια να σε σκεφτώ ή να σε θυμηθώ. Δεν σε έχω ξεχάσει, απλά ..δε ξέρω τι από τα δυο συμβαίνει αλλά.. ή προσαρμόστηκα με την απουσία σου ή ακόμα την αρνούμαι.Ξέρω μόνο οτι μερικές φορές μου λείπεις τόσο ανυπόφορα. Ξέρω πως, αν ήσουν εδώ, θα μου ‘σφιγγες το χέρι και θα μου ‘λεγες «Μη κλαις ομορφιά μου» και «εσύ Τουλάκι μου, είσαι η φωνή της λογικής». Μόνο που, ρε φιλενάδα, καμιά φορά η λογική μου εξαφανίζεται και με κατακλύζει το συναίσθημα και το παράπονο και ο πόνος του κενού. Ναι, ξέρεις..πονάει ακόμα η πληγή.

Είμαι σίγουρη πως αν υπάρχει το μετά από εδώ, έτσι όπως μας το λένε, αυτή τη στιγμή είσαι μαζί μου. Κι αυτό με παρηγορεί κάπως και με κάνει να χαμογελώ αχνά και στεγνώνει τα μάτια μου. Αν είσαι εδώ λοιπόν..στο λέω για μια ακόμη φορά, πως σ’αγαπώ πολύ!

11/05/12

Αυτή τη Κυριακή…

Η Κυριακή που θα ξημερώσει σε μερικές ώρες δεν είναι μια από τις συνηθισμένες,καθεβδομαδιακές, χαλαρές, κοπροσκυλιακές, μια από τις ίδιες πολλές Κυριακές.

Αυτή την Κυριακή θα κάνω αυτό που μπορώ καλύτερα και πιο επιτυχημένα από τον καθένα να κάνω, θα αποφασίσω για την ζωή μου. Θα απαγορεύσω δια της επιλογής μου την αρπαγή της ελευθερίας  μου από τους «άλλους», τους φερέφωνους, τους γλειώδεις, τους ψεύτες, τους δήθεν, τους απατεώνες. Όλους  αυτούς που θεωρούν οτι δεν έχω άποψη πολιτική παρά μόνο καναπεδική και φραπεδική/φρεντοιακή και φεισμπουκική, οτι μπορούν ανενόχλητοι να με θάψουν ζωντανή νεκρή, οτι μπορούν να τρων λυσσαλέα από τις σάρκες μου, οτι είμαι το εύκολο και πειθίνιο δουλικό σκυλάκι τους που του πετάνε το ξεροκόμματο και περιμένουν να τους κουνά και την ουρά, θα τους συμβούλευα να φυλάν καλά το χέρι τους γιατί η λύσσα της βιασμένης μου ζωής δεν μπορεί πια να κρατηθεί ούτε να κρυφτεί.

Αυτή τη Κυριακή θέλω τιμωρία ναι, και εκδίκηση ναι. Και να ξεβρωμίσει ο τόπος μου από την σαπίλα και τη μούχλα. Αλλά πιο πολύ απ’ όλα θέλω ελπίδα, θέλω ειλικρίνια, θέλω προσπάθεια, θέλω να πιστεύω σε κάτι,θέλω να μπορώ να ονειρεύομαι και να μάχομαι για να κάνω πράξη τα όνειρά μου. Να μην τα κλειδώνω στο συρτάρι της επιβίωσης αλλά να τα έχω σημαία κι οδηγό μου. Θέλω αλλαγή και θέλω να είμαι ήσυχη με την συνειδησή μου. Θέλω όταν τα παιδιά μου ή τα εγγόνια μου με ρωτάνε σε μερικά χρόνια «τί έκανες τότε μαμά,γιαγιά κοκ» να μπορώ να τους απαντήσω με το κεφάλι ψηλά.

Πρέπει εγώ να γίνουμε πολλοί και οι πολλοί εγώ. Πρέπει να βάλουμε μπρος το μυαλουδάκι μας, αυτό που μας ξεχωρίζει από τους χιμπατζήδες ξαδέρφους μας. Πρέπει στην κάλπη της Κυριακής να μπει κι ο δικός μας φάκελος και πρέπει αυτός ο φάκελος να γίνει αποχαιρετιστήρια τελεία των παλιών, μικρών, σαθρών κακίστως κειμένων.