Περί ανάμνησης των αισθήσεων…

Ψιλιάζομαι, my precious εαυτέ, πως αυτό που μας κρατά ενήμερους με την καταγωγή του είδους μας είναι οι αναμνήσεις των αισθήσεων.Τι βιβλικό πράγμα ε; Η ανάμνηση των αισθήσεων, το να ακούς έναν ήχο και σε μια ανύποπτη φλασιά του δευτερολέπτου να σου έρχεται στο νου μια ολόκληρη σκηνή που κάποτε έζησες. Το να οσφραίνεσαι μια μυρωδιά και εικόνες να αναπηδούν σαν γιο-γιο στο στενό περιθώριο του μυαλού σου. Το να αγγίζεις μια επιφάνεια και να νοιώθεις το ρίγος ενός άλλου αντίστοιχου αγγίγματος χρόνια πριν. Το να βλέπεις μια εικόνα και μια άλλη να στήνεται στα πρόχειρα σκηνικά της χρονοσφαίρας. Το να νοιώσεις κάτι και να ξανανοιώθεις μέσα από αυτό κάτι παλιό.

Το παιχνίδι που παίζουν οι αναμνήσεις στο είναι σου δεν έχει κανόνες να το ορίσουν, ούτε σταθερούς παίχτες να το προσδιορίσουν. Η ανάμνηση των αισθήσεων είναι που ίσως μας ορίζει ως έτσι κι όχι ως δείνα ή ως δείνα κι όχι ως έτσι.

Και να σου αναφέρω ένα παράδειγμα: Χάζευα σήμερα σε κάτι παράμερα μαγαζάκια στα στενά της Αιόλου, από αυτά που οι στυλιστικοί «εναλλακτικοί», και-καλά μαξεντμιξ τύποι της μεταμοντέρνας υλιστικής-φασιονιστικής κουλτούρας θα φρίκαραν στη ιδέα ενός και μόνο περάσματος (θέλω να σου μιλήσω κάποια στιγμή για αυτούς γιατί πολύ μου ερεθίζουν τους νευρώνες μου), πασχαλινές λαμπάδες. Και ενώ η κόρη των ματιών μου διέγραφε τα χρώματα και τα σχέδια των κεριών, το μυαλό μου τα απατούσε συνευρισκόμενο με χρώματα, σχέδια κι αρώματα αλοτινών αναμνήσεων. Το ροζ και το λιλά μου, γεννούσαν πασχαλιές στο σμίξιμο τους. Οι χάντρες, οι κορδέλες και τα φτεροπούπουλα αναβίωναν καλοκαιρινά μεσημέρια στο Σχοίνο που με τα τζιτζίρια να εκκωφαντούν έκοβα και ξήλωνα κι έραβα πανιά για  φορέματα στις κούκλες μου (ήμουν η στυλίστρια και κηδεμόνας τους και φυσικά δεν γινόταν να μην φροντίσω για την καρνταρόμπα τους!). Το πράσινο μου ‘φαιρνε στη μύτη φρέσκια ρίγανη κι αλισφακιά και πιπεριές τουρσί στα γεύματα της Μ.Παρασκευής, το πορτοκαλί την πάλαι ποτέ μεγάλη, γέρικη αλλά περήφανη πορτοκαλιά στην αυλή του σπιτιού. Και εκείνα τα ψιλά, μικρά κίτρινα κεράκια, τις λαμπάδες που αγόραζε ο παππούς από το μπακάλικο κι έφερνε στο σπίτι και μοιράζονταν με τη γιαγιά φεύγοντας για την εκκλησιά μια Μεγάλη Πέμπτη ή Παρασκευή.

Μπορεί καλοκαιρινά μεσημέρια στο Σχοίνο να μην μπορώ πλέον να απολαύσω, κούκλες να μην έχω υπό την κηδεμονία μου και να ‘μαι ορφανή από παππούδες όμως εκείνες οι αισθήσεις υπάρχουν κι ας έχουν περάσει χρόνοι λιγότεροι ή περισσότεροι.Η ανάμνηση τους που συνήθως έρχεται απροσκάλεστη, αλλά ακόμη κι έτσι πάντα ευπρόσδεκτη, είναι που μας ορίζει. Είναι αυτό που κάποτε έθεσα ως το οτι οι παιδικές θύμησες κατά έναν ανεξήγητο τρόπο πάντα έρχονται μπροστά μας για να ορίσουν το παρόν και το μέλλον μας. Μόνο που πλέον θα προσέθετα «και όχι μόνο οι παιδικές».

Advertisements

Δρόμοι…

Τελικά νομίζω η ζωή μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα οδικό δίκτυο.

Διεθνές ή εθνικό ή επαρχιακό ή τοπικό. Μεγάλο ή μικρό, με ορίζοντα να χάνεται ο προορισμός σου ή με αδιέξοδο. Με πολλά παρελκόμενα σημεία-στάσεις κατά μήκος ή με την απόλυτη ερημιά. Μποτιλιαρισμένο κι από άλλα αμάξια, φορτηγά,λεωφορεία,μηχανές, ανθρώπους ή έρημο. Που τον περπατάς ή τον οδηγείς. Με συνοδηγό – συνοδηγούς ή μόνος. Με αξιοθέατα κατά μήκος του για να ξεκουράζεται το μάτι ή χωρίς. Με στροφές και σταυροδρόμια ή ευθύ.

Μπορείς να εφοδιαστείς για να το ταξιδέψεις με χάρτη-πυξίδα-gps, μπορείς να σταματάς και να ρωτάς, μπορείς να μη ρωτάς και να πηγαίνεις όπου σε βγάλει, μπορείς να παίρνεις μαζί σου οτοστοπάδες, να σταματάς για φωτογραφίες ή μόνο να ανεφοδιασμό ή καθόλου.

Όπως και να ‘χει όμως, όπως και να ‘ναι το οδικό δίκτυο της προσωπικής ζωής μας υποψιάζομαι πως αν αποφασίσεις να το πας, θα αφήνεις πίσω σου μόνο μέτρα, χιλιόμετρα, μίλια. Αν πάλι όχι θα είσαι πάντα στην αφετηρία κοιτάζοντας τον δρόμο που ποτέ δεν ταξίδεψες.

Ο άχρονος χρόνος μιας άχρονης στιγμής

Μία κάποια μέρα, ένας κάπου τόπος , ώρα 01:20

Πάντα με γοήτευε αυτή η ώρα..Τώρα που η φύση και οι άνθρωποι κατεβάζουν τα ρολά της ζωής τους. Και γύρω απλώνεται η γαλήνια αυτή σιωπή.Η τόσο γνώριμη και πολύτιμη. Η απαραίτητη και η αναγκαία, η ζωοφόρα μετενσάρκωση των καλά κρυμμένων μέσα μας.

Η πολύβουη φασαρία των ήχων καθώς χάνεται την μαγική τούτη ώρα αφήνει ξοπίσω της τη σκόνη της μνήμης για να παραδώσει με τη σειρά της στη λησμονιά. Συνεχής σκυταλοδρομία των λεπτοδεικτών ενός παγκόσμιου-πανσύμπαντου ρολογιού που με έπαθλο ένα κάποιο άλλο στεφάνι ελαίας παρακινεί τον στοχαστή παρασύροντας τον ουσιωδώς στην φαυλότητα της κυκλικότητας του γνωστικού αλλά και αισθητηριακού τερέν του.

Είναι σαν ένα εξ’ορισμού ad hoc άνισο συγκοινωνούν δοχείο, η ακινησία της ύλης και η ηφαιστειακή ευκινησία της ουσίας. Το πάρε-δώσε αδύνατο κι απ’ την αρχή στημένο σε λάθος βάσεις. Μα η ελλιπής αυτή κατασκευή ντυμένη με το πέπλο της στιγμής μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο, ά-κοσμο, ά-προσδιόριστο,ά-χρονο, α-νίκητο κι ά-νθρωπο.

Σκόρπιες σκέψεις μιας κάποιας σκόρπιας χρονοώρας…