Τί;

Ξάπλωσε χάμω απ’ τις χνουδωτές φυλλωσιές των δέντρων κι ο ήλιος να τρεμοπαίζει , να χάνεται, να βρίσκεται, να σου κλείνει το μάτι και να λες «να, τώρα σ΄έπιασα» κι εκείνος αυθάδης να σου βγάζει τη γλώσσα και να σου κλείνει το μάτι και να σέρνει την ύπαρξη του πίσω απ’τα αεράκι.

Να ακούς το σφύριγμα του παιχνιδιού, να αφουγκράζεσαι τις δονήσεις του αγώνα, ν’ανατριχιάζεις στο άγγιγμα της πλάσης και να φεύγεις με τα πανιά φουσκωμένα κατά ‘κει που σε παίρνει.

Ν’ αγναντεύεις τη θάλασσα της ζωής σου από ψηλά και να παραβγαίνεις με τους γλάρους. Να βουτάς στο σύμπαν διψώντας για τροφή και πεινασμένος για λογής λογής λιχουδιές.

Αέναος παρατηρητής, αόρατος στοχαστής.Ο πανταχού παρών και παντού απών εαυτός του άλλου σου εγώ. Εκείνου που οσφραίνεται το βρεγμένο χώμα κι αγγίζει με τα ακροδάχτυλα του το φως. Που αναπνέει και η γη σιωπά, που χαμογελά και η κοπριά μπουμπουκιάζει.

Τί να ‘ναι αυτό που μέσα μας κατοικεί ξαποστένοντας για λίγο προτού τραβήξει προς το φως;

Advertisements

Όλοι μαζί:»Τί είναι σήμερα?Του Αγίου Βαλεντίνου!!!» Μπράβο, παιδάκια!

Που λες, my little precious εαυτέ μου, ξύπνησα το πρωί με μια διάθεση τρομακτικά καλή. Με το που άκουσα το ξυπνητήρι, πετάχτηκα πάνω σαν ελατήριο και σαν καλοκουρδισμένο με duracell, κι energizer μαζί μη σου πω, μπαταρίες λούτρινο αρκουδάκι άρχισα να ντύνομαι.Έβαλα το καλό μου κόκκινο φουστάνι με το κεντημενο λογότυπο «YOU ARE ALSO MY VALENTINE», την εμπριμέ κόκκινη με λευκές καρδούλες μπαντάνα στα μαλλιά μου, τα κόκκινα καρδουλιάρικα σκουλαρίκια μου και τα γουτσουνιάρικα πατατούφικα παπούτσια, εκείνα που περπατάς και κάνουν «πατ-ατ-τουφ» και που σέρονται σαν πανί παρκέ στα σκονισμένα αλλά πανέμορφα -καλοσχηματισμένα και καλοσυντηρημένα- πεζοδρόμια της Αθήνας.

Βγήκα στον δρόμο και πετούσα ξέγνοιαστα.Όλα ήταν τόσο μεταμορφωμένα, τόσο όμορφα, τόσο ροζ και τόσο κόκκινα, καρδούλες, μπαλόνια,λουλούδια..παράδεισος.Τι ονειρικός κόσμος, παντού άκουγες ερωτιάρικες μπαλάντες και ανθρώπους να μοιράζουν «σ’αγαπένιες’ ευχές.Τι χρυσοσκονισμένο φως σήμερα, τι υπέρλαμπρο χρώμα, τι ζαχαρωτές μελωδίες στον αέρα, τι σοκολατένιες γλύκες ξημέρωσαν σήμερα.

Αααχ είναι τόσο ωραία μέρα σήμερα..Δεν είναι Δευτέρα, δεν είναι που πάω για δουλειά μετά από Σ/Κ, δεν είναι οι πολιτικοί και η πολιτική, δεν είναι το άγχος και το στρες, δεν είναι ο τοσοδούλικος τραπεζικός λογαριασμός, δεν είναι τα έργα του ηλεκτρικού, δεν είναι η βαριεστημάρα, δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά.Είναι του ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ για!

Αθήνα είναι (ή ήταν)…

Έπεσε στα χέρια μου ένα παλιό χαρτί τις προάλλες .Το λοιπόν, Νοέμβρη του 2002 έγραφα:

Καφέ ανοιχτό, καφέ κλειστό.Κίτρινο και πορτοκαλί.Μπεζ κι εκρού και μαύρο και γκρι. Είναι ωραία αυτή η πόλη όταν νυχτώνει.Ίσως γιατί μόνο τότε μπορείς ν’ανακαλύψεις την ομορφιά της ζεστασιάς της.

Είναι τα φύλλα των δέντρων στην Πατησίων που ταξιδεύουν σαν τα «διαβατάρικα πουλιά’ κατά τον ποιητή, θαρρώ, σε γωνιές μυστικές, κεντρικές κι απόμακρες. Είναι η άκρη του παλτού που παλεύει με τον αέρα και τ’ανθρώπινο χέρι ο «λαδωμένος» διαιτητής που υποστηρίζοντας τον έναν παίχτη βιάζεται να σφυρίξει το τέλος του αγώνα. Είναι τα μαλλιά που ανεμίζουν δίπλα στο κόκκινο του φαναριού περιμένοντας να περάσεις στην άλλη πλευρά της Βεραντζέρου.Είναι η μυρωδιά απ’τα ψημένα κάστανα στην Ομόνοια και τον φρεσκό-αλεσμένο καφέ στου Λουμίδη. Είναι το πρόσωπο που κοκκινίζει από ντροπή διαπιστώνοντας την αδυναμία του να προφυλαχτεί περιδιαβόμενο στη Στδίου.Είναι οι σκούρες φιγούρες που μπουκάρουν σπρώχνοντας να μπουν στο τρόλευ. Το πορτοκαλί εκείνο μπαουλάκι με τις ψηλές δορυφορικές κεραίες, τα δερμάτινα πορτοκαλί καθίσματα, το γκρούκου-γκρούκου απ’ τα χειρόφρενα και τον διαπεραστικό λεπτό ήχο απ’ το χτύπημα των εισιτηρίων.  Είναι οι ταχυδακτυλουργοί και οι πλανώδιοι ορχηστρωτές με τις κιθάρες, τα βιολιά ή τα σαξόφωνα τους στην Ερμού.Είναι ο ήχος της λατέρνας κάπου κάπου στην Αιόλου. Είναι οι μυρωδιές της Αγοράς και η ακράτητη – και για αυτό βίαιη- ομορφιά του Ψυρρή. Είναι τα φωτάκια που πια δεν είναι κόκκινα και που τώρα ανάβουν πιο νωρίς στην Αγησιλάου.Είναι τα στολισμένα με φωτάκια δέντρα στην Συγγρού και την Αμαλίας. Είναι οι μελαμψοί μετανάστες που μεσ’ τη βροχή κάτω από μια ομπρέλα πουλάνε εξυπηρέτηση κι έγνοια.

Είναι όλα αυτά που μυρίζουν το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Είναι που δίνουν στη πόλη αυτή ένα χρώμα τόσο φανταχτερά όμορφο και που την κάνουν αδίστακτα ελκυστική.

Φύλλο υπό βροχήν

Είναι γκρίζα αυτή η βροχή..τόσο μουντή μα και τόσο φαντασμαγορικά πολύχρωμη. Σχεδόν φουτουριστική.Τόσο τρυφερά ευαίσθητη και τόσο δυνατά φθονερή. Αλτρουίστρια μα κι αλύπητη.

Πέφτει μανιωδώς για να ξεπλύνει, να καθαρίσει και να ξεσπάσει μαζί. Να δοθεί και να της δοθούν.Να ενωθεί και να χωριστεί με τα άτομα της ύλης.Της ύλης της μαύρης, της κίτρινης της πράσινης. Της ύλης της κινούμενης, της ακίνητης και της αιώνια ταλαντευόμενης. Της ύλης της στιβαρής και της αέναης.Αυτής της μάζας και της μαζικά μαζεμένης σε μάζα ποσότητας. Εκείνης που ανάβει ρυθμικά κάθε βράδυ μόλις το φως της νύχτας κλέψει, καθυποτάξει και διαδεχθεί στο θρόνο το φως της μέρας.

Κι οι μακρινές εκείνες λωρίδες με τις πολύχρωμες κηλίδες χρωμάτων ενώνονται και χωρίζονται και ξαναενώνονται και σχηματίζουν ένα συνεχές φάσμα.Ένα απ’τα τόσα ουράνια τόξα  του σύμπαντος. Το ουράνιο αυτό τόξο με τις τόσες απολήξεις του,τα βουητά, τους πολύγλωσσους ήχους απ΄τα λαρύγγια των χρωμάτων και των βογιατζήδων.Κάπου-κάπου εκεί ανάμεσα στα χρώματα ξεπετιέται καμιά σταγόνα άλλου χρώματος.Και το μείγμα εκρήγνυται και παίρνει ζωή και κίνηση, φως και ύπαρξη. Ενατένιση κάποιου πεταρίσματος στο βλέφαρο του χωγράφου.Απόληξη σκόνης στο μάτι και το φύσημα της μάνας και η παραμυθία ‘πάει, πέρασε».

Το φύλλο κολλάει στο τζάμι μεγαλόπρεπα και κάπως ξεδιάντροπα.Κολλάει τη ζεστασιά του κορμιού του πάνω στο κρύο καθρέφτη.Νοιώθει την ψύχρα του παγωμένου σώματος και ζεσταίνεται, και ιδρώνει, και κάνει να φύγει, και μετανιώνει, κι επιστρέφει και κάθεται.Και νοιώθει την άλλη ζωή, αυτή του κρύου συντρόφου και ζηλεύει και πονά και χαίρεται μαζί.Βλέπει εκεί μέσα τα δυο άλλα μάτια που το κοιτούν κατάματα.Προσπαθεί στις στρογγυλεμένες γωνίες τους να βρει κάτι γνώριμο, κάτι μαγνητικό, κάτι να το κρατήσει. Ανοίγει διάπλατα τα μάτια προσπαθώντας να αποτυπώσει τ’απόκρυφα μυστικά του θεατή του. Κι εκεί αναγνωρίζει κάτι, το πετάρισμα, το φύσημα της μάνας. Και τότε υποψιάζεται και μαντεύει τον δρόμο του. Κι η επαφή σταματά και η μεγάλη έκρηξη γίνεται. Και νοιώθει τα μόρια της ύλης του να πετάγονται από ‘δω κι απο ‘κει. Νοιώθει το κεφάλι του να κόβεται σε μικρά κομμάτια κι αισθάνεται το πνεύμα του να ενώνεται με τα χρώματα του πλαισίου και τα ψιθυρίσματα και τις κραυγές. Και νοιώθει τόσο πόνο και φόβο.Μα και τόση αγαλλίαση, τόση ελευθερία, τόση ελαφράδα. Τί άλλο να ‘ναι η ευτυχία,τάχα, παρά απ’ αυτό το ταξίδι; Στροβιλίζεται γύρω απ’ τον άξονα της σπονδυλικής του στήλης και νοιώθει τα χέρια του ν’ απλώνουν.Νοιώθει τον αέρα στις άκρες των δαχτύλων, το σώμα του να καίει πυρπολημένο απ΄τον άγριο και τρελό χορό. Είναι τόσο γλυκιά αυτή η ζάλη.Μακρινός στοχασμός άνευ ουσίας το αν είναι δίνη. Γαλήνη, ησυχία.Ένα γουργουρητό μόνο αναδυόμενο πνίγει τα αυτιά του. Ένας παλμός μόνο χτυπάει στον ρυθμό του φωτός και πέρα απ’ αυτό τίποτα. Ανάσκελα ξαπλωμένο θυμάται ήλιους,καλοκαίρια,ήρεμα ταξίδια σε θάλασσες γλυκά αλμυρές,γέλια,χρώματα,έναστρες νύχτες ν’ατενίζει το φεγγάρι,μακρινά όντα να διαλύονται και να σχηματίζονται σε άναρθρες δομές τόσο αφηρημένες μα και τόσο όμορφες.

Περί ταξιδίων…κι επιστροφών

Έχω πολύ καιρό να ταξιδέψω, δυο χρόνια τώρα χωρίς να ξέρω γιατί δεν. Αν και πάντα μου άρεσε.Αρκούσε μάλλον ένα απλό σχόλιο κάπου,κάποιου για να ξαναγίνω τουρίστας της σκέψης μου (και τον ευχαριστώ γι’αυτό).

Θυμάμαι από νωρίς τον ευατό μου μέσα σε κόσμους μαγικούς, πάνω σε τραίνα πελώρια, μακριά και σκοτεινά με τα βαγόνια να τρίζουν πάνω στις παλιές και σκουριασμένες από τον χρόνο ράγες. Τα τραίνα αυτά ήταν για κάποιο περίεργο ρόλο οι κουβαλητές μου, ίσως για αυτό να αγαπώ τόσο πολύ τα τραίνα. Έχω ταξιδέψει πολλές φορές μαζί τους κι ας μην είχα εισητήριο ή συνεπιβάτες. Έμπαινα μέσα όποτε ήθελα χωρίς να ρωτήσω τιμές εισητηρίου, χωρίς να ψάξω διαθεσιμότητα και κυρίως χωρίς αποσκευές.

Ένα περίεργο πράμα οι αποσκευές, μπορεί να φαίνονται μικρές και να μην σηκώνονται, μπορεί πάλι να φαίνονται βαριές σαν ασήκωτα μπαούλα και να τις αφήνεις από το χέρι κι αυτές να ταξιδεύουν στην κατεύθυνση του ανέμου σαν άλλοι πολύχρωμοι χαρταετοί μιας Καθαράς Δευτέρας.

Στο τραίνο το δικό μου δεν υπήρχαν αποσκευές, ταξίδευα μόνη χωρίς μπαγκάζια χωρίς να ξέρω τον προορισμό, χωρίς να εμπιστεύομαι τον οδηγό αλλά και χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ή ταλάντευση στα σχέδια του. Ένα με τις ράγες, σχεδιάζοντας νέες διαδρομές- όπως σαν άλλοτε -όπως σαν τώρα.