Για το Λιανάκι


Τα λόγια μοιάζουν ασύντακτα, ανορθόγραφα.Η σκέψη χαώδης βυθίζεται κι ανυψώνεται στους ανεμοστρόβιλους αναμνήσεων πολύχρωμων. Ένα γέλιο, μια κουβέντα, ένα δάκρυ, μια ματιά, όλα θαρρείς και ξυπνάνε από λήθαργο χρόνων. Αυτά που θεωρείς δεδομένα παύουν να υφίστανται και όλη σου η ζωή συνταράσσεται συθέμελα.

Μισώ τη λέξη «απώλεια». Με πληγώνει, αναστατώνει την ραστώνη της ύπαρξης μου, με αναγκάζει να πέσω από την ψάθινη καρέκλα μου και να αντικρίσω κατάματα και ηττημένη τους αρχέγονους φόβους του είδους μου. Το κενό της απώλειας στέκει θεόρατο, ανυπέρβλητο τοίχος μιας ζωής σωμένης. Ζωή και θάνατος, άκρα μια τραμπάλας που τρίζει εν μέσω ξέγνοιαστων φωνών ενός παρελθόντος αθώου, ξέγνοιαστου, παντοτινά χαμένου και αναντικατάστατου.

Θα μου λείψει το όλο και είμαι αναγκασμένη υπακούοντας σε άνωθεν εντολές να ζω με το λειψό. Καίει, πονάει η πληγή, δακρύζει πύον κι αλμύρα η θύμηση.Αποχαιρετισμός κι αντίο.Αυτό μόνο μένει σαν άλλο μπάλωμα του αραχνοΰφαντου, συννεφοκαμωμένου φουστανιού που ιέρειες και νεράιδες ράψανε για τον ένα και μοναδικό και σβέλτο χορό μας στο πανηγύρι το εδώ κάτω.