Πόλη φλεγόμενη κι έρημη

Απ’ τον δροσερό και ξηρό παράδεισο μου, ακουμπάω το πρόσωπο μου στο τζάμι της σφραγισμένης μπαλκονόπορτας. Καίγομαι και κάνω πίσω. Και παρατηρώ. Σαν να ‘χουν αδειάσει οι δρόμοι. Ο κόσμος δεν παίρνει λεωφορεία, δεν σουλατσάρει ανέμελος, δεν τρέχει βιαστικός. Σαν να ‘χει κρυφτεί κι αυτός μαζί με τα περιστέρια. Ούτε αυτά βλέπω στη ταράτσα απέναντι ή στον ασημένιο θόλο της εκκλησιάς στη πλατεία. Ακόμα κι αυτά σαν ν’ απαρνήθηκαν τα στέκια τους. Κι η Πειραιώς μια πλήρης θολούρα. Κατσαρόλα, θαρρείς, κοχλάζουσα. Μόνο αυτοκίνητα φαντάσματα να τρέχουν και να σταματάνε σε κάθε φανάρι. Μόνο τα λουλούδια μου στο μπαλκόνι που στέκουν λαχανιασμένα υπομένοντας στωικά. Που μάχονται να βρουν αέρα στη μεσημεριανή λάβα. Που χαίρονται στο πρώτο χάδι ενός ανεπαίσθητου αέρα, μα μεμιάς απογοητεύονται και κατσουφιάζουν και μαραζώνουν. Οι τσίροι που καμιά φορά στρατοπέδευαν στο πράσινο, πάλαι ποτέ δροσερό μάρμαρο δεν φάνηκαν σήμερα. Ακόμα κι η απέναντι πολυκατοικία, η βαμμένη άτσαλα στα χρώματα του ορίζοντα σαν να ‘χει σιγήσει. Τα παράθυρα της ερμητικά κλειστά. Οι άνθρωποι της σαν μην τρώνε πια, να μην καπνίζουν, να μην προσεύχονται, να μην παίζουν χαρτιά. Μόνο μια μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή. Εκεί, πάνω-πάνω, ψηλά, κάτω απ’ την πράσινη τέντα. Και μέσα στο θολό απ’ την απόσταση ημίφως μια σκιά σαν άνθρωπος. Άνθρωπος κανονικός. Με φανελάκι άσπρο και δέρμα βαθιάς ανατολής. Μπροστά στην ορθάνοιχτη μπαλκονόπορτα ένα κρεβάτι και στην άκρη εκείνος καθιστός. Μπρος του ένας ανεμιστήρας να κουνιέται χωρίς σταματημό πότε από ‘δω και πότε από ‘κει. Κι αυτός εκεί ασάλευτος, παραδομένος στο λιοπύρι αναζητώντας απεγνωσμένα δροσιά και ζώντας στο μυαλό του την απόδραση. Θέλω τόσο να του φωνάξω αυτού του άγνωστου ανθρώπου να κάνει κουράγιο. Μα η φωνή μου δεν φτάνει ως εκεί κι η θέληση μου καίγεται στον αέρα με το που βγει, πολύ πριν καν η ηχώ του «Έι» πατήσει το μπαλκόνι του. Κι έτσι, μένω άπραγη εντός του ασφαλούς τεχνητού μου παραδείσου σε μια πόλη φλεγόμενη κι έρημη.

Μια κοτσίδα, μια αλήθεια κι ένα τρόλει

Είναι κάτι απογεύματα που σαν να σέρνεις το ασήκωτο σώμα σου καθώς επιστρέφεις απ’ τη δουλειά. Στραγγιγμένος από ενέργεια, μα μ’ εκείνη τη γλυκιά κι αναζωογονητική κούραση της ανηφόρας. Χωρίς ανάσα σχεδόν, μα με την ύπαρξη σου σ’ απόλυτη αρμονία. Είναι εκείνες τις στιγμές που χωρίς να τη ψάχνεις η αλήθεια σε βρίσκει. Γυμνή κι αθώα, ειλικρινής και τρυφερή. Στη φωνή και τα μάτια του διπλανού σου στο δρόμο, στη στάση, στο τρόλεϊ. Στη κοτσίδα του κοριτσιού μπροστά σου που τανάει το σώμα του να πιάσει τη κρεμαστή χειρολαβή γιατί «Μαμά, είμαι μεγάλη!». Στο κουμπί της στάσης που με τη βία φτάνει να ακουμπήσει, μα που προσπαθεί ν’ ακουμπήσει ξανά και ξανά. Στη προτροπή της μάνας «Αγάπη μου, θέλει πιο πολύ δύναμη. Προσπάθησε μια φορά ακόμη» μέχρι το καμπανάκι να χτυπήσει και το φως πάνω απ’ τη πόρτα και πάνω απ’ τα μυαλά μας ανάψει. Τα γρήγορα κι εύκολα ξεχασιάρικα, τα σχεδόν πάντα κουρασμένα ενήλικα (κι ενίοτε γερασμένα) μυαλά μας.

Είσαι μεγάλη πια, ναι. Και το να μεγαλώνεις σημαίνει πως τα πόδια σου ψηλώνουν τόσο ώστε να σηκώσουν το μπόι σου. Οτι τα χέρια σου φθάνουν στον ουρανό και με τη κατεύθυνση που κάθε φορά τους δίνεις μπορείς ν΄αγγίξεις και ν’ απωθήσεις, να πετάξεις και να κρατήσεις ό,τι θες. Το να μεγαλώνεις σημαίνει να προσπαθείς με πείσμα κι αδημονία, ξανά και ξανά και για όσο χρειαστεί ν’ ανάψεις το φως. Μπορεί να χάσεις στάσεις, μα αν δεν σταματήσεις, στο τέλος θα φτάσεις εκεί που σου ‘μελλε να φτάσεις. Όχι απαραίτητα εκεί που ήθελες, μα σίγουρα εκεί που έπρεπε. Το να μεγαλώνεις σημαίνει, όμως, πάνω απ’ όλα να μην κόψεις τις κοτσίδες σου. Ποτέ. Ν’ ανακαλύπτεις κάθε μέρα τον κόσμο απ’ την αρχή. Να τον μυρίζεις, να τον γεύεσαι, να τον αγγίζεις. Να αφήνεσαι στην ενέργεια χωρίς να σκέφτεσαι τι έργο θα παραχθεί. Να ενθουσιάζεσαι επειδή πάτησες ένα κουμπάκι. Να νιώθεις πλήρης, αυτάρκης κι ήσυχος όταν χάνεις τις στάσεις. Ν’ απολαμβάνεις τη διαδρομή όπου κι αν σε πάει, για όσο σε πάει. Να χαίρεσαι τις απογοητεύσεις και τις στραβοτιμονιές. Να δυναμώνεις και να ψηλώνεις λεπτό το λεπτό. Να ‘χεις πίστη στο αχανές σύμπαν μέσα σου. Να τανιέσαι ως  το άπειρο. Να γίνεσαι άπειρο. Ν΄αφουγκράζεσαι τους ψιθύρους των περαστικών. Και να παίρνεις τρόλει και λεωφορεία. Θα δεις το Θεό, σίγουρα, σε κάποια διαδρομή.

Η Γυναίκα-Κυνηγός

Ομόνοια, 14:00.

Κάπου εκεί μπροστά στα ρολογάδικα και τα κλειστά στόρια του Acropol η μορφή της με χαστούκισε. Ήταν λες και με γράπωσε απ’ το χέρι, αναγκάζοντας με, θέλοντας ή μη, να διακόψω  το γρήγορο βήμα μου. Μεσόκοπη. Φυσιολογικά όμορφη. Αδύνατη, σχεδόν στεγνή. Κοντά καρέ μαλλιά, μπερδεμένα κι αυτά σαν το μυαλό της, στην απόχρωση εκείνου του περίεργου κίτρινου που δεν μπορείς να πεις με σιγουριά αν έτυχε ή αν απέτυχε. Καιγόταν, το κορμί της ή ψυχή της περισσότερο δε ξέρω. Μέσα σ’ εκείνο, πάντως, το τιραντέ βισκόζ πολύχρωμο φόρεμα της, σε κάθε της αργό και κουνιστό βήμα χοροπήδαγε, θαρρείς, η καρδιά της. Έτοιμη να ξεχυθεί από το δικό της σώμα. Πανέτοιμη να γαντζωθεί στου αλλουνού. Του οποιουδήποτε, αρσενικού μόνο. Σαν κι η ίδια να ‘χε χάσει τον έλεγχο. Σαν λες κι οι ορμόνες ή η καρδιά της να προείχαν του βήματος της τραβώντας της το πηγούνι και κατευθύνοντας το βλέμμα της. Σαν το χέρι μικρού παιδιού που σε τραβάει απ’ το πρόσωπο φωνάζοντας σου «Κοίτα, κοίτα εκεί!» . Κι εκείνη, αδύναμο κι ετοιμοθάνατο σώμα, χαμήλωνε το παλμό κι ύψωνε το βλέμμα απευθείας στο πρόσωπο εκείνου, του οποιοδήποτε. Εκείνο το χαμένο βλέμμα, το περιεργαστικό, το λάγνο, το ατελείωτο, το σχεδόν έκφυλο που προσέφερε και που εκλιπαρούσε ταυτόχρονα. Όλο το σώμα της κι όλη η ύπαρξη της περιστρέφονταν ακολουθώντας το βήμα των αρσενικών περαστικών. Η ύλη της και το πνεύμα της, όλα συνολικά διαθέσιμα.

Δε ξέρω αν ήταν τρελή, μόνη, συνειδητοποιημένη ή τί. Απελπισμένη ή άρρωστη, θήραμα ή θηρευτής, θύμα ή θύτρια. Δε ξέρω τι έψαχνε να βρει. Ποιο πρόσωπο αναζητούσε στο πρόσωπο των αντρών γύρω της. Ποιος άλλητος γρίφος παίδευε τη καρδιά ή το μυαλό της κι εξέθετε το είναι της. Τι περίμενε ν’ ανακαλύψει στο βλέμμα των περαστικών, έναν παλιό ή έναν επίδοξο εραστή. Δε ξέρω αν σε κάθε ανδρικό σώμα που την προσπερνούσε ένοιωθε πόθο ή πόνο. Ξέρω μόνο οτι η γυναίκα κυνηγός ό,τι κι αν έψαχνε αποκλείεται να το βρήκε. Όχι γιατί δεν θα το άξιζε. Αλλά γιατί έψαχνε σε λάθος μέρος. Ίσως, πράγματι, να έψαξε παντού, μα όχι μέσα της.

Αυτό που σε εμπνέει

Τη ξέρεις αυτή την έκρηξη αλήθειας. Εικόνα οικεία στα μάτια σου. Τα ‘χεις ξαναδεί κάτι φορές τα πυροτεχνήματα να σκορπάν μακάρια όπως ανατινάσσονται. Και να χασκογελάν ευτυχισμένα καθώς εκπνέουν. Λες και με το θάνατο τους ξαναγεννιούνται. Τη ξέρεις αυτή τη στιγμή που τα σκοτάδια σου πλημμυρίζουν φως απ’ άκρη εις άκρη. Άπλετο, καθαρό και πέρα ως πέρα αληθινό.

Είναι η λέξη. Η φωνή. Αυτό το κάτι ανεπαίσθητο που γεννά το παλμό απ’ την αρχή. Κι η ενέργεια που μαγνητίζει και σε μαγεύει. Σαν το τρεμόπαιγμα του ήλιου μεσημέρι καλοκαιριού σε θάλασσα καταγάλανη και διαυγή. Η λάμψη που διαχέεται στα μάτια σου. Αυτή που μόνο τα δικά σου μάτια μπορούν ν’ αντιληφθούν. Η οικεία εκείνη ζεστασιά του ανύποπτου που μεγεθύνει τη ζωή και δίνει πνοή στην ύλη. Που σου υπενθυμίζει ψιθυριστά μα γενναιόδωρα τι είσαι: Όλον. Ένας μικρός Θεός.

Ό,τι σε εμπνέει φύλαγε το σαν τον πολυτιμότερο όλων θησαυρό. Είναι τύχη κι ευλογία. Είναι το φως, η αλήθεια και τ’ όνειρο. Είναι ακριβώς το ίδιο εκείνο εμπνευσμένο όνειρο απ’ το οποίο καμιά φορά φοβάσαι να ξυπνήσεις.

Απολογισμός

Μια άλλη θέα. Διαφορετική. Πότε ηλιόλουστη και πότε συννεφιασμένη. Πότε πολύχρωμη και πότε παλ. Πότε χαώδης και απόκρημνη, πότε μια ανάσα μακριά σου και λεία. Πάντα απέραντη. Πάντα μυστηριώδης. Πάντα προκλητική. Πάντα αβάσταχτα θελκτική.

Μια άλλη πορεία. Με πυξίδα τα θέλω σου. Με συντεταγμένες προκαθορισμένες μα άγνωστες. Με αρετή και με τόλμη. Χωρίς προορισμό κανέναν. Μόνο πορεία, ανηφορική κατά βάση μα ορθώς. Κι εξέλιξη. Κι εμπειρία.

Μια απόφαση. Απόλυτη. Αδιαπραγμάτευτη. Αμετανόητη. Με μάτια ανοιχτά. Με συνείδηση ορθάνοιχτη. Ερχόμενη απ’ το βαθύτερα του βάθους σου. Εκείνα που χρόνια τώρα σε προσέχουν, σε καθοδηγούν, σ’ εμπιστεύονται.

Μια ζωή άλλη. Τόσο μακρινή απ’ την προηγούμενη. Με πλην, μα περισσότερα συν. Κι ένας απολογισμός, τώρα που η ένταση ξεθύμανε. Ναι. Θετικός.

Ο αγών μου

Σκέψου τη στιγμή που γίνεσαι και τη στιγμή που χάνεσαι. Που αρχίζεις και παύεις. Το πρώτο σου κλάμα και την τελευταία σου ανάσα. Εσύ κι ο γαλαξίας που αέναα περιστρέφεται μέσα σου. Που παλεύει αιώνες τώρα να δραπετεύσει από έναν κόσμο σ’ έναν άλλο. Σκέψου την ελάχιστη μα μεγαλειώδη στιγμή μεταξύ των αναπνοών σου. Το κενό εκείνο ανάμεσα στην εισπνοή και την εκπνοή σου που όλα είναι ήσυχα και όλα πιθανά. Που όλα πεθαίνουν κι όλα αρχίζουν ξανά και ξανά. Που ξαναβρίσκεις τη θέση σου στο σύμπαν. Το σημείο μηδέν, που καλείσαι να συνεχίσεις ή να σταματήσεις τη μάχη. Να αγωνιστείς ή να παραδωθείς. Να διεκδικήσεις την νίκη ή να σημάνεις την ήττα. Να πεθάνεις και να αναγεννηθείς. Να ξεκινήσεις απ’ το τίποτα. Να γίνεις η αρχή. Να συνεχίσεις τη ροή με νέα δεδομένα. Να γίνεις η ίδια η ροή κι η ίδια η εξέλιξη.

Φοβάσαι. Το ξέρω. Μα, εμπιστεύσου το Θεό μέσα σου. Δε θα σε πλανέψει. Δε θα σε προδώσει. Και συνέχισε. Είναι δική σου η απόφαση. Και δικός σου ο αγώνας. Μόνο εσύ ξέρεις. Μόνο εσύ μπορείς.

Αυτό το τέλειο άγνωστο

Είναι αυτή η απόλυτη κι άψογα συγχρονισμένη συνύπαρξη του φόβου και του ενθουσιασμού. Τ’ αλύτρωτα ιδεώδη μας. Τα χαώδη, αχαρτογράφητα όνειρα μας που μας χτυπάνε τα παράθυρα κάθε βράδυ σαν που θα κοιμηθούμε. Αυτό που μας κλείνει το μάτι. Η απόλυτη συνωμοσία του εγώ μας. Αυτό που μας ξέρει καλύτερα κι από εμάς τους ίδιους. Που μας διαβάζει. Που μας πουλά και μας αγοράζει. Που κατάμουτρα κι ευθαρσώς μας φανερώνει πως μεγαλύτερος σαδιστής από τους πόθους μας δεν θα βρεθεί ποτέ. Αυτό το τόσο λατρεμένο άγνωστο που φωνάζει τ’ όνομα μας. Που, καμιά φορά, κατάκοπο αποκοιμιέται επιτρέποντας, έτσι, στην αδυσώπητη λογική να κρούσει τον εκκωφαντικό συναγερμό για το πιθανό επερχόμενο ναυάγιο, μα που μετά από λίγο πετάγεται πάνω ανεβάζοντας γρήγορα-γρήγορα τις άγκυρες της καρδιάς μας σαν σε καράβι αραγμένο κι έτοιμο να σαλπάρει από καιρό. Μακριά, όσο γίνεται περισσότερο, απ’ το λιμάνι του οικείου, του ασφαλούς και του συνήθους. Αυτό το τόσο ριψοκίνδυνο άγνωστο που εκρηκτικά μας μαγνητίζει σαν άλλα ρινίσματα σιδήρου. Αυτό το τέλειο άγνωστο που μας τυφλώνει και μας κουφαίνει μα που μας μαγεύει και μας λυτρώνει.

Σ’ αυτό το άγνωστο να παραδοθούμε γλυκά. Κι ό,τι γίνει. Κι όπως πάει.

Οι δικοί μας άνθρωποι

Άνθρωποι σου είναι εκείνοι οι άγνωστοι που κάποτε συνάντησες τυχαία, που συστηθήκατε, που δώσατε τα χέρια, που κοιταχτήκατε κι αποφασίσατε να γίνετε αδέρφια. Εκείνοι που μια ζωή είναι δίπλα σου κι ας βρίσκονται μίλια μακριά. Εκείνοι που ξέρουν ποιός είσαι αλλά κυρίως ποιός δεν είσαι. Που ιχνηλατούν πάντα με τόση ακρίβεια τη θέση των χαραμάδων στους τοίχους σου και μέσα απο αυτές βρίσκουν τρόπο να τρυπώνουν, σαν άλλες αχτίδες, τις ώρες εκείνες που τα σκοτάδια σου βαθαίνουν επικίνδυνα. Εκείνοι που ανέχονται τις ξινίλες και τα σπασμένα νεύρα σου κι ας βράζουν κι ας φλέγονται μέσα τους. Που πάντα προσέχουν πως και πότε θα σου πουν όλα εκείνα που δε θες μα πρέπει ν’ακούσεις. Οι άνθρωποι σου είναι εκείνοι που κάνουν σπίτι σου τα ξένα. Που γίνονται οικογένεια όταν η δική σου λείπει. Εκείνοι που στα μάτια τους η αλήθεια του σύμπαντος σου αποκαλύπτεται. Που η αγκαλιά τους είναι σαν στασίδι σε εκκλησία λειτουργούσα. Άνθρωποι σου είναι εκείνοι που σ’ ενθαρρύνουν και που σε προστατεύουν ταυτόχρονα. Που γίνονται άνεμος για τα φτερά σου και χώμα απαλό για τα πρώτα, τα δεύτερα ή τ’ άλλα βήματα σου. Εκείνοι που ζητούν συγγνώμη κι ας μην έφταιξαν σε τίποτα. Άνθρωποι σου είναι εκείνοι που φεύγουν και τους χαμογελάς ειλικρινά κι ας ραγίζεις μέσα σου, αρκεί που πιστεύεις ακράδαντα πως είναι για το καλύτερο τους. Η πορεία του καθενός μας, το λοιπόν, είναι μοναχική, το δίχως άλλο. Δε γίνεται αλλιώς. Μα χωρίς αυτούς τους κάποιους δικούς μας ανθρώπους η «ανηφόρα» μας θα ‘ταν ανυπόφορη, ανώφελη, ανούσια και πέρα ως πέρα ατελέσφορη.

Μια ζωή παρολίγον

Για όλα φταίει, θαρρώ, αυτό το «παρολίγον» που αδαώς μα μεθοδικώς αναθρέψαμε μέσα μας. Αυτό το λίγο απο πρίν, λίγο απο τώρα μα τίποτα από μετά. Μια αιωνιότητα εις αεί εγκλωβισμένη, καταδικασμένη σε ισόβια τετραπληγία. Ένας χρόνος άχρονος. Ένα κενό, απόλυτα άδειο, καθόλα ανύπαρκτο. Πόσα και πόσα πεφταστέρια όνειρα δεν ‘σβήσαν τόσες φορές, έτσι απλά κι αθόρυβα, σ’ ένα «παρολίγον» γαλαξία μας. Πόσους εαυτούς αφελείς και ρομαντικούς, μα γενναίους κι αλτρουιστές, δεν χάσαμε πολεμώντας νυχθημερών αυτό το τερατώδες «παρολίγον». Πόσα χείλη δεν σφαλίσαμε, πόσα μάτια δεν σφραγίσαμε, πόσες καρδιές δεν αγκυλώσαμε σ’ αυτό το «παρολίγον». Πόσες λέξεις δεν φυλακίσαμε, πόσα χέρια δεν ξεδιπλώσαμε εξαιτίας αυτού του «παρολίγοντος». Μ’ ένα «παρολίγον» πόσα δεν χάσαμε περιμένοντας το μετά ολίγον. Που ποτέ δεν ήταν τόσο ολίγον. Πάντα, λες και παρολίγον είχαμε, παρολίγον νοιώθαμε, παρολίγον φτάναμε. Παρολίγον, πάντα, λες και τελικά ζούσαμε.

Περί γενναιοδωρίας

Ξέρεις πως λέγεται αυτό που δίνεις με γενναιότητα κι ανυστεροβουλία; Στο ‘χουν ή στο ‘χεις πει ποτέ; Γενναιοδωρία, μάτια μου.

Γενναιοδωρία σημαίνει ν’αφήνεις σκόπιμα την ύπαρξη σου αφύλαγη και τον μικρόκοσμο σου ξεκλείδωτο. Να τολμάς ν’ απλώνεις τα χέρια σου στ’ άλλα χέρια. Να τολμάς ν’αγκαλιάζεις τις άλλες αγκαλιές. Να γίνεσαι η λύση στο γρίφο και το γινόμενο των πράξεων. Να δίνεις. Ό,τι κι όσο έχεις. Να δίνεσαι. Ν’απλώνεσαι και να σκορπάς εις αεί. Να μοιράζεσαι όλα εκείνα που φοβάσαι. Όλα όσα σκέφτεσαι, όλα όσα νοιώθεις. Να δείχνεις τις πληγές σου ως γιατρικό και βάλσαμο των άλλων πληγών. Να νοιάζεσαι. Να προσφέρεσαι. Να καλείς. Να προσκαλείς το γνωστό και το άγνωστο σου. Να εγκαλείς τη δειλή λογική σου. Να βροντοφωνάζεις τους ψιθύρους σου. Να κρατάς τη καρδιά σου αμπαλαρισμένη με πολύχρωμες, φανταχτερές κορδέλες, πάντοτε έτοιμη προς δωρεά.

Να θες, γενναιοδωρία θα πει. Ακόμα κι όταν δε μπορείς. Κλείσε, λοιπόν, τα μάτια και τ’αυτιά σου κι αναρωτήσου μόνο αυτό, μόνο για λίγο: «Θες;»