Η τσιχλόφουσκα του «εγώ» μας

Σαν άλλη τσιχλόφουσκα βγαλμένη από τον αέρα τον μέσα μας και χτισμένη στα χείλη της ύπαρξης μας. Την στριφογυρίζεις και την πλάθεις μέχρι  εκείνη να πάρει μορφή και να ενωθεί με το παρόν αποτάσσοντας την παρελθοντική άυλη, άμορφη, ανύπαρκτη ύπαρξη της, από το στόμα του δημιουργού της σαν να ελευθερώνεται ακολουθώντας διαδρομές ασύλληπτες και πορείες αχάρακτες στους χάρτες του μυαλού.

Με συμβουλάτορα το μελτέμι καλοκαιρινής νυχτιάς χάνεται και ξαναβρίσκεται σε αιθέρες σκοτεινούς και σκονισμένους, Σε πολιτείες εγκαταλελειμμένες και καπνισμένες περιδιαβαίνει, χάνεται και ξαναβρίσκεται σε μια ιερή ακολουθία μυστικιστικών-των αποπάνω ή αποκάτω ιεροφαντών. Κι όταν το ροζ και το φούξια εξαφανιστεί, συνέρχεται. Αναστεύει και ξανασυναντιέται με τους γευστικούς πόρους της ζωής και τότε σαπίζει και αλλοιώνεται. Μέχρι να ‘ρθει η στιμγή που ο ανώτερος άρχων τη φτύσει.

Σαν άλλη τσιχλόφουσκα το εγώ μας, φουσκώνει και ξεφουσκώνει, σπάει και κροτεί, γλυκαίνει και πικραίνει θυμίζοντας την ευαίσθητη υπόσταση των πρωτογενών του υλικών: ζάχαρης και νερού και μερικών χημικών.

Είναι ωραίες οι τσιχλόφουσκες, θαρρώ, αρκεί να τις βλέπεις ως τέτοιες και όχι ως αερόστατα.

Η δύναμη της φωτιάς

My precious εαυτέ μου,σήμερα, θέλω να σου μιλήσω για τη δύναμη της φωτιάς.

Κάποια στιγμή στα δημοτικά μου χρόνια, ξέσπασε κοντά στο χωριό μου μια τεράστια, βιαστική και άσχημη πυρκαγιά. Κοντοζυγώνοντας στο δικό μου (για την ακρίβεια το χωριό του καλυβιού, των παππούδων, των Σαββατοκύριακων, των καλοκαιριών, το από πάντοτε ησυχαστήριο και πάντοτε μου) και πριν ακόμη μας επισκεφτεί μπορούσες να την καλωσορίσεις. Την ένοιωθες στο σύμπαν να πάλλεται , να γρυλίζει σαν άγριο θηρίο απελπισμένο απ’ την σκλαβιά του κι έτοιμο να αποδράσει.

Ο αέρας περίκλειε μια θέρμη που σχεδόν σε έκαιγε κι ο ουρανός είχε πλημμυρήσει χρώματα απόκοσμα και περίεργα: κόκκινα και μωβ και πορτοκαλί και καφέ και χρυσαφί μαζί. Τις μύτες μπούκωνε η μυρωδιά της καύτρας κι αγροικούσες στα μαλλιά και τα χέρια σου ανάσες γκρι ταξιδεμένες με αέρινο άρμα. Δεν μπορούσες να το εξηγήσεις, αλλά ένοιωθες πως κάτι μεγάλο ήταν εκεί κοντά, κάτι υπήρχε και κάτι ερχόταν κι αυτή η ενστικτώδης παρόρμηση ήταν τόσο έντονη που έκανε τους μεγάλους να τρέχουν πανικόβλητοι να προλάβουν «τo μεγάλο κακό», τις γάτες να κρύβονται και τα πουλιά να πετάνε πιο γρήγορα από το συνηθισμένο.

Από εκείνη την πυρκαγιά, έζησα μόνο το πριν και το μετά, το παρελθόν και το μέλλον της. Το παρόν με βρήκε στην ασφάλεια ενός συγγενικού σπιτιού να τρώω πατάτες τηγανιτές με αυγά (τι αγαπημένο φαγητό!) και να τσακώνομαι με τον ξάδερφο μου  που μου τις έκλεβε από το πιάτο.

Το μέλλον, δηλαδή, η επιστροφή ήταν σαν σε πορεία στον κάτω κόσμο αρχαίας τραγωδίας. Αυτό που είχα αφήσει πράσινο ήταν τώρα μαύρο και γκρι και κάπου-κάπου κόκκινο. Τόσο αλλόκοτη, απεγκόσμια αίσθηση να περπατάς πάνω στο μαύρο και να ακούς τριξίματα κάποιων ηρωικά παλλόμενων δέντρων που αφήνοντας την τελευταία τους πνοή εναπόθεταν εαυτόν εις χώμα. Τα μάτια έτσουζαν από το θέαμα κι απ’ τις σταχταρίδες που αναζητούσαν εκεί λίγη υγρασία εν αντιθέσει με το τριγύρω στεγνό, στραγγισμένο τοπίο. Θυμάμαι ότι φοβόμουν πολύ και κρατούσα σφιχτά το χέρι της μαμάς.

Το συμπέρασμα μου, σκεφτόμενη όλα αυτά, είναι πως η δύναμη της φωτιάς φαίνεται τελικά σε αυτό που απομένει όταν αυτή περάσει από πάνω του. Μόνο τότε μπορεί να μετρηθεί το μέγεθος της πυγμής της. Επιπλέον, θέλει χρόνο να ξαναπρασινίσει ένα καμένο τοπίο και πολύ περισσότερο για να ανθίσει.

Τώρα σαν άλλοτε

Μικρή θυμάμαι, οι περισσότερες Κυριακές ήταν μέρα λαμπρή, ξεχωριστή απ’ τις υπόλοιπες. Ήταν η μέρα που ο παππούς θα πήγαινε στο “χωριό”. Στο παιδικό, χωρικά στενό αλλά αναμφισβήτητα φαντασμαγορικό μυαλό μου “το χωριό” ήταν η άλλη μαγική πολιτεία όπου οι σοκοφρέτες, τα γαριδάκια και οι καραμέλες ΙΟΝ μοιράζονταν πληθωρικά και σε αφθονία. Τα μεσημέρια των Κυριακών εκείνων, το λοιπόν, ήταν μια μακραίωνη, δυσβάσταχτη, ατέλειωτη προσμονή της επιστροφής του παππού. Και μόλις ξαντούσε να ανεβαίνει την ανηφόρα του Σχοίνου, ξαμολιόμουν σαν σίφουνας κατά πάνω του (ακόμα ακούω τη φωνή της γιαγιάς ή και της μαμάς: “μη τρέχεις, θα πέσεις”)  φωνάζοντας σαν βλαμμένο, αχαχούχα μουρλαμένο “ο παππούς, ο παππούς”. Εκείνες οι μπλε, νάιλον σακούλες που κρατούσε…τόσο τεράστιες,  τόσο πανέμορφες, τόσο γεμάτες (για μια μεγάλη περίοδο στη ζωή μου αργότερα ντρεπόμουν να κυκλοφορήσω με τέτοιες, και ξέρω ανθρώπους που και σήμερα το κάνουν αν και μεγάλοι). Τις άρπαζα από τις σημαδεμένες από το βάρος παλάμες του παππούλη (ή παππούκο τον έλεγα; Δεν θυμάμαι-κοίτα να δεις που το έχω ξεχάσει-) δήθεν και καλά για να τον ξαποστάσω κι έτρεχα γρήγορα-γρήγορα σπίτι, τις ακουμπούσα χάμω και ξεκίναγα το ψαχούλεμα.

Τώρα σαν άλλοτε, είκοσι και κάτι χρόνια μετά, σε μια κρίση αυτοανάλυσης, νομίζω πως πολύ λίγο έχω αλλάξει από εκείνο το νεαρό, ανυπόμονο πλάσμα.

Οι Κυριακές της ενήλικης καθημερινότητας μου, αν και σχεδόν ίδιες με τις Δευτέρες και τις Παρασκευές, είναι ένας αφελής ενθουσιασμός, μια άκρατη προσμονή και μια εγκρατής μα συνάμα αχαλίνωτη περιέργεια ψαχουλέματος. Αν οι μπλε σακούλες ήταν η πραμάτεια που ο καθείς μας κουβαλάει, συνεχίζω να τις βλέπω σαν κάτι μεγάλο, θέαμα υπέρμετρης αισθητικής κι απερίγραπτου κάλους. Τάμα και σουβενίρ πολιτειών άγνωστων μα χιλιοταξιδεμένων, ονειρικά περπατημένων και μεταφερμένων με ρινόκερους στο χρονικό υπερπέραν του παρόντος. Η λαχτάρα γεννά άλλωστε μια μαγεία ανείπωτη και λεξιλογικά ανέκφραστη, είναι θεός και δαιμόνιο μαζί.

Η ωριμότητα όμως τι είναι; Να τρέχεις κατά πάνω των μπλε σακουλών ή να περιμένεις τον  “παππού” να τις ανοίξει από μόνος του, αφού φτάσει και τις αφήσει και ξαποστάσει και κάτσει και λίγο κι άντε και λίγο ακόμη κι αποφασίσει να τις ανοίξει και τελικά το κάνει; Και να πιστεύεις οτι κάτι έχει μέσα ακόμα κι αν σου λέει οτι αυτή την φορά δεν σου έφερε κάτι; Και να τολμάς να ονειρεύεσαι και να ελπίζεις οτι την επόμενη φορά θα έχει; Και να ξέρεις οτι δεν σου έφερε όχι γιατί ξέχασε αλλά γιατί τα φορτηγά με τις προμήθειες απήχθησαν από εξωγήινους ενώ πήγαιναν στην πολιτεία και δεν θα ´φέρναν πια σοκοφρέτες και γαριδάκια και καραμέλες ΙΟΝ γιατί αυτά θα τα γεύονταν πλέον τα πράσινα κεραιοφόρα παιδάκια του Άρη και των γειτονικών χωριών; Είναι ζόρι να πετάς στα ροζ σύννεφα… δε λέω, αλλά δεν είναι καλύτερα απ’ το να περπατάς στην κακοτράχαλη, και γεμάτη λακκούβες και λάσπες γη;