Βόλτα σε παλιά λημέρια

Είχα ξεχάσει πόσο ωραία είναι να είσαι φοιτήτρια. Και το θυμήθηκα μόλις σήμερα κάνοντας μια βόλτα από τα παλιά πρωτο-πτυχιακά λημέρια μου.

Αυτή η ζωντάνια του πανεπιστημίου, αυτό το κάτι στον αέρα που σε κατακλύζει με αισιοδοξία κι ελπίδα πως όλα θα πάνε καλά, πως τα όνειρά σου δεν θα πάνε χαμένα, πως έχεις καταφέρει κάτι, μικρό μεν αλλά κάτι, πως έχεις θέσει μια βάση λίγο πιο ψηλά από την καθημερινή ισόγεια ζωή σου. Αυτή η έξαψη που σε πιάνει περνώντας την χοντρή καγκελένια πίσω πόρτα και παρατηρώντας τις παντού διάσπαρτες αφίσες για εκδρομές και συναυλίες. Αυτή η μαγεία που σε κυριεύει αφήνοντας την γυάλινη πόρτα της βιβλιοθήκης κι ανεβαίνοντας τα χαμηλοφωτισμένα σκαλιά. Αυτή η ηρεμία διασχίζοντας τον κήπο με το συντριβάνι και χαζεύοντας τις γλάστρες με τα γεράνια και τα φοινικόδεντρα.

Θυμάμαι σαν τώρα την πρώτη μέρα που πήγα για εγγραφή, την ουρά των άγνωστων συμφοιτητών μπροστά απ΄το κισσέ της γραμματείας και μετά την πρώτη μέρα σε διάλεξη-στο γυάλινο κτίριο-μυρμήγκι εν μέσω του χάους!…Πόσο μεγάλωσα, στ’ αλήθεια, από τότε κι ας μην έχουν περάσει και τόσα πολλά χρόνια. Πόσο διαφορετική είμαι από εκείνο το άγαρμπο, αθώο, «κλειστό» και χωρίς αυτοπεποίθηση κοριτσόπουλο που ήρθε από το χωριό του να σπουδάσει στην πρωτεύουσα και που πρωτοβημάτιζε τον δρόμο του.

Όποιος είπε οτι τα φοιτητικά χρόνια είναι τα καλύτερα της ζωής μας έχει τόσο καθολικό και απόλυτο δίκιο!Για αυτό και το ζωντανό μικρόβιο εντός γιγαντώνεται στιγμή με τη στιγμή, μέρα με τη μέρα…άραγε; Μήπως χρειάζεται λίγη ακόμη από την ομορφιά εκείνων των χρόνων; Μήπως ένεκεν η ώρα;

Στο καπνό του αργιλέ

Γέμισε το δωμάτιο αρώματα μεστά και μοσχομυριστά από χώρες φωτεινές και ζυμωμένες με χίλιων δυο λογιών μπαχάρια . Κι ο νους, άλλο που δε θέλει, να αφήνεται στο σεργιάνι και να τριγυρνά σαν υπνωτισμένος από το εδώ στα πολλά εκεί, από το τώρα στα μελλούμενα κι από τα χθεσινά στα ξεχασμένα.

Στον γλυκό και μυρωδάτο καπνό του αργιλέ όλα φαντάζουν πιο απλά και φουτουριστικά. Στα δαχτυλίδια από κεράσι ή μήλο ή σταφύλι  που διασχίζουν τον αέρα βλέπεις τις έγνοιες σου στην πιο ακριβή τους διάσταση, να περνούν από πάνω σου κι από εμπρός σου και να εξαφανίζονται ερωτοτροπώντας με τον αέρα.

Μυστικιστική ιεροτελεστία, επωδός στιγμών γεμάτων από διοξείδιο και νικοτίνη.Το μπέρδεμα της ζάχαρης και τα χείλη που κολλάνε στο άγγιγμα του μαρκουτσιού σε παραμυθιάζουν με λιτότητα κι απλότητα. Χωρίς φαρφάρες και χωρίς ξόρκια μα με μόνο το σπινθηριστό κάρβουνο αφήνεσαι να μαγευτείς στην παραζάλη της δίνης  και να φτάσεις στον γουργουρητό βυθό των ουρανών. Κι από εκεί να αγναντέψεις τη ζωή σου και τις άσκοπες έγνοιες σου και τα ποταπά, ηλίθια (αν όχι πανηλίθια) κι ατέλειωτα άγχη σου.

Ψάχνοντας την άκρη…

Να ‘την πάλι, μια από εκείνες τις στιγμές που το κουβάρι ξετυλίγεται και τσουλάει κι εσύ στο κατόπι του να το κυνηγάς. Και κυνηγώντας το κουβάρι  η άκρη του μένει κάπου πίσω και μπερδεύεται δεξιά κι αριστερά και φτιάχνει ένα νέο, ασχημάτιστο όγκο από κλωστές. Και τελικά καταφέρνεις να πιάσεις το κουβάρι αλλά πίσω σου έχεις αφήσει τόσο χάος και τέτοιο μπέρδεμα που πρέπει να ματαπιάσεις το όλο πράγμα απ’ την αρχή.

Το να βρεις την άκρη στο ασχημάτιστο κουβάρι δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Γελιέσαι αν το περνάς για εύκολο και συνειδητοποιείς πόσο αφελής είσαι που πίστεψες πως χαλαρά θα το ξεμπλέξεις όταν καθισμένος χάμω κι απελπισμένος απηβδάς και παραδίνεσαι στους ιστούς των κλωστών. Και το χάος, στην απόλυτη τελειότητα του, σε πλέκει σταυροβελονιά κι εσύ δεν μπορείς καν να σηκωθείς πόσο μάλλον να ξανατυλίξεις το ξεχυμμένο κουβάρι.

Το ψάξιμο της άκρης ενός ξαμολημένου κουβαριού, το λοιπόν, είναι μάλλον ανέφικτο όνειρο εαρινής, καθ’ άλλης «θερινής», νυκτός. Υπάρχει, ωστόσο, και η άλλη λύση:Να κόψεις τις κλωστές και να κάνεις μικρά-μικρά κουβαράκια ή να τις ενώσεις με τη κομμένη συνέχεια του κουβαριού. Έτσι, υπάρχει τουλάχιστον η ελπίδα κάααποια στιγμή να μπει μια τάξη στην πλήρη και απόλυτη αναρχία των νημάτων της ζωής σου, της ζωής μου.

Οι βαλίτσες που δεν ετοιμάστηκαν

Ψηλά ψηλά στη ντουλάπα στέκονται και περιμένουν τη στιγμή εκείνη την καθιερωμένη ως αναγκαστική ρουτίνα τα τελευταία χρόνια. Κάθε μέσα Απρίλη κατέβαιναν, ξεσκονίζονταν και γέμιζαν για να ξανα-αδειάσουν και να ξαναγεμίσουν και να ξανα-αδειάσουν. Μα όχι αυτή τη φορά.

Φέτος αυτός ο Απρίλης δεν ήρθε και μάλλον δεν καθυστέρησε απλά αλλά δεν θα έρθει καθόλου. Και δεν με λυπεί ούτε με θλίβει. Ήταν κάτι που επιδίωκα κι ευελπιστούσα κι ονειρευόμουν και ήλπιζα. Ωστόσο, είναι περίεργη η αίσθηση να αποχαιρετάς αντί να σε αποχαιρετούν, να λες «καλό καλοκαίρι» κι ας είναι άνοιξη αντί να σου λένε, να νοιώθεις τη σχεδόν ζέστη της Αθήνας αντί για την υγρασία του νησιού, να ξέρεις οτι δε θα ξαναδείς και δε θα ξαναδουλέψεις – τουλάχιστον όχι στο άμεσο μέλλον- με ωραίους ανθρώπους και φίλους πλέον (με τους ‘άσχημους’ δεν ασχολούμαι καν) , να σκέφτεσαι να φυτέψεις στο μπαλκόνι ντοματίνια και βασιλικό και να μαζέψεις τα χαλιά και τα μάλλινα ριχτάρια και να ανακαινίσεις το δυαράκι καλοκαιρινά. Ωστόσο, θα ήταν ονειρικά υπό λίγο- τόσο δα λίγο-διαφορετικές συνθήκες.

Οι βαλίτσες που φέτος δεν ετοιμάστηκαν για τους συνήθεις προορισμούς θέλω αυτό το καλοκαίρι να με πάνε σε μέρη που δεν έχω ξαναπάει. Να με ξυπνάνε σε λιμάνια άγνωστα όπου καθισμένη θα βλέπω το χάραμα και θα νοιώθω την αρμύρα στο πρόσωπο και με ένα καφέ για συντροφιά θα περιμένω το πλοίο της επιστροφής…μέχρι την επόμενη σύντομη αναχώρηση.

Επιστροφή στο Πήλιο

Επιστροφή στο σπίτι, το λοιπόν, σ’ εκείνο το ευλογημένο μέρος που ο ήλιος μόνο ζεσταίνει και ποτέ δεν καίει.

Εκεί που οι ίριδες των ματιών αλλάζουν συνέχεια χρώμα σε έναν ατέρμονο κι ατελείωτο αγώνα προσαρμογής στη τριγύρω απλωμένη παλέτα. Εκεί όπου τα αυτιά τα ταλαίπωρα από τη βαβούρα και τα κορναρίσματα της πρωτεύουσας πλημμυρίζουν από μουσικές λυρικές της φύσης και των ανθρώπων, τιτιβίσματα και ζουζουνίσματα το χάραμα, μακρινά γέλια παιδιών ξαμολυμένων στη παιδική χαρά τ’απογέματα και καλέσματα αλεπούδων από τον Μαυρονόρο λίγο αφότου σκοτινιάσει. Ένας επίγειος παράδεισος στριμωγμένος σε μια γωνιά του χάρτη να αγνανετεύει το Αιγαίο και τις Σποράδες κρυμμένος στην ασφαλή και στοιβαρή αγκαλιά ορέων γκρι και λαδί και σκούρων πράσινων και τέτοια εποχή μια εδώ και μια εκεί ροζ.
Ωσαν παραμύθι η επιστροφή, ταξιδιάρικη η ψυχή να χάνεται στα πορτοκαλί κεραμίδια των σκεπών, να αιωρείται εν μέσω κίτρινων πεταλούδων, να ενώνεται με τα τεμπέλικα και νωχελικά γαλαζοάσπρα συννεφα που συχνά πυκνά περνούν για λίγο από τους εδώ κείμεθα αιθέρες.
Τσιτσιραβλιές πρασινισμένες, κυδωνιές ανθισμενες, φουντωτές κοριτσίστικες κουτσικιές, ντροπαλές παπαρούνες κι ολόξανθες μαργαρίτες και κόκκινες μαρουδίτσες να σε κάνουν να αναπολείς και να αναρωτιέσαι και να ματαξεκινάς το τραγούδι: «Πέτα, πέτα μαρουδίτσα να πας στα 1000 πρόβατα να φέρεις γάλα και τυρί και κόκκινα παππούτσια». Κι ένα αεράκι δροσερό,γλυκός νοτιάς θαρρώ, να σύει τα σύρραχα και να φυλακίζει στον ήχο του τον παλμό του Παραδείσου και να σκορπίζεται στα πέρατα σαν άλλος καπνός απο τη φωτιά που συγχωριανοί ανάψαν σε χωράφι για το κάψιμο των κλαδιών μετά από καθάρισμα.

Tι ωραία που ‘ναι στο σπιτάκι. Πάντα διαφορετική φορά από την προηγούμενη, πάντα ζωοδόχα, πάντα απάγκιο και πάντα φεροδύναμη. Τι καλά να μην τέλειωνε ποτέ η στιγμή της επιστροφής…

Αγάπης Φως

Υπάρχουν στιγμές που σαν ένα διάχυτο φως να ξεχύνεται μέσα μου και να με κατακλύζει  και να ποτίζει τα κύτταρα της ύλης μου και να ζεσταίνει τα σωθικά της ψυχής  μου. Είναι αυτές τις στιγμές που νοιώθω υπέρτατα ευλογημένη, πλήρης κι ευτυχισμένη.

Εξάλλου τι είναι η ευτυχία παρά στιγμούλες. Ξαφνικές, φευγαλέες και μοναδικές. Φλάς φωτογραφικής μηχανής εν μέσω σκοταδιού, κεραυνός εν μέσω συννεφιάς, σπυνθίρισμα σπίρτου εν μέσω παγωνιάς. Σου χαρίζεται για μερικά δευτερόλεπτα και ξανά τρέχοντας επιστρέφει στο σύμπαν απ’ όπου και προέρχεται για να προλάβει το άρμα της λήθης.

Αυτή η δεσμίδα θέρμης και καθαρότητας που με κάνει και παραλληρώ από δέος και με συσπά και με βγάζει εκτός ορίων ανθρώπινης υπόστασης, όσο παρανοικό κι αν αυτό εκ πρώτης όψεως ακούγεται, και με μετατρέπει για κλάσματα δευτερολέπτου σε Θεό.

Για αυτόν τον πολύτιμο χείμαρρο ψυχής ορέων βαθέων προερχόμενο, ωφείλω να ευχαριστήσω τους Προμηθείς της ζωής μου. Η αγάπη γεννά το άλυκο αυτό φως κι η αλήθεια το καθοδηγεί, αλλά είναι οι άνθρωποι τριγύρω που το περιγράφουν και το οριοθετούν ως τέτοιο ώστε να καταχθεί κατανοητό από τα έλλογα και δύσπιστα μέρη του εαυτού.

Για όλα τα παραπάνω, θέλω να πω-γιατί ποιός ξέρει τι γίνεται αύριο- ένα ‘Σ’αγαπώ’ κι ένα ‘Ευχαριστώ’ σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που με την πένα τους χάραξαν και χαράζουν τη ζωή μου στους τίτλους, το κυρίως μέρος, τους υπότιτλους, στις παραπομπές, στη βιβλιογραφία κλπ κλπ γιατί, ξέρετε, μου χαρίσατε στιγμές φωτός κι ευτυχίας κι ας μην το είχατε πάρει καν πρέφα.

Η Μ.Εβδομάδα μέσα μου..

Σε κάποια βιβλία, σε κάποια χείλη και σε κάποιες καρδιές η εβδομάδα που μόλις ξεκίνησε αναπαριστά τρόπον τινά τα πάθη του Χριστού προς της Ανάστασης του. Και σέβομαι το πιστεύω αυτό όπως και κάθε πιστεύω του κάθε ανθρώπου. Δεν μπορώ όμως να μείνω εκεί μιας και η δική μου Μ.Εβδομάδα δεν είναι σ’αυτά αλλά μέσα μου.

Η μέσα μου Μ.Εβδομάδα αυτό που κάνει είναι να βάζει φρένο στον συνήθως φρενήρη κι ανεξέλεγκτο ρυθμό της έλλογης καθημερινότητας μου. Με παρακινά να μελετήσω λίγο πιο βαθιά  και να ανακαλύψω, να ‘προσκυνήσω’ και να λατρέψω τον Θεό μου, κι ό,τι τον χαρακτηρίζει,δηλ. τις αναβλείζουσες πηγές της αγάπης, της άνευ όρων προσφοράς,της αλληλεγγύης, της απλότητας, της μεγαλοσύνης, της συγχώρεσης. Κι αν καθημερινά – κι οχι μόνο μια Μεγάλη εβδομάδα- τυρρανιέται κι αν υποφέρει, κι αν σταυρώνεται κι αν ματώνει ο μέσα μου «Χριστός» , αποζητά πάντα το αστείρευτο βάλσαμο της  καλοσύνης για να γιατρευτεί. Αυτή η οικουμενική και καθολική ιδέα, κοινός παρανομαστής σε κάθε ανθρώπινη θρησκεία, έρχεται στην επιφάνεια μου και φωτίζει την ύπαρξη μου σαν άλλο κερί στο μανουάλι κάποιας ανθρώπινης εκκλησίας.

Μεγάλη Εβδομάδα δεν σημαίνει το λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, εκκλησία, νηστεία και προσευχή (παρά τις ευεργετικές δράσεις αυτών στο πνεύμα) αλλά αυτοκριτική, αυτοκάθαρση, εκούσια ‘αυτοτυρρανία’ των κακώς κειμένων μου, καταδίκη και θάνατος του μικρού και κακού κι ενήλικου εαυτού μου, πένθος για τις όποιες πολύτιμες απώλειες της ψυχής μου κι ελπίδα για την ‘ανάσταση΄του Χριστού μου κι Αγίου Πνεύματος μου κι Αλλάχ και Βούδα μου και Μητέρας Φύσης μου κι εγώ δεν ξέρω πως αλλιώς ονομαθετημένου ανά τη γη Θεού μου.

Καβγάς πάνω από ένα μπριάμ..

Μπριάμ, από σήμερα, για μένα σημαίνει φροντίδα, έγνοια κι αγάπη. Σημαίνει πως σε ένα άλλο μαγικό καζάνι ηλεκτρικού ματιού ανακατεύεις με μια ξύλινη βαριά κουτάλα τα πιο φρέσκα κι αγνά και πολύχρωμα ζαρζαβατικά του  εντός σου «κήπου»  προσθέτοντας αλατοπίπερο κι άλλα μπαχαρικά για το τσακ της ιδιαίτερης νοστιμιάς κι αφήνοντας τα να σιγοβράσουν. Με απειροελάχιστο πρόσθετο νερό τα πρωτογενή συστατικά θα ξεχυθούν και θα δέσουν σε ένα άριστα ομογενοποιημένο ‘γευστικά» όλον. Αυτό το όλον σημαίνει την πλήρη συναισθηματική ταύτιση, ισοδύναμη σαφώς γνήσιας ένδειξης μιας άνευ όρων και άνευ ανταλλάγματος προσφοράς.

Όταν το μπριάμ το φτιάχνεις σε έναν άνθρωπο σημαίνει πως ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ ξεχωριστός και πολύ αγαπημένος σου. Γιατί, ποιόν άλλο θα ‘θελες να περιποιηθείς τόσο πολύ παρά έναν δικό σου;Γιατί σε ποιόν άλλον θα προσέφερες ένα τόσο πλήρες και ‘γεμάτο’ πιάτο παρά σ’ έναν δικό σου; Γιατί για ποιόν άλλον θα κουραζόσουν τόσο πολύ να πλύνεις και να ψιλοκόψεις και να ακούσεις και να δεις και να ψήσεις παρά για έναν δικό σου; Γιατί με ποιόν άλλον εαυτό σου θα μπορούσες να μοιραστείς τον ίδιο σου τον εαυτό;

Όταν λοιπόν αρνηθείς το μπριάμ μου είναι αναμφισβήτητη προσβολή. Όταν μ’αφήνεις να το φτιάξω και μετά, για παράδειγμα, φεύγεις χωρίς καν να το δοκιμάσεις  ή όταν, για παράδειγμα, αγνοείς οτι το έφτιαξα για σένα ειδικά αντιτάσσοντας μου πως ούτως ή αλλιώς θα μαγείρευα για μένα την ίδια είναι αχαριστία κι αφορμή καβγά. Ένας καβγάς πάνω από ένα μπριάμ είναι ίσως λιγοστός από λόγια και σύντομος σε χρόνο αλλά γιγάντιος σε πίκρα κι εξαιρετικά μακρύς για τα πληγωμένα συναισθήματα που σύρει στο διάβα του. Ένας, εν κατακλείδι, μπριαμοκαβγάς εκρήγνυται τόσο ηφαιστειακά στους άλλους ουρανίσκους της ύπαρξης μας που πετρώνει ό,τι αγγίξει..κι άντε μετά να ξανατολμήσεις να φτιάξεις μπριάμ σε άνθρωπο πόσο μάλλον οτιδήποτε στον -όπως και να ‘χει πάντα αγαπημένο-  εν λόγω άνθρωπο!

Μια κατσαρίδα στο φεγγάρι…

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια μικρή κόκκινη κατσαρίδα ονόματι Ιωάννα, που τίποτα άλλο δεν ήθελε περισσότερο στη ζωή της παρά…να ταξιδέψει στο φεγγάρι!

Όνειρο αλλόκοτο, ανήκουστο και εντελώς ουτοπικό θα έλεγε κάποιος της ίδιας ή διαφορετικής συνομοταξίας με την Ιωάννα. «Είναι γελοίο!Τι δουλειά έχει αυτό το τιποτένιο, μικροσκοπικό με όρους συμπαντικών μεγεθών και βρωμερό πλάσμα να ονειρεύεται το φεγγάρι;» φώναζαν οι άνθρωποι. «Αντί να κάτσει στο υγρό και σκοτεινό υπονομένιο σπιτάκι μας σουλατσάρει κάθε βράδυ στα πιο ψηλά σημεία των σωλήνων και χαζολογάει εκείνο το κίτρινο πράγμα«, συμπλήρωναν οι αδερφάδες της.  ‘Μα είναι τρελή;Πώς τολμά να κοιτάζει τόσο ψηλά;Και να θέλει να πάει εκεί;» άφριζαν τα σκαθάρια και οι λοιποί συγγενείς της.

Η Ιωάννα άκουγε τα σχόλια, πληγωνόταν καμιά φορά κι έκλαιγε στα σκοτάδια των ντουλαπιών, όμως κάθε που έβλεπε το πελώριο και πανέμορφο εκείνο αστρικό σώμα να ξεπροβάλει ξεχνούσε μεμιάς τα δάκρυα της. Οι ίνες του κορμιού της ποτίζονταν με το ολόχρυσο φως κι ανοίγοντας τα μάτια της διάπλατα ήταν σχεδόν σαν να έβλεπε ένα άλλο ζευγάρι μάτια να της μισογνέθουν γεμάτα υποσχέσεις.

Μέχρι που πήρε την μεγάλη απόφαση!θα έκανε το παν για να φτάσει εκεί πάνω!

Δεν ήταν καθόλου εύκολος ο δρόμος. Απελπίστηκε πολλές φορές, έφτασε στο τσακ να τα παρατήσει, συνάντησε όντα που τις κλείναν το δρόμο που αποπειράθηκαν να τη σκοτώσουν για να μην τα καταφέρει, αλλά και άλλα που συμπορεύτηκαν μαζί της και τη συμβούλευσαν και τη βοήθησαν.

Κι ο καιρός περνούσε, οι μήνες τρέχαν και η οικογένεια της και οι φίλοι της την είχαν ξεγράψει απ’ τη ζωή τους θεωρώντας τη το πιθανότερο νεκρή. Μέχρι που μια μέρα, κάτω από τον καναπέ ενός σαλονιού πήρε το αυτί τους από την ανοιχτή τηλεόραση που έπαιζε ειδήσεις για μια, λέει, κόκκινη κατσαρίδα που, άκουσον άκουσον, πήγε στο φεγγάρι ακολουθώντας τη μπότα του πρώτου αστροναύτη που πάτησε εκεί.

Ηθικό Δίδαγμα: Ποιός είπε ότι και οι «κατσαρίδες» δεν κάνουν όνειρα; Και ποιος είπε ότι τα όνειρα δεν μπορούν να γίνουν αληθινά;

—Με εφαλτήριο έμπνευσης την παράσταση ‘Κατσαρίδα΄—