Ψάχνοντας μιαν άλλη πλατιά ακρογιαλιά να ξαποστάσουν τα φουσκωμένα κύματα του μυαλού μας πάνε κι έρχονται, λυσσομανούν, ταράζονται συθέμελα κι αγροικούν υπό το άγρυπνο βλέμμα ενός σκοτεινού κι άλικου φεγγαρόφωτος.

Τι απόκοσμο θέαμα και τι συνταραχτικός ο ήχος της απόγνωσης και της απελπισίας, εκείνης που αγριεύει με τον πρώτο δούρειο άνεμο ξοδεύοντας την ουσία στα ρηχά νερά ατελείωτων ωκεανών.

Άμμος και φύκια και σωσίβια και χέρια και πόδια και μυαλά να χορεύουν στο τυμπανικό αυτό κάλεσμα της φύσης μουρμουρίζοντας μια προσευχή πρωταρχική και ξεχασμένη. Ψάχνοντας τη σωτηρία μιας εικονικής λέμβου τα στόματα ανοίγουν μα η φωνή καλύπτεται από το κύμα και σκορπίζει και ξεφτίζει.

Για το ανυπότακτο αγρίμι που το κύμα κουβαλάει στα σπλάχνα του έχει από ώρα προκαθοριστεί η μοίρα. Πριν σωριαστεί θα σωριάσει και πριν εκπνεύσει θα γρυλίσει. Θα ελευθερωθεί υποτάσσοντας την ελευθερία του δέσμιου και δημιουργού του. Κι έπειτα, κοιτώντας κατάματα τον πρωτοπλάστη θα παραδοθεί και θα αγκαλιάσει την συντετριμμένη άμμο της γης του.

Advertisements