Πάλι θάλασσα τα ‘κανα…

Το τελευταίο διάστημα έχω ανακαλύψει ένα πολύ ιδιαίτερο αν κι ομολογουμένως αμφίσημο  χάρισμα που την ευκολία καλλιέργειας του οποίου ούτε καν διανοούμουν πως διέθετα: Ανακάλυψα πως να κάνω θάλασσα τα πράγματα γύρω μου!

Και πιστέψτε με είναι τόσο μα τόσο μα τόσο εύκολο να το κάνει κανείς. Δεν θέλει χρόνο, δεν θέλει ούτε λόγια πολλά ούτε πράξεις, δεν θέλει σκέψη, δε θέλει χρήμα, δε θέλει τρόπο,δεν θέλει την παραμικρή -τόσο δα- προσπάθεια κι άρα κόπο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αφήσει κανείς τον εγωισμό, την μαύρη του διάθεση, την γκρίνια, την απαισιοδοξία, την ανασφάλεια, τους φόβους του, την επιθετικότητα,τη βαρεμάρα, τη μοναξιά, την αγένεια,την ανωριμότητα του εν τέλει να κάνουν παιχνίδι.Και ιδού το μαγικό αποτέλεσμα-φιλοσοφικό επιστέγασμα της αυτού αλχημείας: Το απόλυτο χάος της σιωπής και των πληγωμένων -προσβεβλημένων αισθημάτων να χάσκει μπροστά σου!

Έτσι και τώρα, το λοιπόν, ο αλμυρός βυθός στέκει ολόρθος μπροστά μου…Τα κατάφερα, για μια ακόμη φορά να τρικυμίσω την βαρετή νηνεμία της νωχελικής ζωής μου.Μόνο που έχω ένα μικρό θέμα:Να!Ε…δεν νοιώθω ακριβώς περήφανη για το αποτέλεσμα και..να..δεν μου αρέσει -καθόλου δεν μου αρέσει-αυτή η ανακάλυψη του χαμένου και ξεχασμένου μου ταλέντου.

Και να ‘μαι έτσι, στο σημείο αυτό. Εδώ που καλούμαι να ανακαλύψω ένα άλλο μου (που εύχομαι να γίνει «μου») ταλέντο: Το πώς να ξανακάνω τη θάλασσα στεριά.Γίνεται όμως;… Πρέπει να γίνει!Μακάρι να γίνει!

 

 

Πράγματι γέρασα;

Μήπως φταίει το οτι πλησιάζω τα πρώτα -άντα; Μήπως οτι γενικά είμαι σε μια φάση της ζωής μου όπου η ψυχολογία μου βαδίζει απροκάλυπτα σε λεπτό τεντωμένο σχοινί με μικρούς  αλλά αισθητούς συναισθηματικούς προσεισμούς;Μήπως οτι επιτέλους η αυτογνωσία μου, μου κρούει το εκωφαντικό προειδοποιητικό καμπανάκι;Τί απ’ όλα να ισχύει; Σε ποιό απ’ όλα να ‘βρει παρηγοριά η ανασφάλεια ενός νεογερασμένου, κατά τα φαινόμενα, έλλογου όντος;

Και πάνω που νόμιζα πως είμαι σε πολύ καλό δρόμο..να ‘σου μια απλή προτασούλα από χείλη αγαπημένα για να κατεβάσει επιτόπου ρολά η αισιόδοξη πλευρά του εαυτού μου και να αρχίσει σαν κέλευθος το ξεπίδημα ερωτημάτων κι αμφιβολιών και φοβιών κι ανασφαλειών.

Η αλήθεια είναι πως εδώ κι αρκετό καιρό είχα από μόνη μου διαγνώσει τον προγραμματισμένο στραγγαλισμό του παιδικού μου εαυτού και το πως αυτός ασυγχώρητα μεθοδευόταν επί συναπτά έτη από εμένα την ίδια. Και πάνω που είπα «ΟΧΙ», και πάνω που δεδομένων και των συνθηκών «επαναστάτησα’ στη ροή των «γεγονότων», και πάνω που στόχευσα στην προστασία του μικρού κοριτσιού μου, και πάνω που είχα αρχίσει να ανακτώ ένα κομμάτι του αφελούς και ονειροπόλου μυαλού μου, και πάνω που πίστεψα πως μπορώ να τα καταφέρω..πτώση στα μαύρα τάρταρα!

Είναι, τελικά,  δυνατόν  να γυρίσεις το χρόνο πίσω;Μήπως είναι μάταιος κόπος το να προσπαθήσεις; Μήπως οτι έγραψε δεν ξεγράφει όσο δυνατά κι αν τρίψεις το «λεκέ» της ενηλικίωσης και της «ωριμότητας»; Μήπως, με άλλα λόγια, πράγματι γέρασα από τα 28 μου μόλις χρόνια;

Η άνοιξη στο μπαλκόνι μου

Η άνοιξη ήρθε στο μπαλκόνι μου και μοσχοβόλησε το σύμπαν. Είναι σαν να μετακόμισε το Πήλιο στο κέντρο της Αθήνας κι όλα να ‘χουν πάρει ζαφειρένιο χρώμα και το μαρμάρινο πρασινόμαυρο μωσαικό να χτυπά στο παλμό μιας καρδιάς ανθισμένης και μεθυσμένης απ’ τ’ αρώματα και τα χρώματα της ζωής.

Ήρες κόκκινες και ροζ και μοβ χαζεύουν τον χρυσοκόκκινο ήλιο που δύει στα οροπέδια του Λεκανοπεδίου απέναντι τους, ζουμπουρλούδικα  ζουμπούλια που λες και το ‘χουν βάλει στοίχημα με τον εαυτό τους κάθε μέρα να ψηλώνουν και να χοντραίνουν όλο και πιο πολύ και δυόσμος, βασιλικός και ολοπράσινος, να ηγεμονεύει δια της παρουσίας του.

Και το γύρω γύρω γκρι να χάνεται και να ποτίζεται με τις αχτίνες του ολοστρόγγυλου βασιλιά τ’ ουρανού που αποχαιρετά την πόλη. Κι οι ιαχές απ’ τα κορναρίσματα και η βαβούρα από τις εξατμίσεις μεταμορφώνονται σε νότες που σαν να δραπέτευσαν απ’ τα έγκατα της γης και με κάποιο τρόπο ακολουθούν τις μωβ και λιλά και φούξια ανταύγειες του ορίζοντα.

Και η ζωή στο μικρό και στενό μπαλκονάκι  συνεχίζεται…

Ένα ζευγάρι στο Θησείο…

Κοιτώ και ξανακοιτώ την φωτογραφία, που με προσοχή κατάφερα να κλέψω, κι από μέσα της ξεπηδά η εικόνα του εν Θησείον απογεύματος  μου ζωντανή κι ολοκάθαρη μπρος τα μάτια μου. Και ιστορίες πλέκονται στα νήματα του χρόνου, κι ο  ώρες ώρες  γοργός- σχεδόν φτερωτός- νους μου ευθύς καταγίνεται αφηγητής και παραμυθάς.

Ένας νιος και μια νια που αγαπήθηκαν δυνατά, που αποφάσισαν ν’ αφήσουν το χωριό τους και να έρθουν στη πρωτεύουσα,τότε που δουλειές υπήρχαν, ζητώντας μια ευκαιρία για κάτι καλύτερο. Φτώχεια, στεναχώρια, κακουχίες, κακομοιριά μα κι απλότητα, αγάπη, ευτυχία, οικογενειακή θαλπωρή. Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά τους μεγάλωσαν και κάναν τα δικά τους και τώρα…μείναν οι δυο τους. Κρατώντας στο χέρι μια σακούλα από φαρμακείο η γιαγιά,πλέον, να ακολουθεί τον παππού,πλέον,άντρα της. Με βαρύ σαν τα χρόνια τους βήμα πιάνουν το πρώτο αδειανό παγκάκι  πίσω από τους ίσκιους των μικροπωλητών-τι ευτυχία που είναι δίπλα μου-. Μόλις και κάθονται, η γιαγιά βγάζει ένα πεντάευρο από τη τσέπη της, το δίνει στο παππού. Εκείνος  σηκώνεται και πάει στο περίπτερο απέναντι σαν να το έχει ξανακάνει πολλές φορές πρωτύτερα. Γυρνάει με δυο αμίτες πορτοκάλι στο χέρι και κάτι ψιλοκέρματα που παραδίδει στη γριά του. Ξανακάθεται, βάζει το καλαμάκι στην αμίτα και της το δίνει και μετά κάνει το ίδιο με τη δική του. Το ζευγάρι κάθεται εκεί περίπου 2 ώρες. Κοιτά τα εν περιπάτω πλήθη και μόνο αραιά και που ακούς κάποιο σχόλιο για τον κόσμο που είναι πολύς και όλοι νεολαία.

Είναι σαν η σιγή να είναι τόσο οικία μεταξύ τους. Τόσα χρόνια μοιράζονται ο ένας τον άλλο κι όταν τα λόγια εξαντλούνται η σιωπή είναι εκείνη που συνεχίζει να τους δένει θυμίζοντας τους τα όσα πέρασαν μαζί. Κι αυτή είναι που τους προσδιορίζει στο παρόν παρατηρώντας το τσούρμο κόσμου που τόσο ασταμάτητο μοιάζει και που σουλατσάρει συνεχώς πάνω κάτω.

Και κάπου εκεί, μέσα στο παράλληλο και προς την ίδια κατεύθυνση βλέμμα αυτού του ζευγαριού γεννιέται η μεγάλη αντίθεση:της ακινησίας και της κίνησης, της γεροντίας και της νιότης , της αγάπης-συντροφικότητας και του έρωτα-πάθους, της σοφίας-αρμονίας και της απερισκεψίας-επιπολαιότητας, της σιωπής και της βαβούρας, της συναισθηματικής  γαλήνης και της συναισθηματικής τρικυμίας. Και σκέφτομαι:Να ‘ναι τελικά η επιλογή (αν τελικά πρόκειται για τέτοια) όχθης θέμα χρόνου ή συνείδησης;Ή και των δυο;Ή κανενός από τα δύο;

Να προσφέρω αυτά τα άνθη στη μοναξιά σας;

Λόφος Φιλοπάππου, 15:30, λίγο πριν τη κορυφή.

Κυρία ώριμη μα ιδιαιτέρως συμπαθητική, περί τα 35 και κάτι μετά παλτού κάργα ντυμένης και ηλιακών τζαμοματιών προστατευμένης  κάθεται ανέτως περί της εσοχής στρογγυλής πετρόχτιστης πεζούλας ,ονειροδαρμένη σε ένα βιβλίο που κρατά ανα χείρας και που κάπου κάπου αγγίζει με το βλέμμα της. Κοιτά μια το βιβλίο και μια την ανθισμένη φύση τριγύρω της σαν να παρακολουθεί μια μεταξύ των άκρως ενδιαφέρουσα συνδιάλεξις. Σαν να ονειροπολεί,  σαν να προβληματίζεται, σαν να χαζεύει ένα πράμα.

Κύριος μεσήλιξ, περί τα 45 και κάτι, καλοστεκούμενος με μακρύ σχεδόν ψαρί μαλλί κόσα και μετά συντροφιάς σκύλου αγνώστου ράτσας , κατέρχεται τον πρασινισμένο λοφίσκο βαστώντας ένα μπουκέτο αγριολούλουδα που προφανώς είχε προ ολίγου κολέξει. Βλέπων τη κυρία, πλησιάζει εξ’ αριστερόν αυτής και με περισσό ιπποτισμό κι ευγενικό χαμόγελο της προτάσσει τα άνθη λεγόμενος: » Μου επιτρέπεται να τα προσφέρω στη μοναξιά σας;»

Η συνέχεια της ιστορίας μάλλον αναμενόμενη. Η κυρία ευγενικά αρνείται κι ο κύριος αποχωρεί με αστειασμούς και φιλοσοφικούς μικροδιαλόγους προσπαθώντας μάταια να κρύψει την αμηχανία της χυλόπιτας. Ναι, ίσως πράγματι ο κύριος να ήθελε να π****** τη κυρία και ναι, ίσως η κυρία σκέφτηκε «ο μ****** μου τη πέφτει»  όμως εγώ η αφελής κι «αθώα» κορασίδα διερωτώμαι: Γιατί η κυρία να μην δεχτεί τα άγρια μα πανέμορφα και εύοσμα άνθη, γιατί να μην δει στη κίνηση του έναν γλυκό και τρυφερό «ιππότη» αλλοτινών εποχών και γιατί εν πάση περιπτώσει οι άνθρωποι να είναι τόσο πεζοί, καχύποπτοι, πονηροί,φοβισμένοι και κλειδαμπαρωμένοι πίσω απ’ τα οχυρά του εαυτού τους;

«When I get out of here, I will be part of mine»

«When I get οut of here, I will be part of mine»‘ ή «Όταν βγω από εδώ, θα ‘μαι κομμάτι του εαυτού μου» : Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για έναν τραγουδιστικό στίχο ο οποίος απηχεί τα λόγια μιας κοπέλας στο χειρουργικό τραπέζι όπου εντός ολίγου θα υποβληθεί σε έκτρωση. Με αφορμή λοιπόν τη φράση αυτή, αναρωτιόμουν πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε επιλέξει, ο καθένας από εμάς, άντρες και γυναίκες, να υποβληθούμε σε «έκτρωση»σε ένα κάποιο χειρουργικό τραπέζι της ζωής μας;

Ένα κομμάτι του εαυτού μας, με ή παρά βούλησης, πλάθεται, σιγά-σιγά, γιγαντώνεται, παίρνει ζωή απ’ τη ζωή μας, χτύπο απ’τον χτύπο μας, ανάσα απ’ την ανάσα μας. Εμείς το προσδιορίζουμε, εμείς το περικλείουμε κι εμείς το ανατρέφουμε. Εμείς έχουμε τη δύναμη να το προστατέψουμε ή να το σκοτώσουμε. Μέχρι, που καταλήγουμε στο οτι δεν πάει άλλο. Φοβόμαστε, δειλιάζουμε, τολμούμε ίσως και τελικά παίρνουμε την απόφαση να «ρίξουμε» αυτό το βάρος. Δίνουμε θάρρος στον εαυτό μας οτι κάνουμε το σωστό, οτι δεν υπήρχε άλλη λύση, ότι στο μέλλον θα έχουμε την ευκαιρία να διορθώσουμε το λάθος γεννώντας ένα άλλο κομμάτι από εαυτό, ότι θα κλάψουμε και ίσως πονέσουμε αλλά οτι θα ξεχάσουμε. Και να, που κάπου εκεί λίγο πριν το αναισθητικό ξεχυθεί στο αίμα μας και παραλύσει το μυαλό έρχεται πάντα η συνείδητότητα, η θεϊκή φωνούλα απ’ τα σωθικά μας, να μας υπενθυμίσει την πραγματικότητα:Πώς πέρα απ’ όλα, μετά από αυτό θα είμαστε λειψοί εαυτοί και σαν τέτοιοι θα πρέπει να προχωρήσουμε.

Το ηθικό λοιπόν και ίσως ρητορικό κατακλείδον ερώτημα είναι το εξής: Μήπως η «έκτρωση», δηλ. η αποβολή μέρους του εαυτού μας, είναι λύση μη θεμιτή παρά μόνο, εάν, κι εφόσον και στο βαθμό που μπορούμε να ζούμε με το λειψό;

Η συναυλία της ζωής μου;Ένα τραγούδι όλο κι όλο, στην άκρη του δρόμου, από κάποιον άγνωστο

Ώρα 21:30, πεζόδρομος Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ακριβώς απέναντι από τα σκαλάκια του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού. Μερικοί περαστικοί βολταδόροι σαν σκιές να κινούνται στο ημίφως.Οι κουβέντες τους σαν να ενώνονται με τον αναστεναγμό των ιδρωμένων δούλων που με τα σχοινιά στους ώμους τους τραβάν το φώς κατά την θεά κάτι χιλιάδες χρόνια πριν. Τα γέλια τους να χτυπούν το δροσερό αγέρι μεταφέροντας τον ήχο τους σε εποχές χρυσές, καθαρές μα και σκονισμένες.

Και κάπου εκεί, τη  ραστώνη της στιγμής ξεσηκώνει μια φωνή βραχνή, δυνατή, καθαρή που παλεύει με το σκοτάδι, τη γη, το σύμπαν και τον ίδιο το χρόνο. Είναι σαν να κοιτάζει καταπάνω με ένα βλέμμα υπνωτισμένο κι αλλόκοτο τα ιδρωμένα σώματα και να τους φωνάζει «ακροβατείτε πουλιά! Μη φοβάστε τη πτώση και τα βόλια, το κλάμα σας μια μέρα θα σιγοτραγουστεί στο ίδιο εδώ μέρος από το ίδιο σας το παιδί». Το τραγούδι δε σταματά από το ελάχιστο κέρμα στην μαύρη θήκη της κιθάρας, παρά συνεχίζεται σαν συντροφιά στα πνεύματα που καθισμένα στην άκρη του βράχου σίγουρα θα χάσκουν στη θεογονική μελωδία.

Ευχαριστώ απ’ τους ωκεανούς της καρδιάς μου τον άγνωστο άντρα που μόνο με τη κιθάρα του και τη φωνή του μου πρόσφερε τη καλύτερη συναυλία της ζωής μου. Κι αν μόνο μερικά μέτρα τον χώριζαν από το θέατρο, εκεί  στην άκρη του δρόμου, έδωσε την ομορφότερη και υπερλαμπρότερη παράσταση.

8/3:Γιορτή της Γυναίκας

Ήταν νύχτα, έκανε κρύο κι έβρεχε μα τα τζάμια του καλυβιού ήταν θολά από την αγωνία και τα ξεφυσήματα μιας ζωής αναμενόμενης.  Όταν ακούστηκε το κλάμα της οι συγγενείς αναστατώθηκαν, σηκώθηκαν όρθιοι περιμένοντας τη πόρτα να ανοίξει να δουν με τα μάτια τους τη νέα ζωή. Όταν η πόρτα επιτέλους άνοιξε, η μαμή εμφανίστηκε με το μωρό φασκιωμένο στην αγκαλιά της μα το πρόσωπο της ήταν σκυθρωπό τόσο ώστε όλοι να αρχίζουν να φοβούνται το κακό. Η μαμή διέσχισε γρήγορα γρήγορα το μικρό δωμάτιο και πήγε στη γιαγιά που κάθονταν σ ‘ένα μικρό σκαμνάκι δίπλα στο τζάκι. Ακούμπησε το μωρό στη ποδιά της γριάς και με φωνή ψιθυριστή και ξεψυχισμένη της αποκρίθηκε «είναι θυγατέρα, κυρά Κατίνα«. Και τότε ο ψίθυρος μεγάλωσε και η δύναμη του έγινε μοιρολόι σαν το πιο μεγάλο θανατικό να είχε χτυπήσει το φτωχικό ετούτο σπιτικό. (Ελλάδα, 8/3/1912)

Καθόντουσαν σκεφτικοί πάνω από ένα ποτηράκι τσίπουρο με το σαγόνι τους να ξεκουράζεται στην μαγκούρα που ποτέ δεν αποχωρίζονταν κανείς από δαύτους, κατάλοιπο μιας ένδοξης νιότης κι ανάμνηση μιας περιπετειώδους και τυραννισμένης ζωής. «Τώρα που ψηφίζουν και οι γυναίκες, ουέ κι αλίμονο μας«, έλεγε ο πρώτος. «Αντί να καθήσουν στο σπιτικό τους, να κάμουν το φαγάκι τους στον άντρα και τα παιδάκια τους μου θέλουν βουλευτικές καρέκλες«, απαντούσε ο δεύτερος. «Πάει η κοινωνία μας, πάει η Ελλαδίτσα μας, πάνε όλα«, σιγοντάριζε ο τρίτος. (Ελλάδα, 8/3/1953)

Όταν της είπε «περάστε δεσποινίς» τα πόδια της έτρεμαν και τα χέρια της μούσκεμα στον ιδρώτα, φοβόνταν μην σωριαστεί μπροστά τους από το άγχος της και τότε πάει η πολυπόθητη θέση που τόσο μα τόσο πολύ είχε ανάγκη. «Μακάρι να με πάρουν«, παρακάλαγε από μέσα της ψιθυρίζοντας στον Θεό της μπας και την ακούσει και την λυπηθεί. «Καθίστε«, της αποκρίθηκε ο ένας από τους γκρικοστουμαρισμένους διευθυντές προσωπικού, που τόσο στα μάτια της φάνταζαν ανθρωποντυμμένα κοράκια. «Λάβαμε σοβαρά υπόψη το βιογραφικό σας αλλά, δυστυχώς, ξέρετε… η θέση αυτή απαιτεί κάποιον με ισχυρή θέληση και με την ικανότητα να επιβληθεί, κάποιον αδέσμευτο και χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις, έναν άντρα δηλαδή«.(Ελλάδα, 8/3/ 1992)

«Σε σιχαίνομαι. μ’ακούς;Με αηδιάζεις, πως να στο πω» έλεγε και ξανάλεγε μπρος τον θολό και μαυρισμένο από τα χρόνια καθρέπτη του μικροσκοπικού της μπάνιου . Και μετά, τα δάκρυα της σαν να σφράγιζαν το στόμα της κι ο λυγμός κατέκλειε το μυαλό της μην αφήνοντας της να βγει από το θαρρείς αιώνιο σκοτάδι. Χτενίζει τα μαλλιά της με τα δάχτυλα της,  κι από μέσα η φωνή της Μαρίας, που μερικούς μήνες πριν είχε έρθει από τη Βουλγαρία ψάχνοντας κι εκείνη το κάτι της καλύτερο, να την προστάζει «Είσαι καλά;’Αντε βγες, ήρθε πελάτης«.  (Ελλάδα, 8/3/2002)

«Πώς είμαι έτσι; Θεέ μου, πώς είμαι έτσι!»Και η απελπισία ήρθε δίπλα της, της μιλούσε στο αυτί «Εσύ φταίς!Καλά να πάθεις!Ποτέ δε θα μπορέσεις να μπεις εδώ μέσα!Είσαι μια χοντρέλα«. Έκλεισε με τις παλάμες της τα αυτιά της να μην ακούει αυτή την άλλη φωνή και μες σε αναφιλητά αγκάλιασε τα γόνατα της στη γωνιά του δοκιμαστηρίου εκείνου που τόσο φριχτά μικρό της φαινόταν και που τόσο την ασφυκτιούσε. Η υπάλληλος που απέξω άκουσε το κλάμα της, της χτύπησε τη πόρτα :»Είστε καλά; Θέλετε κάποια βοήθεια;» αλλά απάντηση δεν έπαιρνε. Μέχρι που, άξαφνα, σε μια στιγμή τα αναφιλητά της σταμάτησαν. Η υπάλληλος φοβισμένη έτρεξε να ειδοποιήσει την προϊσταμένη της  κι όταν εκείνη μην ακούγοντας κανένα θόρυβο άνοιξε την πόρτα, το κοκαλιάρικο κορίτσι με το ξανθό βαμμένο μαλλί, που τόσο σε σκελετό έφερνε παρά σε κορίτσι, είχε σταματήσει να αναπνέει. (Ελλάδα 8/3/2012)

Περί Χαιρετισμών κι ‘έκστασης’

Ναι, my precious εαυτέ, κι όμως!Σήμερα πήγα στους Α’ Χαιρετισμούς!Και μάλιστα με ανυπομονησία για το γεγονός!

Μη γελάς, δεν είμαι μεθυσμένη,ούτε μετάλλαξη έπαθα, ούτε σου κάνω πλάκα..Απλά το τελευταίο καιρό (και κυρίως μετά τον θάνατο της Λιάνας) νοιώθω την ανάγκη να ακουμπήσω λίγο πιο προσεκτικά το μέσα μου φως. Θέλω τη μέρα που θα αποχαιρετώ τον κόσμο τον εδώ κάτω η ψυχή μου να ενωθεί με τον άνεμο, για να αφουγκραστεί, να νοιώσει όσα τα αυτιά μου και η καρδιά μου δεν μπόρεσαν ή δεν πρόλαβαν.Αλλά θέλω πριν από αυτό, να αφουγκραστώ και να νιώσω στο μέγιστο δυνατό βαθμό την ανάσα του κόσμου μου και του κόσμου χωρίς ‘μου’.

Νοιώθω την ανάγκη να έρθω κοντά στην γενεσιουργό μου δύναμη, σ’αυτό που με έφτιαξε και ίσως με ορίζει.Έχει πολύ βαβούρα η ενηλικίωση, πολύ φασαρία για το τίποτα. Θέλω να ξαναζώ την έκσταση σε κάθε μου κίνηση, σε κάθε μου βήμα όπως ακριβώς ένα μικρό παιδί. Θαρρώ πως αυτό είναι ο Θεός-το παιδί που χάνουμε ή που μασκαρεύουμε με χίλια δυο προσωπεία.

Ο ιερέας σήμερα στο κήρυγμα του αναρρωτιόνταν τί είναι η ‘έκσταση’ για την οποία μιλάνε τα κείμενα της εκκλησίας. Το λοιπόν, νομίζω πως ‘έκσταση’ σημαίνει λάμψη, σημαίνει ενθουσιασμός, σημαίνει γνωριμία με το άγνωστο, θέαση του απείρου σημαίνει παιδί. Θέλω λοιπόν, χρειάζομαι την παιδική Ευσταθία και την ‘έκσταση’ που θα ένοιωθε με την αναμονή και το άγχος των άλλων αλλά και το δικό της. Θέλω να δαυλίσω τη φωτιά των σωθικών μου για να την κρατώ αναμμένη όταν πάει να σβήσει.

Οι Χαιρετισμοί λοιπόν είναι μια πολύ καλή και χρήσιμη στιγμή να έρθεις πιο κοντά στο Θεό, δηλ. στο παιδί μέσα σου. Είναι ψυχανάλυση και φιλοσοφία μαζί. Είναι μια μέθοδος εξάσκησης στην «έκσταση» κι ένα ταξίδι με το άρμα της νόησης που ευτυχώς ακόμα κι ο πιο χαζός απο εμάς ξέρει να οδηγά.