Περί προσαρμογής…

Όταν το βλέμμα πλανάται στο τριγύρω του άγνωστου κι αναγνωρίζεις στον  εαυτό σου τον  κομπάρσο μιας ξεχασμένης και περιπαιγμένης παράστασης ενός περιπλανώμενου ξέμπαρκου θιάσου.

Όταν ο χρόνος αγγίζει το μεδούλι του μυαλού σου και οι σφαίρες του κόσμου του μπερδεύονται κι αρχίζουν τα σούρτα-φέρτα οι σκιές και τα σύννεφα.

Όταν τα μάτια ενός πιστού μα αμίλητου και άψυχου συντρόφου φέγγουν στο σκοτάδι καθώς σου κρατάν το χέρι ψιθυρίζοντας σου χνουδωτά να μην φοβάσαι και πως είναι εκεί για σένα.

Όταν οι ψίθυροι γίνονται βουές αλλόκοτες που τρυπάνε την δυσβάσταχτη ησυχία του εγκεφάλου σου και αρχίζουν το παραλήρημα εκείνο που τόσο ο σκοπός του φέρνει σε ικεσία αρχαίας τελετουργίας.

Όταν χαζεύεις τα δάχτυλα των χεριών σου, τις κινήσεις και τις γραμμές τους κι αγγίζεις με τα μάτια τα αλλήθωρα τα δάχτυλα ενός άλλου χεριού και φυλακίζεις στη γροθιά σου το τικ-τακ μιας πολυαγαπημένης ζωής.

Όταν σφίγγεις στην αγκαλιά σου τη ζεστασιά των ονείρων σου και παγιδεύεις σε μια βαθιά ανάσα όλη την ύπαρξη σου,

σημαίνει οτι κάπου εκεί τριγύρω η προσαρμογή παραμονεύει.

Ονείρων διάβασις

Τα ονειρά μας μπουρμπουλήθρες από άβα και νερό, βγαλμένα από την τρύπα παιχνιδιού του κάποτε παιδικού μυαλού μας.Με ένα φύσημα αφήνονται ελεύθερες να ταξιδέψουν σε κόσμους αλλόκοτους και γρήγορους.

Τα όνειρα μας σαν φύλλα αλλοτινών χρυσοκίτρινων φθινοπώρων. Δεν τρομάζουν από τον μουτρωμένο γκριζομάλλη ουρανό ούτε από τα βαρέλια που σε άλλους κόσμους φανερώνουν κάποιου τρύγου το ξεκίνημα.

Τα όνειρα μας χαλίκια σε δρόμους χωμάτινους κι ανηφορικούς που τρυπούν τη σόλα των σκονισμένων παπουτσιών σου και τα κλοτσάς καταριώντας τα και βγάζοντας τα από την πορεία του άξονα σου.

Τα όνειρα μας θάλασσες απέραντες και καράβια με κατάρτια ψηλά να σκίζουν το πάνω και το πέρα και το δώθε. Με τους γλάρους να αράζουν στο υγρό απ’ την αρμύρα ξύλο κρυμμένοι πίσω από τα ξασπρισμένα πανιά που ο ήλιος απλώνει.

Τα όνειρα μας εδώ κι εκεί, σε κατηφόρες κι ανηφόρες μιας ανώμαλης μα ιστορικής πορείας να αδράττουν το λάφυρο και το σταυρό λίγο πριν αρχίσουν το μέτρημα.

Των ανθρώπων τα πήγαιν’ – έλα

Υπάρχουν στιγμές που συνηδητοποιείς τη ζωή σου σαν ένα ατελείωτο πήγαιν’-έλα ανθρώπων. Καθημερινά βρίσκεσαι και χάνεσαι με μια πλειάδα ανθρώπων, ανθρώπων που κάποτε τυχαία συνάντησες ή μίλησες, που ονειρεύτηκες, που θύμωσες, που αγάπησες, που μίσησες, που λυπήθηκες, που λάτρεψες, που πόνεσες, που βαρέθηκες.

Στη κάθε μέρα που ξημερώνει και στην κάθε νύχτα που αρχίζει, το σύμπαν σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις καινούριους ανθρώπους  και να αποχαιρετίσεις άλλους. Με άλλες ιστορίες να αφουγκραστείς κι άλλους ήχους να διασκεδάσεις. Και στο άκουσμα των μπορεί να συναντήσεις κάτι οικείο και να αναγνωρίσεις ένα κομμάτι της περιβιαδόμενης ύπαρξης σου.

Αν μείνουμε, λοιπόν, στο να γελάμε στη σκέψη των ανθρώπων που μπαίνουν στη ζωή μας παρά στο να κλαίμε για αυτούς που βγήκαν θα έχουμε ίσως θέσει ένα μικρό λιθαράκι πραγματικής ευτυχίας. Άλλωστε, η έξοδος του τάδε δεν είναι και η είσοδος του δείνα;

«Νιότη» και «ωριμότητα»

Το λοιπόν, αρπάζω ευκαιρία  από τη σημερινή μέρα στη δουλειά για να προβληματιστώ και διερωτηθώ. Η έκφραση των συναισθημάτων είναι συνώνυμη της συναισθηματικής ενηλικίωσης κατά τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό που η έκθεση της σωματικής δύναμης είναι συνώνυμη της νεανικής ρωμαλεότητας και άγνοιας;

Κι εξηγούμαι: Όταν είσαι νέος έχεις όλο εκείνο το σφρίγος που σε κάνει βέβαιο πως μπορείς να στύψεις την πέτρα. Ο ενθουσιασμός της νιότης είναι το καλύτερο τονωτικό, ναρκωτικό και φάρμακο μαζί. Σου δημιουργεί παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, ενίοτε εγωπάθεια αλλά και ορμή κι ακράτεια. Αγνοώντας τα τυχόν αρνητικά κουσούρια που η επίδειξη της κραταιάς δύναμης του τώρα μπορεί να φέρει, πέφτεις στη «μάχη» κι αγωνίζεσαι με όλες σου τους μύες και όλες τις ίνες του σώματος σου. Δεν σε νοιάζει η κούραση ούτε ο ιδρώτας στο πρόσωπο σου αλλά ο αγώνας, το «γαμώτο» της πάλης. Από την άλλη, μεγαλώνοντας νιώθεις την πάλαι ποτέ ακράτητη δύναμη σου να μειώνεται, πλέον μιλά όχι το αλάβωτο σώμα αλλά η κουτσουρεμένη λογική της ωριμότητας σου. Εκείνης που σε καλεί να ξεναζυγίσεις τα πράγματα και να ξανασκεφτείς  τις κινήσεις σου. Το σώμα σου πονά από τις «καταχρήσεις» του παρελθόντος και πλέον δεν σου προσφέρεται σαν άλλη θυσία στο βωμό της θέλησης σου.

Κάποιος όμως που είναι απέξω και που σε βλέπει και ξέρει πως θα καταλήξεις αξίζει να σου πει να μην κάνεις ως έτσι; Διότι, γιατί και πως να σταματήσεις ένα σώμα και μια ψυχή που διψά να ζήσει;Ακόμα κι αν εξαντλήσει τα αποθέματα νερού και μετά διψάσει, σε τι ωφελεί εσύ ο ώριμος και «γνώστης», να του κόψεις την λαχτάρα να ξεδιψάσει, και στο κάτω-κάτω γίνεται να κόψεις τη δίψα; Να του πεις ¨μην διψάς» κι εκείνο να σου πει «εντάξει, δεν διψώ»; Είναι, άραγε, η επαναληπτικότητα του σύμπαντος και η ανθρώπινη φύση που πάντα γύρω-γύρω θα γυρίζει απ’ τη φωτιά όντας  πιστή των αρχαίων μυθολογικών ευεργετών της μη φοβούμενη τη σπίθα και τα εγκαύματα;

Θάλασσα ενός «Μάη»

Μια θάλασσα απέραντη ενίοτε το μέσα μας. Οσφραίνεται τις μυρωδιές του μαγιάτικου αέρα τρεμοπαίζοντας σε κάποια ανθρώπινα χέρια μια καρδιά ασάλευτη, χιλιομπαλωμένη κι εύθραυστη.

Ένας αλαφροΐσκιωτος κλόουν σε μια γωνιά του κήπου να βγάζει από το καπέλο του λουλούδια και περιστέρια επιδεικνύοντας στους θεατές του την άτεχνη τέχνη της ψευδαίσθησης.

Τα τραγούδια που γρικούν στον αέρα κάτι σαν σε παλιό πανηγύρι καλούν τον χορευτή να αποτάξει το βάρος της ύπαρξης του, να στροβιλιστεί στο ρυθμό μιας δυσβάσταχτης νηνεμίας και να υψώσει το βλέμμα το αόρατο και το πανβλέπον σε κατευθύνσεις που ο ορίζοντας χάνεται.

Στη θάλασσα τη μέσα μας, τη γύρω μας τα καράβια έχουν από καιρό χαράξει τη πορεία τους, μένει μόνο ένας νοτιάς να τα σπρώξει στην περιπέτεια του αγνώστου. Θα ‘βρουν φουρτούνες, θα ‘βρουν και μπουνάτσες μα με τον σύμμαχο καιρό και την καρδιά πηδάλιο γοργά θα γλιστρήσουν  μέχρι κάποιος ναύτης να φωνάξει σαν σε άλλο πειρατικό «στεριά!».